20 Σεπτέμβριος, 2018

Γιατί; Γιατί μπορώ! Κατοχυρώνω τον όρο τώρα. Γεωεπιπεδιστής είναι ο flat earther, δηλαδή ο ψεκασμένος εκείνος άνθρωπος, που πιστεύει ότι η γη είναι επίπεδη, επειδή άλλοι, περισσότερο ψεκασμένοι από αυτόν άνθρωποι τον έπεισαν πως, επειδή αυτό βλέπουν τα μάτια του, αυτό είναι που ισχύει. Δεν τον πείθουν τα Google maps, δεν τον πείθει το GPS, δεν τον πείθει το ταξίδι στο φεγγάρι, δεν τον πείθουν οι δορυφορικές επικοινωνίες, γενικά δεν τον πείθει… τίποτα. Κυκλοφορεί και αναπνέει ανάμεσά μας.

O γεωεπιπεδιστής! Ένας όρος που δεν υπάρχει στα λεξικά που έχω στη διάθεσή μου και δεν εμφανίζεται σε αποτελέσματα μηχανών αναζήτησης. Ως εκ τούτου διεκδικώ την πατρότητα και, γιατί όχι, και τη μητρότητά του. Τον παρέχω, δε στο ευρύ κοινό υπό την άδεια Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0). Για παράπονα και προσβολές του αξιόπατρου ή αξιόμητρου εντός. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας.

Φανερά προπαγανδιστική άποψη της γης από τα Google maps (2018)

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
24 Μάρτιος, 2018

Θα μπορούσε η φιλοσοφία του ανοιχτού λογισμικού να κυβερνά καθολικά μια ελεύθερη αγορά; Μήπως αυτή η φιλοσοφία θα μπορούσε να βοηθήσει την αγορά να γίνει πραγματικά φιλελεύθερη; Τέτοια ερωτήματα, γεννιούνται στο μυαλό μου καθώς διαβάζω το άρθρο «Γιατί θα πρέπει να είναι Open Source η ανακάλυψη φαρμάκων» του Bharath Ramsundar, δημιουργού του deepchem.io, που ανήρτησε η ομάδα Ανοιχτών Προτύπων της ΕΕΛΛΑΚ. Το άρθρο αυτό, βέβαια, αναφέρεται ειδικά στο χώρο των φαρμακευτικών εταιρειών, στις οποίες οι πατέντες (τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας) διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο.

Με δυο λόγια, θα μπορούσε κανείς να περιγράψει τη φιλοσοφία του ανοιχτού λογισμικού ως εξής: η γνώση και η τεχνολογία είναι εξ ορισμού ανοιχτές, δηλαδή δημόσιες και διαθέσιμες σε όλους, αλλά μπορεί να υπάρχει οικονομική αξιοποίησή τους μέσω εργαλείων και υπηρεσιών που χτίζονται πάνω σε αυτές. Σε περίπτωση που αυτό ακούγεται λιγάκι υπερβολικά σοσιαλιστικό, μπορείτε να σκεφτείτε ότι ένα τεράστιο ποσοστό των σημερινών υπηρεσιών του διαδικτύου βασίζονται σε παρόμοιες τεχνολογίες, τις οποίες αξιοποιούν ακόμη και οι πιο… στυγνοί καπιταλιστές.

Επίτηδες χρησιμοποίησα όρους όπως ελεύθερη αγορά, σοσιαλισμός και καπιταλισμός, όχι για να φορτίσω όμως το άρθρο αλλά για να το τοποθετήσω ιδεολογικά. Το ελεύθερο λογισμικό αποτελεί μια μοναδική περίπτωση στην ιστορία της τεχνολογίας και φυσικά της αγοράς, όπου ο διαμοιρασμός της γνώσης, σε αντίθεση με την διαφύλαξή της, τη συντεχνιακή αντιμετώπιση, τις πατέντες , γίνεται η βασική και θεμελιώδης αξία. Στον κόσμο του λογισμικού, έχει αποδειχθεί πλέον ότι αυτό λειτουργεί και μάλιστα αυξάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τους ρυθμούς εξέλιξης και ανάπτυξής του.

Ίσως όμως αυτή η φιλοσοφία να αποτελεί και ένα σημείο τομής ανάμεσα σοσιαλιστικές και καπιταλιστικές ιδέες γενικότερα. Ίσως αυτή η φιλοσοφία αυτή είναι τελικά κάτι το πραγματικά φιλελεύθερο, κάτι που προσωπικά δε βλέπω να εξασφαλίζεται κατά τα άλλα ούτε από το σοσιαλισμό αλλά ούτε και από τον καπιταλισμό. (Βέβαια ο καπιταλισμός έχει αρκετά κοινά συμφέροντα με τον φιλελευθερισμό, με συνέπεια συχνά να ταυτίζεται με αυτόν, όμως νομίζω ότι αυτό γίνεται ευκαιριακά και οπορτουνιστικά.)

Από τη μια, λοιπόν έχουμε το ελεύθερο λογισμικό, που πιστεύει ότι η γνώση οφείλει να είναι ανοιχτή και κτήμα όλης της ανθρωπότητας, με σκοπό τη συνεχή διασπορά και τη μεγιστοποίησή της, ενώ από την άλλη το φιλελεύθερο κίνητρο για κέρδος, ανταγωνισμό και επιτυχία ως βασικό μοχλό της ανάπτυξης. Μπορούν αυτά τα δύο να συνυπάρχουν αρμονικά; Λέω ναι, αν η βάση, δηλαδή η γνώση, είναι ανοιχτή αλλά ταυτόχρονα ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να την αξιοποιήσει.

Update: Ο σωστός όρος για το λογισμικό που είναι και ανοιχτό και διαθέσιμο για επαναχρησιμοποίηση (αυτό εξαρτάται από την επί μέρους άδειά του, βέβαια) είναι «ελεύθερο λογισμικό» (free software). Διαβάστε για τις διαφορές ανάμεσα σε ανοικτό και ελεύθερο. Το απλώς ανοικτό δεν είναι απαραίτητα και επαναχρησιμοποιήσιμο. Στα αγγλικά γίνεται επιπλέον και η επισήμανση «free as in freedom, not as in beer» για να δείξει ότι δε μιλάμε απλώς για δωρεάν λογισμικό. Το «δωρεάν» είναι απλά μια παρενέργεια.

Αυτός φταίει για όλα – Σκίτσο του Ρίτσαρντ Στώλλμαν, από την ομιλία του στην Αθήνα στις 20/05/2015, όπου μας ενημέρωνε για τις πατέντες λογισμικού. Κάποτε -πολύ παλιά- είχα γράψει κι εγώ μια εργασία στο πανεπιστήμιο σχετικά με τις πατέντες/ευρεσιτεχνίες λογισμικού, η οποία είναι ακόμη λίγο-πολύ έγκυρη. 

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, διαδίκτυο, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
19 Μάρτιος, 2018

Αυτός ο δύστυχος χώρος της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα πάσχει από σοβαρή έλλειψη ανανέωσης και δημιουργικότητας. Τώρα έχει και νέο φορέα/κόμμα, το Κίνημα Αλλαγής. Να σχολιάσω δύο σημεία, από καθαρά και μόνο επικοινωνιακή άποψη, που όμως νομίζω ότι δίνουν ένα στίγμα:

Το όνομα/Κίνημα Αλλαγής:

Φαντασία μηδέν. Αλλαγή ήταν το σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 και πάλι (νέα) αλλαγή ήταν το σύνθημα του Γιώργου Παπανδρέου από το 2004 και μετά. Αλλαγή και τώρα! Μόνο που αλλαγή με τα ίδια και τα ίδια δε γίνεται.

Το λογότυπο/Το τρίχρωμο ρόδο:

Αυτό το ρόδο-ανεμιστήρας είναι το λιγότερο εμπνευσμένο λογότυπο μεγάλου κόμματος που έχω δει. Ο συμβολισμός του είναι τόσο αφόρητα και αβάσταχτα προφανής, που σχεδόν πονάω. Σου φωνάζει από μακριά ότι είναι 3/5 ΣΥΡΙΖΑ, 1/5 ΠΑΣΟΚ και 1/5 ΝΔ. Φωνάζει τις προφανείς εκλογικές προσδοκίες του κόμματος. Φίλε designer, που το σχεδίασες, σε νιώθω, σε καταλαβαίνω, δε σε κατηγορώ για τίποτα, έκανες τη δουλειά σου, έκανες ό,τι σου είπαν.

«Η φαντασία στην εξουσία», φώναζαν το Μάη του ’68, όσο παρεξηγημένη κι αν είναι η έννοια αυτής. Σίγουρα πάντως φαντασία δε σημαίνει να μένεις καθηλωμένος στις ίδιες κι απαράλλαχτες ιδέες, να μην εξελίσσεσαι. Το ίδιο τραγουδάει και ένα ρεμπετομπλούζ του Στέλιου Βαμβακάρη. Τουλάχιστον αυτός, στο δικό του πεδίο, επέδειξε και δημιουργικότητα και νεωτερισμό.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, πολιτικά, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
18 Μάρτιος, 2018

Η κόντρα οδηγών ταξί και μαζί τους Υπουργείου Μεταφορών ενάντια στη BEAT (πρώην TaxiBEAT) έφτασε στο δυσθεώρητης γελοιότητας σημείο να εγκαλείται ο ιδρυτής της εταιρείας Νίκος Δρανδάκης και να δίνει εξηγήσεις στη Συνεδρίαση της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής για το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Μεταφορών, ότι ουσιαστικά… δεν είναι ελέφαντας.

Αξίζει πραγματικά τον κόπο να παρακολουθήσει κανείς μερικά πολύ ενδιαφέροντα στιγμιότυπα, όπου ο κύριος Δρανδάκης, με χαρακτηριστική ψυχραιμία και υπομονή, απαντάει στις ανεκδιήγητες ερωτήσεις της επιτροπής, άλλοτε για θέματα απολύτως νόμιμα, άλλοτε για θέματα εντελώς άσχετα με την εταιρεία του. Κάθε τόσο, δε, παραδίδει απλά μαθήματα ηλεκτρονικού εμπορίου, ηλεκτρονικών συναλλαγών και διαδεδομένων πρακτικών των νεοφυών επιχειρήσεων (startups) του σήμερα.

Δυσκολεύεται κανείς να επιλέξει με τι να εξοργιστεί καλά-καλά πρώτα: με την άγνοια αυτών που θέτουν τις ερωτήσεις για θέματα σχεδόν κοινότοπα εν έτει 2018 και για τα οποία καλούνται να νομοθετήσουν σε μια χώρα που διψάει για ανάπτυξη ή με το προκλητικό και ενίοτε προσβλητικό, γεμάτο ειρωνικούς υπαινιγμούς ύφος τους.

Στο μυαλό μου η συζήτηση ακούστηκε κάπως έτσι:

 

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
18 Μάρτιος, 2018

Ο μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος αθωώθηκε από τις κατηγορίες για υποκίνηση βίας και μίσους, που τον βάραιναν βάση του λεγόμενου αντιρατσιστικού νόμου. Καλώς και αθωώθηκε. Ο αντιρατσιστικός νόμος είναι ένας νόμος, που, αν και αρχικά μοιάζει να εκφράζει κάτι δίκαιο, δηλαδή την εναντίωση στη βία και το μίσος, τελικά είναι ένας νόμος ηθικολογικός, που ποτέ δεν έχει αξιοποιηθεί για κάτι που έστω και να πλησιάζει τον σκοπό του. Τα πταίσματα που περιγράφει οφείλουμε ως ώριμη και φιλελεύθερη κοινωνία (που θα θέλαμε να είμαστε) να τα αντιμετωπίζουμε στο δημόσιο στίβο και όχι στα δικαστήρια.

Άρα, τόσο ο Αμβρόσιος, όσο και όλοι όσοι βρίσκονται κατηγορούμενοι με βάση αυτό το νόμο, καλό θα είναι να αθωωθούν και επιπλέον να μην ξανακατηγορηθεί κανείς πολίτης εξαιτίας του. Ας καταργηθεί ο ίδιος ο νόμος μια και καλή να τελειώνουμε. Θα πολεμούμε ανελέητα το μίσος και την ανοησία αλλά ειρηνικά και από άλλα μέτωπα.

Φυσικά, προσωπικά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλα όσα ευθαρσώς έγραψε ο Αμβρόσιος ενάντια ανθρώπων με διαφορετικό σεξουαλικό και φυλετικό προσανατολισμό α) πράγματι τα έγραψε, β) απευθύνονταν σε αυτούς που απευθύνονταν και γ) είναι απολύτως απαράδεκτα λόγια μίσους, ρατσισμού και σκοταδισμού.

Πέραν από τα παραπάνω βρίσκω τρία θεμελιώδη προβλήματα:

Πρόβλημα 1: Ένας ιερέας, και μάλιστα μητροπολίτης, μιας θρησκείας που διδάσκει την αγάπη εκφέρει δημόσια τέτοιο λόγο και μάλιστα η Εκκλησία την οποία εκπροσωπεί δεν κουνάει ούτε δαχτυλάκι για να τον συνετίσει. Είσαι δεν είσαι χριστιανός, η αγάπη και η αλληλεγγύη που η θρησκεία αυτή διδάσκει, καλό θα ήταν να σε διαπερνούν.

Πρόβλημα 2: Η ελληνική κοινή γνώμη, από τη μια δείχνει κατά πλειοψηφία να εναντιώνεται στη ρητορική του μίσους του Αμβροσίου, πράγμα θετικό, από την άλλη όμως δείχνει απογοητευμένη που ο ηθικολογικός αντιρατσιστικός νόμος τελικά δεν εφαρμόστηκε, πράγμα που δείχνει ότι δεν είναι τόσο ώριμη σε παρόμοια ζητήματα. Πιστεύει στο χέρι του μπαμπούλα που θα τιμωρήσει και θα υποχρεώσει τον πολίτη σε καλή διαγωγή.

Πρόβλημα 3: Αυτή η ρημάδα η δικαιοσύνη που (το ανέφερα και στην αρχή) καλώς αθώωσε μεν τον Αμβρόσιο, αλλά ενώ τα δεδομένα δείχνουν ότι η περίπτωσή του έκανε μπαμ από χιλιόμετρα ότι ταιριάζει στον αντιρατσιστικό νόμο. Οξύμωρο, το ξέρω. Είτε, λοιπόν, ο δικαστής έπραξε πολιτικά (τη χάρισε στον Αμβρόσιο; δεν πιστεύει στο αντιρατσιστικό νόμο;) είτε είναι απλά ανόητος, ε, τελικά δεν εφάρμοσε το νόμο.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι περιπτώσεις αυτές είναι ορόσημα για το δημόσιο διάλογο της χώρας και φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα, τα οποία έχουμε την ελπίδα να συζητηθούν και να αναλυθούν και, ίσως κάποτε, να βελτιωθούν.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
4 Φεβρουάριος, 2018

Ναι, η Μακεδονία είναι ελληνική. Ελληνικότατη! Τόσο ελληνική όσο δεν παίρνει. Όμως υπάρχει δυστυχώς και ένα «αλλά», το οποίο δε μπορούμε πλέον να αγνοούμε ή να του εναντιωνόμαστε στα τυφλά, όσα συλλαλητήρια κι αν κάνουμε κι όσες εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κι αν συμμετάσχουν σε αυτά.

Δε μπορούμε να αρνηθούμε απλά και πεισματικά ότι ο γεωγραφικός χώρος που αποκαλείται Μακεδονία τελειώνει ξαφνικά στα σύνορά μας. Ούτε ότι κάποιοι άνθρωποι πίσω από αυτά, ελλείψει άλλης εθνικής ταυτότητας και σε ανάγκη του όποιου -στρεβλού ίσως κατ ‘εμάς- αυτοπροσδιορισμού τους, και μέσα στο απίθανο αυτό καζάνι λαών που λέγεται Βαλκάνια, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες. Ούτε ότι αργότερα ονομάζουν τη χώρα τους Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας και μετά απλώς Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αυτά είναι ιστορικά, πολιτικά και γεωγραφικά δεδομένα! Πρέπει αναγκαστικά να κινούμαστε βάσει αυτών, γνωρίζοντάς τα κι αυτό δεν είναι μειοδοσία, είναι ρεαλισμός.

Στο θέμα, δε, του ονόματος υπάρχουν πολλές μάχες που έχουν πλέον κριθεί στο παγκόσμιο σκηνικό από το 1992 κι έπειτα. Το όνομα Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) είναι κάτι που η χώρα μας έχει ήδη επισήμως αποδεχθεί σε πρόσφατες και όχι παλαιές διεθνείς συνθήκες. Η όποια θεωρητική επιμονή μας στην αφαίρεση του όρου Μακεδονία από το όνομα της γείτονος αποτελεί πλέον απλώς δείγμα άγνοιας και εσωστρέφειας, που οι διεθνείς σχέσεις δεν κατανοούν και δεν συγχωρούν.

Από την άλλη, κανείς δεν ισχυρίζεται ότι πρέπει να αποδεχθούμε τη στρέβλωση της ιστορίας και την προσβολή των εθνικών μας συμβόλων. Σε καμία περίπτωση! Όμως η μάχη για αυτά δεν κρίνεται εδώ, δεν κρίνεται στο όνομα, κρίνεται αλλού, στο χώρο της επιστήμης (η ιστορία, η γλώσσα, τα σύμβολα) στο χώρο των διεθνών σχέσεων (τα αδιαπραγμάτευτα σύνορα και άλλα εθνικά συμφέροντα) και βέβαια στο χώρο της οικονομίας (όπου η γείτων δεν είναι παρά ένα μικρό κλάσμα του μεγέθους της ελληνικής).

Φυσικά, ένα συλλαλητήριο αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών και τρόπο έκφρασης του συναισθήματός τους. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει Έλληνας που δεν αισθάνεται έστω κάποιου είδους ελάχιστο αρνητικό συναίσθημα στο άκουσμα ενός ονόματος όπως το ΠΓΔΜ. Πόσο μάλλον στην όποια σκέψη καπηλείας εθνικών, ιστορικών συμβόλων μας. Το λαϊκό συναίσθημα, ακόμη και το πιο αυθόρμητο και αδόμητο, πρέπει να εκφράζεται. Όσο έχει δικαίωμα ο πολίτης της γείτονος να αυτοπροσδιοριστεί με τον τρόπο που επιθυμεί, άλλο τόσο έχει δικαίωμα και ο πολίτης αυτής της χώρας να διαδηλώσει το δικό του συναίσθημα εντός και εκτός της χώρας του. Ως προς αυτό, το αίτημα «η Μακεδονία είναι ελληνική» είναι -όχι μόνο ιστορικά- ορθό αλλά είναι πάντα επίκαιρο και, ναι, ας ακούγεται.

Βέβαια, είναι ένα σύνθημα βαθιά συναισθηματικό, που δε μπορεί να καθορίζει στην κυριολεξία την εξωτερική μας πολιτική. Τη Μακεδονία θα τη διατηρήσουμε ελληνική, στο βαθμό που είναι ελληνική ιστορικά, συμβολικά και γλωσσικά. Αλλά θα πρέπει να αποδεχθούμε τη δεδομένη πολιτική γεωγραφία του σήμερα, τις τρέχουσες διεθνείς διαδικασίες, συνεχίζοντας να αγωνιζόμαστε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα μέσω και εντός αυτών.

Ελπίζω σε 10 χρόνια να μην έχουμε ξεχάσει τα όσα συμβαίνουν σήμερα. Να μην τα ξεχάσουμε ούτε σε 100 χρόνια. Αλλά να έχουμε ξεπεράσει την εσωστρέφεια και την τάση για εθνική απομόνωση και να συνυπάρχουμε ειρηνικά με μια γειτονική χώρα που, από ότι φαίνεται θα έχει πράγματι τον όρο Μακεδονία στο όνομά της, αλλά η οποία θα είναι αδύνατον να μας επιβληθεί πολιτισμικά και οικονομικά ή να έχει τις όποιες άλλες αλυτρωτικές αξιώσεις απέναντί μας. Να είναι αδύνατον να μας επιβληθεί, γιατί θα είμαστε μια χώρα με οικονομία που αναπτύσσεται δυναμικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(Δεν ασχολούμαι καν με την πολιτική εργαλειοποίηση και εκμετάλλευση του συλλαλητηρίου ή τις όποιες γραφικότητες συμβαίνουν σε αυτό ή με την ανάδειξη ακροδεξιών πολιτικών τάσεων, ακραίων εθνικοφρόνων και δειγμάτων θρησκευτικού παρεμβατισμού με αφορμή αυτό. Αυτά είναι παραφυάδες.)

Ποια μπορεί να είναι η εθνική μας γραμμή; Μόνο μία: σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες και μια κάποια κοινή, υπερκομματική, ψύχραιμη εθνική στρατηγική που να εξασφαλίζει πρώτα από όλα τα σύνορα της χώρας κι έπειτα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντά της στον κόσμο, την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

[Photo credit συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, 1909, κίνημα στο Γουδί, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο]

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
3 Φεβρουάριος, 2018

Το GDPR μπαίνει για τα καλά στη ζωή μας από το Μάιο του 2018. Μέσα στη ζωή μας ήταν δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια, ως Ευρωπαϊκή νομοθεσία σε περίοδο προσαρμογής, αλλά τώρα η νομοθεσία αυστηροποιείται, συμπυκνώνεται και συνοδεύεται από αυστηρά πρόστιμα. Έχει, δε, άμεση ισχύ από τις 25/05/2018.

Θα αφορά κάθε -μα κάθε- εταιρεία ή επαγγελματία, που με οποιονδήποτε τρόπο διαχειρίζεται προσωπικά δεδομένα άλλων ατόμων. Προσωπικά δεδομένα είναι ονόματα, διευθύνσεις (φυσικές και ηλεκτρονικές), φωτογραφίες και γενικά οτιδήποτε μπορεί να αξιοποιηθεί για την ταυτοποίηση ενός προσώπου.

Σκοπός του GDPR (General Data Protection Regulation) είναι πάνω απ’ όλα η προστασία του ατόμου και των προσωπικών του δεδομένων, η ενεργή ευαισθητοποίηση της αγοράς γύρω από τα ζητήματα αυτά, η τακτοποίηση θεμάτων εξαγωγής προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ αλλά και η εναρμόνιση όλων των χωρών της ΕΕ υπό αυτό το ενιαίο καθεστώς.

Για το GDPR θα μιλήσουμε πολύ τον επόμενο καιρό, όμως αυτή τη στιγμή θα ήθελα να σου διαλύσω μερικούς μύθους που ήδη έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν με τρόπο αρκετά προκλητικό και υπερβολικό. Μύθοι που αφορούν το τι είναι, τι δεν είναι, το τι πρέπει να κάνουμε για αυτό, το πόσο θα κοστίσει.

ΜΥΘΟΣ 1: Ο DATA PROTECTION OFFICER (DPO)

Κυκλοφορεί εσχάτως ο όρος «Data Protection Officer» για να προσδιορίσει τον άνθρωπο εκείνο μέσα σε μια εταιρεία, ο οποίος θα είναι γενικά υπεύθυνος για το πώς η εταιρεία εφαρμόζει σωστά τον κανονισμό. Στην πραγματικότητα είναι ένας ρόλος και όχι μια θέση. Παρουσιάζεται ως θέση από αυτούς που πωλούν χαρτιά, πιστοποιήσεις και σεμινάρια για να σε κάνουν… DPO. Γενικά η αγορά δεν έχει κάποια γενικά αποδεκτή περιγραφή για τον όρο αυτό και, αν τον αναζητήσετε στο διαδίκτυο, δε θα βρείτε τίποτα αντίστοιχο του CEO, του CTO, του CIO, κοκ.

ΜΥΘΟΣ 2: Ο DPO ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ

Όχι δεν είναι υποχρεωτικό και δεν είναι υποχρεωτικό αυτός να είναι οργανικό μέλος της εταιρείας. Όμως, ναι, η εταιρεία οφείλει να έχει δηλωμένη πολιτική επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και ως προς αυτό ο νόμος είναι πράγματι αυστηρός.  Άλλο όμως το ένα και άλλο το άλλο. Εικάζω ότι μόνο οι πολύ μεγάλες εταιρείες και πολυεθνικές, ακριβώς λόγω του μεγέθους τους, θα θελήσουν να καλύψουν αυτό το ρόλο αυτό εσωτερικά. Οι υπόλοιπες είτε θα το κάνουν outsource είτε θα το καλύψουν με τα υπάρχοντα άτομά τους.

ΜΥΘΟΣ 3: Η ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

Εδώ τραβάμε τα μαλλιά μας. Κυκλοφορούν ήδη πιστοποιήσεις για τον παραπάνω ρόλο. Περιττό είναι να πούμε ότι οι  πιστοποιήσεις αυτές έχουν τόση αξία όση το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώνονται. Δεν υπάρχει κανενός είδους επίσημη αναγνώριση για αυτές τις πιστοποιήσεις, εγχώρια ή Ευρωπαϊκή. Πρόκειται για μια αγορά που στήνεται γύρω από ένα κατά τα άλλα υπαρκτό ζήτημα αλλά με σκοπό την κερδοσκοπία.

ΜΥΘΟΣ 4: ΤΟ «ΣΥΣΤΗΜΑ» ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ

Το σύστημα! Κυκλοφορούν άρθρα από μεγάλα ειδησεογραφικά website και αναφέρουν πράγματα όπως ότι «Έως τις 25 Μαΐου, θα πρέπει όλες οι εταιρείες που διαχειρίζονται προσωπικά δεδομένα, να εντάξουν ένα ηλεκτρονικό σύστημα προστασίας των δεδομένων, όπως ισχύει σε άλλες χώρες της ΕΕ. Το νέο σύστημα κοστίζει 5.000-6.000€». Σας διαβεβαιώ ότι ένα τέτοιο καθολικό σύστημα διαχείρισης και προστασίας προσωπικών δεδομένων πολύ απλά δεν υπάρχει. Και δεν είναι σχήμα λόγου αυτό. Δεν υπάρχει!

Αν θες να πάρεις έγκυρη πληροφορία για το GDPR μπορείς να διαβάζεις το Lawspot αλλά και τον επίσημο σχετικό ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόμη, καλό θα είναι να διαβάζεις τις υπερβολές με λίγη καχυποψία.

Τελικά το GDPR είναι κάτι σημαντικό και είναι βέβαιο ότι θα μας απασχολήσει μέσα στο 2018. Κι αυτό είναι καλό. Θα πρέπει όμως να μας απασχολήσει επιτέλους στα σοβαρά και με σοβαρό τρόπο, χωρίς υπερβολές και ακρότητες. Τον επόμενο καιρό θα έχουμε να πούμε πολλά σχετικά, γι’ αυτό μείνετε συντονισμένοι.

[photo credit]

εκτύπωση Κατηγορίες: GDPR, απόψεις, διαδίκτυο, πολιτικά, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
20 Νοέμβριος, 2017

Πώς να αρχίσω να εξηγώ για το WordCamp Athens! Από τις πρώτες συναντήσεις, 5 χρόνια πριν, για να ξεκινήσουμε ένα WordPress meetup στην Αθήνα, να το κάνουμε τακτικό, να μαζέψουμε και να οργανώσουμε την ελληνική κοινότητα του WordPress, να μεταδώσουμε το μήνυμα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, μέχρι πέρυσι, όπου οι προσπάθειες κορυφώθηκαν, έχει κυλήσει τόσο νερό στο αυλάκι, ώσπου να καταλήξουμε σε αυτό:

Είναι η οργανωτική ομάδα του WordCamp Athens 2016, του μεγάλου συνεδρίου του WordPress και των τεχνολογιών του διαδικτύου, που έγινε σαν σήμερα, ένα χρόνο πριν, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Το πιο όμορφο πράγμα σε μια τέτοια προσπάθεια είναι η αρμονική (ενίοτε όχι και τόσο αρμονική και καμιά φορά τρικυμιώδης, αλλά πάντα δημιουργική) συμμετοχή τόσων ωραίων ανθρώπων στην προσπάθεια για ένα κοινό στόχο (ακόμη κι αν λείπουν από τη φωτογραφία ή αν προστέθηκαν με Photoshop).

Σε λίγες μέρες, στις 9 Δεκεμβρίου, έρχεται το WordCamp Athens 2017 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αυτή τη φορά, και η Αθήνα βρίσκεται και φέτος δυναμικά μέσα στον παγκόσμιο χάρτη των WordCamps. Όταν ηρεμήσουμε λιγάκι από την πίεση των ημερών θα σας τα πω αναλυτικότερα.

ΥΓ: Στη διαδρομή αυτή αξίζουν να αναφερθούν και να ευχαριστήσουμε μια πληθώρα άλλων ανθρώπων, που, είτε σε μόνιμη βάση, είτε κατά περίσταση, βοήθησαν να γίνουν πραγματικότητα η ελληνική κοινότητα του WordPress, το WordPress Athens meetup και το WordCamp Athens. Φίλοι, συνεργάτες, ομιλητές, χορηγοί, υποστηρικτές. Θα τα πούμε αυτά κάποια στιγμή στο μέλλον αναλυτικά.

εκτύπωση Κατηγορίες: wordpress greek community, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
16 Νοέμβριος, 2017

Μέρες που είναι, 17 Νοέμβρη, ζεσταμένοι από την πρόσφατη δημόσια συζήτηση για την προσωρινή άδεια αποφυλάκισης του Κουφοντίνα της πάλαι ποτέ 17Ν, για 7η χρονιά σε οικονομική ύφεση, ακόμη εντός μνημονίων και υπό την κυβέρνηση μιας «πρώτης φοράς αριστερά», που μόλις φορτώθηκε και μια πολύνεκρη φυσική καταστροφή (Μάνδρα), είναι αναμενόμενο να αναζωπυρωθεί και η συζήτηση για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο; Η απάντησή μου είναι ότι δεν ξέρω από πρώτο χέρι, αλλά θα ανατρέξω σε αυτά που γράφονται. Είναι κάπως εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτά που γράφονται συμφωνούν μεταξύ τους. Οι διαφωνίες είτε είναι τόσο μικρές, που σε κάνει να απορείς γιατί το θέμα συζητιέται τόσο και με τόση εριστικότητα, είτε είναι τόσο φορτισμένες με πολιτικό πρόσημο που εύκολα τις φιλτράρεις.

Οι πηγές δείχνουν να συμφωνούν ότι α) μέσα στο Πολυτεχνείο κατά τη διάρκεια της κατάληψης ή την έφοδο των τανκς δεν υπήρξε κάποιος νεκρός β) η βίαιη είσοδος των τανκς συνέβη γ) υπάρχουν 24 διαπιστωμένοι νεκροί που προέκυψαν από την επέμβαση στρατού και αστυνομίας στη γύρω περιοχή του Πολυτεχνείου κατά τη διάρκεια των γεγονότων γ) αναφέρονται 16 αγνώστων στοιχείων νεκροί και ε) υπάρχουν 1103 διαπιστωμένοι τραυματίες.

Οι πηγές λοιπόν (Wikipedia με τις σχετικές παραπομπές, το πόρισμα βασιλόφρονος εισαγγελέα Τσεβά το 1974, τ0 Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, κλπ) συμφωνούν πάνω-κάτω στα παραπάνω νούμερα. Το ίδιο το καθεστώς στις 19/11/1973, δυο μέρες μετά, παραδέχεται έναν πρώτο αριθμό 11 νεκρών. Αυτός ο αριθμός δεν αποδεικνύει την αλήθεια των 24 νεκρών, αλλά αποτελεί σαφώς θετική ένδειξη. Από την άλλη, η απέναντι πλευρά δεν κάνει άλλους πιο υπερβολικούς ισχυρισμούς ισχυρισμούς για τους νεκρούς αυτούς, αν δει κανείς πχ τον αριθμό του προσκλητηρίου των νεκρών στη ιστοσελίδα του Ριζοσπάστη (88 νεκροί για όλη την περίοδο της χούντας).

Επομένως, εδώ έχουμε μια κατασκευασμένη διαφωνία με σκοπό προφανή και μικροπολιτικό. Οι νεκροί και οι τραυματίες υπάρχουν. Δεν προέκυψαν από την ίδια την είσοδο των τανκς αλλά η βίαιη είσοδος των τανκς είναι κάτι που συνέβη. Βέβαια, οι νεκροί και οι τραυματίες προέκυψαν από τα ευρύτερα γεγονότα στην περιοχή του Πολυτεχνείου και τις δυνάμεις που στάλθηκαν στην περιοχή. Πρακτικά δεν υπάρχει καν ιστορική διαφωνία σε αυτό το θέμα.

Η μόνη διαφωνία βρίσκεται στην προσπάθεια της αριστεράς να αναδείξει και να δραματοποιήσει επιπλέον το γεγονός, αναφερόμενη με το γενικό όρο «νεκροί του Πολυτεχνείου» και η προσπάθεια της δεξιάς να μειώσει το γεγονός επισημαίνοντας αυτή την υπερβολή της αριστεράς. Τι θα άλλαζε δηλαδή αν έστω και ένας φοιτητής είχε πράγματι πατηθεί από τα τανκς; Δεν είναι αρκετά νεκροί και θύματα της βίας οι άλλοι που έχασαν τη ζωή τους από κακοποίηση, σφαίρες ή τα δακρυγόνα τριγύρω από το Πολυτεχνείο; Θα έπρεπε να είναι είτε όλοι ήρωες και αγωνιστές (αριστερή υπερβολή) ή απλοί τυχαίοι περαστικοί (δεξιά υπερβολή);

Αν η ιστορική έρευνα μπορέσει να αποδώσει κάποια άλλα αποτελέσματα, διαφορετικά από αυτά που παραθέτω παραπάνω, ασφαλώς ας το κάνει, καθαρά και απαλλαγμένη από πολιτικές φορτίσεις. Εφόσον όμως κάποια πράγματα μοιάζουν να μην είναι πρακτικά αντικείμενο ουσιαστικής διαφωνίας, γιατί να μην επικρατήσει εντωμεταξύ η ψυχραιμότερη άποψη, ότι έγινε μια εξέγερση, ενάντια σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και στα πλαίσια αυτής υπήρξαν τόσοι περίπου νεκροί και τραυματίες και τελοσπάντων να καταλήξουμε ότι σε κανέναν δεν αρέσουν οι χούντες, που είναι και το πιο σημαντικό και να τσακωθούμε για το τι είναι καλύτερο να κάνουμε σήμερα;

Γιατί πρέπει να επιμένουμε μονίμως στο διχασμό και όχι σε αυτά που μας ενώνουν;

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
11 Νοέμβριος, 2017

Η υπέροχη ελληνική πραγματικότητα, που τόσες αφορμές για απογοήτευση αλλά και στιγμές ψυχικής ανάτασης μας έχει χαρίσει τα τελευταία χρόνια, μας έδωσε ακόμη μία, λιγάκι επική αυτή τη φορά, με τον «Κώστα» από το Δήμο Περιστερίου και το δημόσιο διαγωνισμό, που έφτασε να δημοσιευτεί στη Διαύγεια, έχοντας οι συντάκτες του ξεχάσει μέσα σχόλια ο ένας προς τον άλλον, τα οποία φανερώνουν ότι ο διαγωνισμός ήταν αυτό που λέμε «φωτογραφικός».

Το internet και τα social media πήραν αμέσως φωτιά, κυρίως για να αστειευτούν με το θέμα, να το σατιρίσουν, να το κοροϊδέψουν. Άλλωστε πρόκειται για κοινό μυστικό. Όλοι ξέρουμε ότι οι διαγωνισμοί στήνονται, ότι οι γιατροί παίρνουν φακελάκια, κλπ. Δε μπορεί βέβαια να αρνηθεί κανείς ότι υπήρχε και μια εγγενής φαιδρότητα στην υπόθεση, με την ατάκα «Κώστα, τις έχουν οι προμηθευτές που θέλουμε;». Ο Κώστας και αυτός που του μιλά θα πρέπει να εύχονται να ανοίξει η γη να τους καταπιεί. Ελπίζω, δηλαδή.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή η πρακτική «στησίματος» διαγωνισμών είναι τόσο κοινή και συνηθισμένη, που η αποκάλυψή της δε συνιστά καν νέο. Είναι κωμικοτραγικό αλλά δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Εντύπωση προκαλεί μόνο ο τρόπος με τον οποίο έγινε η αποκάλυψη και το γεγονός ότι όλα πλέον βρίσκονται υπό το μεγεθυντικό φακό του internet και των social media.

Το στήσιμο όμως, δε χρησιμοποιείται μόνο για να δοθούν τα έργα στους «δικούς» μας ή, ακόμα πιο σωστά στους «συνεργάτες» μας. Μην ξεχνάμε ότι το στήσιμο συνοδεύεται συχνά και από μίζα και λάδωμα. Στις καλές δεκαετίες του ’90 και του ’00 οι εταιρείες που ζούσαν από δημόσια έργα περιλάμβαναν εξαρχής -υπογείως φυσικά- στο budget τους και την αμοιβή αυτού που συνεργαζόταν μαζί τους από την απέναντι πλευρά. Αυτό ήταν κοινό μυστικό και πάγια τακτική μιας διαστρεβλωμένης αγοράς, που οπωσδήποτε δεν εφευρέθηκε σήμερα και ούτε από την τρέχουσα κυβέρνηση.

Όμως υπάρχει και άλλη μια παράμετρος στη στρέβλωση, που την κάνει ακόμη πιο διεστραμμένη. Στις περιπτώσεις όπου κάποιο δημόσιο έργο ερχόταν σε δημόσιο διαγωνισμό με καθαρές και τίμιες προθέσεις, είχε να αντιμετωπίσει αυτήν ακριβώς την ίδια νοοτροπία και μια αγορά που είχε επί χρόνια στηθεί και προσαρμοστεί σε αυτές τις τακτικές. Έτσι, ο τίμιος δημόσιος λειτουργός, που ήθελε η δουλειά του πραγματικά να γίνει, ερχόταν στην περίεργη θέση να αναγκάζεται να κάνει πρώτα έρευνα αγοράς, πιθανώς να ζητήσει βοήθεια από την ίδια την αγορά για να συντάξει προδιαγραφές κι έπειτα, έχοντας καταλήξει σε προμηθευτή, να «στήσει» το διαγωνισμό έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι αυτός που έχει προ-επιλέξει θα τον κερδίσει κιόλας.

Αν το δει κανείς αυτό το τελευταίο με όρους ελεύθερης αγοράς, είναι και φυσικό. Ένας διευθυντής έχει κάθε δικαίωμα να επιλέξει με βάση την κρίση και την εμπειρία του όποιον προμηθευτή θεωρεί πιο ταιριαστό και φυσικά να πάρει πάνω του το βάρος της ευθύνης της επιλογής του. Αλλά στο δημόσιο τομέα ευθύνη δεν υπάρχει, αξιολόγηση δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η επιθυμία για «τέλειους» διαγωνισμούς, με πολλούς κανόνες και λίγα αποτελέσματα, που είναι ανέφικτο να διοργανωθούν και έτσι όλοι προσαρμόζονται τριγύρω τους αντιστοίχως.

Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την ελλιπή στελέχωση του ανθρώπινου δυναμικού του δημοσίου για την οποία δε φταίνε πάντα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι σε αυτό. Δεν είναι δυνατόν πχ ένας δήμος ή μια υπηρεσία να έχει μέσα της ανθρώπους που να είναι ικανοί να συντάξουν αποτελεσματικές προδιαγραφές για πάσης φύση έργο, από την αποχέτευση και τα σκουπίδια μέχρι τον πολιτισμό και την πληροφορική. Όμως είναι αναγκασμένοι να το κάνουν, δίνοντας έτσι ακόμη περισσότερο χώρο στην τακτική της ρεμούλας και της μίζας. Από μια άποψη δηλαδή και πάλι το σύστημα προσαρμόζεται αυθόρμητα στις συνθήκες που κανείς του θέτει.

Ένα καλό, παράπλευρο συμπέρασμα που βγαίνει από αυτή την υπόθεση είναι ότι τα δημόσια και ανοικτά δεδομένα είναι μείζονος σημασίας για τη λειτουργία ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους. (Λίγο ακόμα και θα καταφέρουμε να έχουμε και αξιολόγηση!) Το εν λόγω θέμα, για παράδειγμα, έγινε αντιληπτό ακριβώς επειδή κάθε δημόσιος διαγωνισμός αναρτάται υποχρεωτικά στο σύστημα της Διαύγειας, έτσι ώστε να είναι διαθέσιμος σε κάθε πολίτη, δημοσιογράφο, ερευνητή, κοκ.

Και τα δεδομένα του κράτους θα πρέπει Α) να είναι δημόσια, δηλαδή να διατίθενται ελεύθερα και δωρεάν και μάλιστα σε μέσο εύκολα προσβάσιμο από όλους, αυτό είναι το internet στις μέρες μας και Β) να είναι ανοικτά, δηλαδή άμεσα αξιοποιήσιμα, με δυνατότητες για ανάκτησή τους τεχνικά (APIs), χωρίς κρυπτογραφήσεις ή άλλα κρυπτικές μεθόδους που κάνουν την επεξεργασία τους δύσκολη.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, διαδίκτυο, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια