26 Απριλίου, 2026

Το έχω γυρίσει λίγο ξανά στην ανάγνωση έντυπης εφημερίδας τελευταία. Είναι λίγο που οι Κυριακές μοιράζονται πλέον πολύ σε πάρκα και παιδικές χαρές που μπορεί το παιδί να ξεδώσει λίγο και οι μεγάλοι να χαλαρώσουν και να συζητήσου. Είναι και που χαζεύουμε μετά την εφημερίδα και τα ένθετά της μαζί και συζητάμε διάφορα πράγματα. Θα εκπλαγείτε από τα πόσα πράγματα μπορεί να συζητήσει κανείς με έναν εξάχρονο. Βοηθά και η ποικίλη ύλη της κυριακάτικης εφημερίδας και τα πολλά ιστορικά θέματα. Πχ κάποια από τα πρόσφατα ήταν τα 200 χρόνια από την έξοδο του Μεσσολογγίου, τα 40 χρόνια από το ατύχημα στο Τσερνόμπιλ και σχεδόν πάντα δημοφιλή είναι θέματα από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Που πολύ τον κουράζουμε και πολύ δημοφιλής σταθερά είναι αλλά νομίζω έχουμε δημιουργήσει μια απόσταση από αυτόν πλέον που μας κάνει να ξεχνούμε σημαντικές διδαχές του. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα εδώ.

Οι Κυριακάτικες εφημερίδες είναι κάτι σαν περιοδικά ποικίλης ύλης με θεματολογία από την επικαιρότητα και την ιστορία που έχουν μέσα τα πάντα: πολιτική, αθλητισμός, τέχνες, ιδέες. Το να βγει ένα τέτοιο τεύχος -στο μυαλό μου- απαιτεί κόπο, πειθαρχία και συντονισμό που νομίζω ότι αντικατοπτρίζεται στο τελικό αποτέλεσμα και που οι ηλεκτρονικές εκδόσεις έχουν χάσει ή τελοσπάντων μόνο μερικώς και εντοπισμένα έχουν πετύχει. Φυσικά έχουν πετύχει αλλού γιατί οι δυνατότητές τους είναι άλλες. Αλλά ούτε κι αυτό είναι το θέμα εδώ.

Στη σημερινή Κυριακάτικη Καθημερινή, λοιπόν, διαβάζω μια αποστροφή που μου θυμίζει πόσο στρεβλά παρατηρούμε και ερμηνεύουμε τις σχέσεις των δύο φύλων σήμερα. Χρησιμοποιούμε ένα πρίσμα πολωτικό που αφήνει να περάσουν από μέσα του μόνο ερμηνείες διχαστικές και πολεμικές. Τα δύο φύλα ανταγωνίζονται -πουθενά δε θα ακούσεις ότι συνεργάζονται σε έναν κοινό αγώνα- και έχουν σχέσεις καταπιεστή και καταπιεζόμενου -κατά την παραδοσιακή μαρξιστική θεώρηση, που έχει περάσει από τις τάξεις και την πάλη μεταξύ τους στα φύλα. Να τι λέει το απόσπασμα αυτό:

Ελάχιστοι άνδρες επιλέγουν συνειδητά ως ερωτικές συντρόφους γυναίκες που κείνται νοητικά στο επίπεδο που οι ίδιοι αξιολογούν τον εαυτό τους. Η ευκαιριακή ικανοποίηση του σεξουαλικού αρπακτικού τείνει να είναι πολύ πιο παραγωγική για την τόνωση του ναρκισσιστικού “εγώ” από οποιαδήποτε μακροχρόνια ερωτοτροπία με μια αξιακά ισοδύναμη σύντροφο.

Δύσκολα βρίσκεις τόσα λάθη σε τόσο λίγες λέξεις. Θα τα πάρω ένα προς ένα, αλλά πρώτα να εξηγήσω ότι η κριτική μου δεν αφορά μόνο τη δική μου εντύπωση για την πραγματικότητα αλλά αυτή που καταγράφεται από τον κλάδο της εξελικτικής ψυχολογίας, κλάδος ανθρωπολογικός/βιολογικός, που μελετά την εξέλιξη της συμπεριφοράς του ανθρώπου (ηθικά, ψυχολογικά, ερωτικά, κοινωνικά, κλπ) με πρίσμα επιστημονικό και με γνώμονα της θεωρίας της εξέλιξης των ειδών. Είναι επιστημονική γιατί διατυπώνει επιστημονικές θεωρίες και συγκρίνει παρατηρήσεις από διαφορετικές περιοχές του κόσμου, χρονικές περιόδους και άλλα είδη συγγενικά με τον άνθρωπο. Δεν κάνει δηλαδή φιλοσοφία ή κοινωνικό σχολιασμό ούτε λειτουργεί με την έμπνευση ενός οξυδερκή κοινωνικού σχολιαστή.

Λάθος 1: η παρατήρηση για τους άνδρες δεν αφορά στο νοητικό επίπεδο των γυναικών αλλά αυτό σε που λέμε κοινωνικό στάτους (πόροι, φήμη, σταθερότητα, ασφάλεια). Οι γυναίκες εξελικτικά έχουν μεγαλύτερη τάση να ζευγαρώνουν με άνδρες μεγαλύτερου στάτους και οι άνδρες με γυναίκες χαμηλότερου. Αυτό δεν έχει να κάνει με τη νοητική ικανότητα! Φυσικά αυτό έχει εξομαλυνθεί πολύ στα χρόνια μας όπου όλοι σχεδόν συμμετέχουμε στην αγορά εργασίας αλλά και μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξακολουθεί να ισχύει σε μικρότερη έκταση.

Λάθος 2: εξελικτικά δεν είναι οι άνδρες που προκάλεσαν την παραπάνω συμπεριφορά αλλά οι γυναίκες. Η εξελικτική εξήγηση λέει ότι τα ανθρώπινα θηλυκά επιλέγουν σύντροφο με βάση το στάτους. Τα αρσενικά είναι πολύ περισσότερο διαθέσιμα ερωτικά αλλά δεν είναι αυτά που δίνουν την τελική έγκριση. Μια ματιά στην κοινωνία νομίζω το κάνει αυτό οφθαλμοφανές. Ε, έχει και εξήγηση.

Λάθος 3: το σχόλιο αυτό είναι μισογυνικό. Θεωρεί δηλαδή ότι οι άνδρες επιλέγουν τις γυναίκες που θέλουν, σαν αυτές να μην έχουν ρόλο στην επιλογή (δες λάθος 2, όχι μόνο έχουν ρόλο στην επιλογή, είναι μάλιστα εκείνες που κάνουν την επιλογή) και μάλιστα θεωρεί ότι αυτές έχουν και κάποιο κατώτερο νοητικό επίπεδο. Τις υποτιμά νοητικά ξεκάθαρα.

Λάθος 4: όλο αυτό δε γίνεται συνειδητά. Οι συμπεριφορές αυτές είναι γραμμένες στα γονίδιά μας και σε εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια εξέλιξης. Είναι κατά κάποιον τρόπο ενστικτώδεις. Οι κοινωνίες θέτουν φυσικά με την επίδρασή τους τα όρια, μπορεί να είναι ισότιμες ή πατριαρχικές ή και σπανιότερα μητριαρχικές, όμως στατιστικά κινούνται σε αυτό το πλαίσιο. Πρόκειται για παρατήρηση εξελικτική, το επαναλαμβάνω, όχι για κρίση ενός κοινωνικού παρατηρητή και τις απόψεις του.

Λάθος 5: διαιωνίζει το μύθο του άνδρα-αρπακτικού και της γυναίκας-θηράματος. Λες και το ερωτικό παιχνίδι, η συντροφικότητα, η οικογένεια δεν είναι ένας κοινός αγώνας μέσα στη ζωή αλλά μια μαρξιστικού τύπου πάλη, όπου η μια πλευρά-τάξη είναι καταδικασμένη σχεδόν να καταπιέζει την άλλη πλευρά-τάξη. Λες και η υποτιθέμενη καταπιεζόμενη πλευρά δεν έχει βούληση και δεν έχει δύναμη. Έχει μόνο το ρόλο του θύματος που ζητά λύτρωση.

Μια ενδιαφέρουσα κριτική που άκουσα στα παραπάνω πρόσφατα έρχεται από μια παραδοσιακή μαρξιστική προσέγγιση. Η Catherine Liu λέει ότι η σύγχρονη αριστερά έχει απολέσει τις παραδοσιακές της αξίες και έχει δώσει έμφαση σε έννοιες όπως η αυτο-θυματοποίηση του ατόμου. Επενδύει στην ιδέα ενός αδύναμου ατόμου που ζητά σωτηρία από το σύστημα ενώ εστιάζει συνεχώς στο τραύμα του, στην ταυτότητά του, στην εσωτερική του εμπειρία. Λέει ότι η δύναμη του ατόμου είναι αυτή που θα το σώσει και όχι η αδυναμία. Η δύναμη της εργατικής τάξης. Όχι η αδυναμία. Στους στόχους της εργατικής τάξης διαφωνώ, μιας και μου βγαίνουν πολύ σοσιαλιστικοί εν προκειμένω, αλλά η κριτική είναι εύστοχη. Η αριστερά έχει δημιουργήσει μια μεσαία τάξη-ελίτ που διδάσκει την αυτο-θυματοποίηση και αυτή η ελίτ είναι που θα σώσει τα θύματα.

Τα παραπάνω λάθη βλέπω να ανακυκλώνονται πολύ και εύκολα, χωρίς αντιρρήσεις στο δημόσιο διάλογο και δηλητηριάζουν τις σχέσεις ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες. Δημιουργούν δυσπιστία και απόσταση ανάμεσα στο 50% του ανθρώπινου πληθυσμού σε σχέση με το άλλο 50%. Και βέβαια οι τάσεις αυτές λειτουργούν στατιστικά και με κατανομές. Λειτουργούν σαν κύματα, σαν ένα εκκρεμές που γέρνει πότε προς τα εδώ και πότε προς τα εκεί και δε μπορεί να ισορροπήσει σε μια υγιή μέση.

Και σαν εντυπωσιακή συγκυρία στο ίδιο φύλλο της ίδιας εφημερίδας διαβάζω την ίδια μέρα για μια έρευνα του βρετανικού και επίσης αριστερού New Statesman για τις απόψεις των φύλων του ενός για το άλλο. Μπορείτε να δείτε και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση των ευρημάτων της έρευνας αυτής από τις δημοσιογράφους του με τον όχι τυχαίο τίτλο “Why do young women hate men?“. Γιατί οι νέες γυναίκες μισούν τους άντρες; Ας δούμε τι λέει η έρευνα και αν τα αποτελέσματά της θυμίζουν καταστάσεις και απόψεις που μαρτυρούμε στην καθημερινότητά μας σήμερα.

  • Στις ηλικίες κάτω των 30, το 72% των ανδρών έχουν καλή εικόνα για τις γυναίκες
  • Στις ηλικίες κάτω των 30 μόνο το 50% των γυναικών έχουν θετική εικόνα για τους άνδρες
  • Στις ηλικίες ειδικά κάτω των 25 μόνο το 35% των γυναικών έχουν θετική εικόνα για τους άνδρες

Όπως αναρωτιούνται και οι συντάκτριες του New Statesman “πότε πρόλαβαν όλες αυτές οι γυναίκες να έχουν τόσες πολλές κακές απόψεις για τους άνδρες;”. Αλλά και τελείως ουδέτερα να το δει κανείς, πώς είναι δυνατόν να έχει καν ένας άνδρας ή μια γυναίκα συνολικά κακή εικόνα για το άλλο φύλο; Πώς είναι δυνατόν η πλειοψηφία των βιωμάτων του από αυτό να είναι αρνητική. Κοινώς, πώς είναι δυνατόν πάνω από τις μισές σου αλληλεπιδράσεις με το άλλο φύλο να είναι στατιστικά αρνητικές; Σίγουρα αρκεί μια πολύ κακή, όμως αυτό δεν αντέχει στη γενική στατιστική. Δεν ξέρω, μόνο σε ηλικίες προσχολικές ή λίγο μετά θα μπορούσα να έχω τόσο γενικόλογες και μάλλον επιπόλαιες απόψεις.

Έτσι όμως δημιουργείται ένα ισχυρό ερμηνευτικό σχήμα. Όταν μια γυναίκα 20-25 ετών σήμερα βομβαρδίζεται σε όλη τη ζωή της από πληροφορίες και απόψεις που θέλουν τους άντρες να είναι καταπιεστές και αρπακτικά του σεξ, δεν είναι και συγκλονιστική έκπληξη να έχουν συνολικά κακή εντύπωση για αυτούς. Πολλές όμως από αυτές οι πληροφορίες, όπως έδειξα παραπάνω είναι στρεβλές και τελικά στερεοτυπικές. Δίνουν μια απλοϊκή και λανθασμένη εικόνα της πραγματικότητας.

Παράλληλα φαίνεται να παίρνει σχήμα μια τάση, που μοιάζει παγκόσμια στο δυτικό κόσμο, και θέλει άνδρες και γυναίκες να απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο ιδεολογικά. Οι γυναίκες τείνουν περισσότερο προς τις αριστερές ιδεολογίες ενώ οι άνδρες προς τις δεξιές. Το σχετικό άρθρο των Financial Times “A new global gender divide is emerging”, το δείχνει αυτό χαρακτηριστικά.

Το δεύτερο άρθρο της σημερινής Κυριακάτικης Καθημερινής που ανέφερα, γραμμένο από τη συγγραφέα Ελεάνα Βλαστού, αναφέρει χαρακτηριστικά: “Ο θυμός απορροφάει και καταναλώνει […] ο πεσιμισμός και το πένθος υπονομεύουν ό,τι έχει κερδηθεί […] Θα έπρεπε να είναι μια στιγμή οπτιμισμού ίσως και θριάμβου αυτή που διανύουμε […] Οι δυνατότητες για τις νέες γυναίκες στη δύση αυτή τη στιγμή είναι απεριόριστες. Οι πόρτες είναι ανοιχτές για να επιλέξει οποιαδήποτε οτιδήποτε ελεύθερα, χαρούμενα και μαχητικά. […] Αρκεί να ξεφορτωθούμε τη ματαιότητα […]”.

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η ζωή και το να βιώνεις την ανθρώπινη κατάσταση είναι ένας αγώνας που είμαστε προορισμένοι να ζήσουμε και πολεμήσουμε μαζί, άνδρες και γυναίκες. Μαζί και όχι απέναντι ο ένας στον άλλον. Οι όποιες ανισότητες παρατηρήσαμε και ίσως ακόμη παρατηρούμε δεν ήταν τόσο αποτέλεσμα καταπίεσης αλλά διαμοιρασμού ευθυνών και κοινωνικής οργάνωσης μέσα από διεργασίες χιλιετηρίδων. Αυτές τις χιλιετηρίδες δε μπορούμε να τις κρίνουμε με τη σημερινή μας ηθική. Και σε κάθε περίπτωση οι άντρες ήταν συμμέτοχοι στη θετική αλλαγή που ήρθε. Αυτό τον αγώνα πρέπει να τον αγωνιστούμε μαζί.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, ηθική, πολιτική | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
20 Απριλίου, 2026

Διαβάζω στην Καθημερινή πρόσφατα, ήταν και Πάσχα, την παρακάτω φράση από τον καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνη Λιάκο. Δεν ξέρω αν ο άνθρωπος απλά μίλησε λαϊκά και καθημερινά, όμως, αναφερόμενος στην ιερότητα έκανε ένα τεράστιο λάθος. Έγραψε:

Το ιερό είναι μια έννοια που ανήκει στη θρησκεία. Δεν είναι το αντικείμενό της, αλλά το υποκείμενό της. Ζούμε όμως σε έναν κόσμο αποϊερωμένο και, κατ’ ουσίαν, αποθρησκειοποιημένο. Το ιερό έχει αποχωρήσει και από τη θρησκεία, παρά τους εξωτερικούς τύπους, τις τελετουργίες και τις ονομασίες που αυτή συνεχίζει να διατηρεί. Η αποϊέρωση αποτελεί κεντρική αρχή της νεωτερικότητας, του μοντερνισμού, του διαφωτισμού. Το ιερό έχει αποκλειστεί· του επιτρέπεται να επιστρέφει μόνο ως τύπος απαλλαγμένος από το μυστήριο, ως κέλυφος άδειο από τον οργανισμό που το δημιούργησε.

Μπορεί να ακούμε συχνά για την έννοια του ιερού στο πλαίσιο της θρησκείας, όμως η έννοια του ιερού δεν ανήκει στη θρησκεία. Στη θρησκεία φυσικά υπάρχει πεδίο για ιερότητα αλλά όχι αποκλειστικά. Και βέβαια αυτό δε σημαίνει ότι η παραπάνω αποστροφή κάνει λάθος σε θέματα νεωτερικότητας και εκκοσμίκευσης του κράτους. Εκκοσμίκευση έγινε. Αποϊεροποίηση όχι! Ίσως αυτές τις δύο έννοιες συγχέει.

Ιερό δεν είναι το θείο. Αν και το θείο ανήκει στα πιθανά ιερά μας. Ιερό είναι οτιδήποτε λαμβάνει για τον άνθρωπο μεγαλύτερη αξία από αυτή που μπορεί να έχει σε καθαρό υλικό επίπεδο σχεδόν υπερβατικά. Μερικά παραδείγματα θα το κάνουν αυτό πολύ κατανοητό: ιερή είναι για πολλούς μας η πατρίδα μας, η ομάδα μας, το χωριό μας, το πανεπιστήμιό μας, η λέσχη μας, οι γονείς μας. Μπορείτε να πάρετε αυτά τα παραδείγματα και να σκεφτείτε και μόνοι σας χίλια δυο άλλα και να σκεφτείτε ότι οι άνθρωποι θα επενδύσουν τεράστια ποσά ενέργειας και πόρων για καθένα από αυτά, θα τα υπερασπιστούν, θα θυσιαστούν για αυτά. Δε χρειάζεται να το κάνει κάποιος για όλα αυτά. Αρκεί ένα ή περισσότερα.

Αλλά μπορούμε να σκεφτούμε και άλλα ιερά πράγματα: η ανθρώπινη ζωή, η ανθρώπινη αξία. Γιατί να είμαστε όλοι ίσοι και με τόσο αυτονόητο τρόπο; Γιατί να θέλουν ακόμη και οι ισχυρότεροι να είμαστε ίσοι; Γιατί έχει αξία ο άνθρωπος; Η απάντηση είναι γιατί αποδίδουμε ιερότητα στον άνθρωπο, θεωρούμε ότι αξίζει περισσότερα από το ίδιο του το σώμα, συμπυκνώνουμε πάνω του, κάπως υπερβατικά, μια αξία ανώτερη, εξωτερική. Προσοχή, καθόλου δε μιλώ για θρησκευτική αξία εδώ.

Κι ακόμη περισσότερα που τα ξέρουμε χωρίς να τα σκεφτόμαστε πολύ-πολύ: το ανθρώπινο κορμί. Εδώ θρησκείες και προοδευτισμός συναντώνται με έναν περίεργο τρόπο. Η θρησκεία μπορεί να το θεωρήσει ικανό για αγιότητα, να το θρηνήσει, να το διαφυλάξει. Η προοδευτική προσέγγιση μπορεί να του προσδώσει μια ιδιαίτερη έννοια αξιοπρέπειας, σεμνότητας, να θεωρήσει την σεξουαλική επιθυμία βιαιότητα, την πορνογραφία προσβολή.

Ο Ολυμπιακός, από την άλλη, δεν είναι καθόλου θρησκεία, αν και η λατρεία του έχει ομοιότητες με τη θρησκεία, έχει ναό (στάδιο, έδρα), έχει ιστορία, έχει σύμβολα, έχει ύμνους, έχει πιστούς ακόλουθους (οπαδοί), έχει τακτικό εκκλησίασμα (κυριακάτικο κι αυτό συνήθως), προσφέρει κοινωνικότητα και ικανοποίηση, δίνει σκοπό. Μάλιστα οι οπαδοί του θα κολακευτούν κιόλας αποδίδοντάς του όρους θρησκείας, για να δείξουν πόσο τον αγαπούν, πόσο αφοσιωμένοι είναι σε αυτόν. Και δεν έχουν άδικο.

Επομένως, άλλο κοσμικότητα και άλλο ιερότητα.

Featured Image: “Olympiacos Chelsea CL0708 2” by Mark Freeman from Hornchurch, UK is licensed under CC BY 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by/2.0/.

εκτύπωση Κατηγορίες: αθεΐα, ηθική, θρησκεία, πολιτική, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
21 Μαρτίου, 2026

Το μάθημα της Ηθικής εμφανίζεται ως εναλλακτικό του πλέον μη υποχρεωτικού μαθήματος των Θρησκευτικών στα σχολεία της χώρας. Καταρχήν αυτό βασίζεται σε ένα θετικό αίτημα. Το κράτος, για να είναι συνεπές με τον κοσμικό του χαρακτήρα, δε μπορεί να έχει ως υποχρεωτικό ένα μάθημα κατηχητικό. Και αυτή η κοσμικότητα οφείλει να αφορά κάθε θρησκεία. Το κράτος δε μπορεί να λειτουργεί κατηχητικά υπέρ μιας θρησκείας. Ακούγεται λογικό αν ζυγίσει κανείς τα πράγματα ψυχρά υπολογιστικά. Μπορεί δηλαδή η πλειοψηφία των πολιτών του να μη συμφωνούν με αυτή την κατεύθυνση εδώ που τα λέμε, αλλά το κράτος οφείλει να είναι συνεπές στις βασικές του αρχές, και οι βασικές του αρχές δεν υπάρχουν για να ικανοποιούν την πλειοψηφία. Είναι κατά κάποιο τρόπο ανώτερες εμάς.

Σχετικά με την αναλυτική ηθική έχω γράψει κι εγώ παλιότερα υπέρ αυτής. Ένα τέτοιο μάθημα στο σχολείο θα ήταν πραγματικά κάτι αξιόλογο. Προφανώς αυτό έχει όρους και συνθήκες και κανείς έχει το δικαίωμα να είναι αρκετά δύσπιστος ως πως το πώς θα το εφαρμόσει αυτό ένα κράτος όπως το ελληνικό, με τις παθογένειές του. Έστω όμως ότι αυτό δε θα γίνει με κακό τρόπο, ας είμαστε καλόπιστοι.

Ανάμεσα στα Θρησκευτικά ως κατήχηση και στην Ηθική ως αμερόληπτης φιλοσοφίας, υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι πολιτισμικό. Η θρησκεία δεν είναι μόνο θεολογία ούτε και πηγή ηθικής. Θα έλεγα ότι μάλλον ότι, πολύ περισσότερο από αυτά τα δύο είναι κάτι άλλο. Είναι παράδοση και ανθρώπινες συνήθειες, είναι μουσική και τέχνη, είναι αρχιτεκτονική, είναι ιστορία, είναι γλώσσα (ειδικά στα Ελληνικά είναι φορέας της διαχρονίας της Ελληνικής γλώσσας), είναι κοινωνικός μηχανισμός. Όλα αυτά δεν είναι καθόλου λίγα και δεν είναι καθόλου αυτονόητα και δεδομένα!

Αυτό δε σημαίνει ότι αρνούμαι την καχυποψία απέναντι στην οργανωμένη εκκλησία ή την ύπαρξη θρησκόληπτων ανθρώπων. Αλλά δεν είναι μόνο αυτοί. Από κάθε εποχή της ιστορίας μας διυλίζουμε και μετουσιώνουμε σε αξία αυτά που είναι ωφέλιμα. Μαθαίνουμε για τους αρχαίους θεούς, για τους αρχαίους μύθους, για την αρχαία Ελλάδα και τι έδωσε στον πολιτισμό. Κάνουμε στην άκρη, χωρίς να αγνοούμε τη βαρβαρότητα εκείνης της εποχής, τη φρικτή απανθρωπιά, την ανισότητα, τη σκλαβιά (υπαρκτές ακόμη και στην “υπέρτατη” Αθήνα του χρυσού αιώνα του Περικλή). Κρατάμε τη φιλοσοφία, τη δημοκρατία, τις αρχές της επιστήμης και του ανθρωπισμού.

Ο Χριστιανισμός είναι μια πολύ πρόσφατη θρησκεία, σε αντίθεση με το δωδεκάθεο, με το οποίο έχουμε τεράστια απόσταση και κανένα οικείο βίωμα για το πώς μπορεί να το προσλαμβάνει ένας άνθρωπος που πραγματικά το ζει στη καθημερινότητά του. Αλλά ο Χριστιανισμός είναι μια θρησκεία 2000 ετών που διαπέρασε το δυτικό κόσμο σε ό,τι έκανε σε αυτές τις δύο χιλιετηρίδες. Ολόκληρα συντάγματα φιλελεύθερων κρατών γράφτηκαν στο όνομά του (συμπεριλαμβανομένου του δικού μας, του ελληνικού, ντε). Ο Διαφωτισμός, κι αν ήρθε σε σύγκρουση με την Εκκλησία, βασίστηκε σε αρχές, που στη Δύση κατέληξαν σταδιακά παγιωμένες, που πρωτακούστηκαν στα Ευαγγέλια από το στόμα του Ιησού (αγάπα τον πλήσιον σου, οι τελευταίοι έσονται πρώτοι – μιλάμε ίσως για τις πιο ριζοσπαστικές κουβέντες στην ιστορία).

Έχουμε όμως ζήσει το Χριστιανισμό όχι από μια απόσταση που μπορεί να τον ρομαντικοποιήσει και να τον εξιδανικεύσει, όπως ίσως το δωδεκάθεο των αρχαίων Ελλήνων. Έχουμε ζήσει και τα στραβά του. Έχουμε ζήσει κακούς κληρικούς, τυπολάτρες, διεφθαρμένους, διαπλεκόμενους με την εκάστοτε εξουσία. Αυτή την οπτική, δε μπορούμε να την αγνοήσουμε, αλλά πρέπει να την ξεχωρίσουμε από την πολιτισμική οπτική. Δε μπορούμε να τους εκχωρήσουμε την ιστορία μας επειδή αποτέλεσαν μέρος της. Θα ήταν σα να αρνούμαστε την Αθηναϊκή Δημοκρατία λόγω της δουλείας.

Και αξίζει πιστεύω τον κόπο γιατί οι αξίες ενός πολιτισμού δε μπορούν να υφίστανται στο κενό σαν ουρανοκατέβατες. Υπάρχει ιστορική συνέχεια. Πρέπει να κοινωνούνται από τη μια γενιά στην άλλη και να βιώνονται. Η αρχιτεκτονική μας, η ιστορία μας, η γλώσσα μας, οι πίνακες ζωγραφικής της Αναγέννησης και του Ρομαντισμού, η μουσική και η λογοτεχνία είναι έμπλεες από χριστιανικές αναφορές. Δεν είναι δυνατόν να σπάσουμε το νήμα απλώς και μόνο επειδή είμαστε εικονοκλάστες και αντικληρικαλιστές.

Ανάμεσα στα Θρησκευτικά και την Ηθική, λοιπόν, μένει ένα γιγάντιο κενό, αυτό της επιρροής του Χριστιανισμού στο δυτικό πολιτισμό, ο οποίος δε βγάζει νόημα, δεν εξηγείται χωρίς το Χριστιανισμό. Δεν είναι προοδευτικό να αφήσουμε αυτό το κενό. Και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς ίχνος κατήχησης.

Όπως εξηγούμε το πώς ερμήνευαν οι αρχαίοι Έλληνες έννοιες σαν την αρετή και το χρέος και πώς αυτά σχετιζόταν με τους θεούς τους, το ίδιο καλά μπορούμε να συζητάμε για χριστιανική θεολογία ως ένα στάδιο εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης. Χωρίς να είμαστε δράμι δωδεκαθεϊστές. Πώς φτάνεις ξαφνικά από τη Ρώμη και το Βυζάντιο στην Ευρώπη της Αναγέννησης και πιο μετά στη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αν δεν περάσεις από την αρχαία Ελλάδα, την επί του όρους ομιλία, το εν τούτω νίκα και το Διαφωτισμό; Πώς περνάς από μια εποχή όπου ο κανόνας είναι ο νόμος του ισχυρού (ελληνορωμαϊκός κόσμος) σε μια εποχή όπου είναι αυτονόητο πως όλοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν ίσοι (η δύση των τελευταίων 2-3 αιώνων).

Αυτονόητο δε σημαίνει και ότι έχει επιτευχθεί. Τι θα σήμαινε καν καλά-καλά να είναι όλοι οι άνθρωποι ίσοι; Ίδιοι; Με ίδια υλικά αγαθά; Ίσοι απέναντι στο νόμο; Δεν είναι τόσο απλό, κι όμως η ιδέα αυτή είναι η πυξίδα, είναι το αστέρι του βορρά που μας καθοδηγεί προς μια εν γένει καλύτερη ζωή για ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Προφανώς αυτό για να βγάλει νόημα πρέπει κανείς να το δει σε ιστορικούς χρόνους και όχι στενά στα 5 ή 10 τελευταία χρόνια. Κι όταν κάποιος αρνείται αυτή την πυξίδα αυτομάτως όλοι αντιδρούμε σαν από ένστικτο.

Το βιβλίο Dominion, του Tom Holland, αγαπημένου από το podcast The rest is history, καταπιάνεται με αυτή την ιδέα βαθιάς και καθοριστικής της επίδρασης του Χριστιανισμού στο δυτικό πολιτισμό σε τόσο μεγάλο βαθμό που πλέον τη θεωρούμε δεδομένη, τόσο δεδομένη που τείνουμε να μην την παρατηρούμε. Που όμως είναι εκεί και αν σταματήσουμε να την παρατηρούμε ίσως και να κινδυνεύουμε. Θα επανέλθω ειδικά σε αυτό το βιβλίο πολύ σύντομα.

Rosselli, Sermon on the Mount” by f_snarfel is licensed under CC BY-NC 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-nc/2.0/ – The Sermon on the Mount and the Healing of the Leper (1481-82), fresco, Sistine Chapel, Cosimo Rosselli (1439-1507)

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, ηθική, θρησκεία, πολιτική, φιλοσοφία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
16 Μαρτίου, 2026

Ο συντηρητισμός είναι μια έννοια παρεξηγημένη και δαιμονοποιημένη στις μέρες μας. Την εκλαμβάνουμε ως οπισθοδρόμηση, ως αντίσταση στην πρόοδο. Τη φιλτράρουμε μόνο μέσα από ακραίες προσλήψεις, όπως στην Ελλάδα η περίοδος της Χούντας με συνθήματα -επίσης παρεξηγημένα και δαιμονοποιημένα- όπως το “πατρίς-θρησκεία-οικογένεια”. Ή μέσα από λανθασμένους παραλληλισμούς, όπως ο φασισμός – στην πραγματικότητα ο φασισμός ήταν μια ακραία ριζοσπαστική ιδεολογία, καθόλου συντηρητική και το ότι ήταν καταστροφική κι απάνθρωπη δεν το αλλάζει αυτό, οι φασίστες ήθελαν βίαιη αλλαγή, όχι διατήρηση του κατεστημένου.

Ο συντηρητισμός καταρχάς δεν είναι μια συνεκτική ιδεολογία, δεν πιστεύει σε κάτι πολύ συγκεκριμένο. Είναι πρώτα από όλα ένας σκεπτικισμός απέναντι στην αλλαγή, μια ενστικτώδης αντίσταση. Αυτό θα πρέπει να μας ακούγεται και θετικό και χρήσιμο. Δεν είναι όλες οι αλλαγές καλές -πάρτε το φασισμό, για παράδειγμα- και όλες οι αλλαγές χρειάζονται λίγο ή περισσότερο βασάνισμα για να αφομοιωθούν οργανικά και όχι ριζοσπαστικά και συγκρουσιακά.

Συχνά μάλιστα μπερδεύουμε ως αποτέλεσμα συγκρούσεων κάποιες αλλαγές που συνέβησαν σε μια εποχή που έμοιαζε ριζοσπαστική, ενώ ούτε η εποχή ήταν ριζοσπαστική ούτε οι αλλαγές της ήταν αποτέλεσμα κάποιας σύγκρουσης. Πάρτε ως παράδειγμα την αλλαγή του οικογενειακού δικαίου στην Ελλάδα του 1980. Τη θεωρούμε σήμερα δεδομένη αλλά για την εποχή της ήταν τεράστια. Κι όμως η τότε κοινωνία ήταν έτοιμη να τη δεχτεί αυτή την αλλαγή, είχε ωριμάσει μέσα στον 20ο αιώνα και την ενσωμάτωσε πάνω-κάτω οργανικά και άμεσα. Όχι ότι δεν υπήρξαν αντιδράσεις -που, ναι, στο πλαίσιό τους ήταν συντηρητικές- αλλά θεωρούνταν περιθωριακές, ενώ, από την άλλη, δεν είχε υπάρξει κάποιο μαζικό κοινωνικό κίνημα που τις απαίτησε εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Ένας κατά τα φαινόμενα προοδευτικός άνθρωπος μπορεί να είναι συντηρητικός σε πολλά στοιχεία της ιδεολογίας του στην πράξη. Πχ δύσκολα θα διαπραγματευτεί αυτά που θεωρεί κεκτημένα. Αλλά δεν είναι όλα τα κεκτημένα θετικού προσήμου. Πχ η ισότητα απέναντι στο νόμο είναι, τα κλειστά επαγγέλματα δεν είναι. Θα μου πείτε, αυτό είναι υπό συζήτηση. ΟΚ, είναι, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ, σίγουρα θα υπάρχει κάτι στις πεποιθήσεις που μπορεί να βελτιωθεί… εκτός κι αν οι πεποιθήσεις σας είναι ήδη τέλειες… οπότε σε αυτή την περίπτωση μάλλον είστε ό,τι συντηρητικότερο υπάρχει. Μη σκάτε όμως, αυτό μπορεί να μην είναι κακό γιατί μπορεί οι πεποιθήσεις να είναι πράγματι τέλειες!

Ας δούμε άλλο ένα παράδειγμα, που υπό μία έννοια είναι αντιφατικό. Έχουμε το οικολογικό κίνημα και την κλιματική αλλαγή. Γενικά υπάρχει συμφωνία ότι το οικολογικό κίνημα έχει καλές προθέσεις, να προστατέψει το περιβάλλον και τον άνθρωπο. Θέλει να συντηρήσει κάτι, έναν υπέρτερο οργανισμό του ατόμου! Άρα είναι συντηρητικό.  Και οι τρόποι που επιλέγει να προωθήσει, μετά την πρώτη ανάγνωση, είναι συχνά ευθέως συντηρητικοί, πχ αποβιομηχάνιση, μηδέν εκπομπές κλπ. Θα ήταν κάπως πιο προοδευτικοί αν είχαμε μια άλλη λύση έτοιμη και βιώσιμη, αλλά πχ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν είναι σε αυτό το στάδιο. Και τα πυρηνικά τα έχει δαιμονοποιήσει. Τι είναι συντηρητικό και τι προοδευτικό εδώ τελικά;

Πέρα από την πλάκα, ας αναλογιστούμε τον ακραίο συντηρητισμό ιδεολογιών, όπως η κομμουνιστική, που με την ψευδαίσθηση της τέλειας κοινωνίας, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, που δε σημαίνει τίποτα ή τελοσπάντων τίποτα κοινό για όλους, ώστε να υπάρχει περίπτωση να συνεννοηθούμε πάνω του, με την επίφαση μιας ρομαντικής ιδέας, λοιπόν, αυτή γίνεται ολοκληρωτική. Ακριβώς για να προστατευτεί από την κριτική πάνω της και να -πώς αλλιώς να το πεις- να συντηρηθεί στην εξουσία. Βέβαια, ακόμη κι όταν δεν έχει την εξουσία η κομμουνιστική ιδεολογία πάλι συντηρητική είναι. Στην πράξη έχει αποδείξει ότι τις αρχές της τις θεωρεί ιερές με θρησκευτική ευλάβεια και δεν τις αναθεωρεί. Μάλιστα, όσοι μέσα της τολμούν να αναθεωρήσουν κάτι αυτομάτως παίρνουν την ταμπέλα του ρεβιζιονιστή (αναθεωρητή, δηλαδή, λες και αυτό είναι κάτι αυτόματα κακό) και εξοστρακίζονται.

Αλλά, επιστρέφοντας στον ίδιο το συντηρητισμό, αυτός τελικά αφορά την έμφαση στην ανθρώπινη κοινωνία ως ένα συνολικό οργανισμό και στην προσπάθεια διατήρησής της. Αυτό προσπαθεί να συντηρήσει ο συντηρητισμός: την ανθρώπινη κοινωνία. Βάζει στο επίκεντρο την κοινωνία ως το μέσο στο οποίο ο άνθρωπος δρα και ως τη βάση στην οποία δρα. Αν αυτή υπάρχει και λειτουργεί, τότε μπορεί και το άτομο να λειτουργήσει.

Αυτή η σχέση είναι ελαστική. Μπορεί να γίνει φιλελεύθερη, όταν η κοινωνία ενδιαφέρεται για την ποιότητα της ζωής του ατόμου και την ευημερία του, αλλά μπορεί να γίνει και καταπιεστική, όταν η κοινωνία ενδιαφέρεται για τη γραφειοκρατική συντήρησή της. Αλλά, υπό αυτή την ανάγνωση, ο συντηρητισμός λανθασμένα κρίνεται αυτομάτως ως οπισθοδρομικός. Είναι μια στάση -από τις πολλές- μέσα στην κοινωνία που με σκεπτικισμό και προσοχή φιλτράρει τις άλλες τάσεις από την υπερβολή, το ριζοσπαστισμό, την αταξία.

Η συνοχή και η σταθερότητα μιας κοινωνίας έχει τεράστια αξία. Η συνοχή μπορεί να δώσει κοινά οράματα και η σταθερότητα τη βάση για ανάπτυξη και ευημερία. Κανείς δεν αναπολεί επαναστατικές περιόδους. Μπορεί να τις θυμόμαστε για λόγους ιστορικής μνήμης, και πολύ καλά κάνουμε, αλλά κανείς δε θέλει να ζει την επαναστατική περίοδο. Όλοι θέλουμε να ζούμε περιόδους ομόνοιας και σταθερότητας, γιατί μόνο μέσα σε αυτές μπορούμε να διασφαλίσουμε την προσπάθειά μας για μια κάποια όποια ευτυχία!

Άρα πρέπει, οφείλουμε, να ενδιαφερόμαστε και για τις συντηρητικές ιδέες και να κρατάμε μια ισορροπία που θα μπορεί να μας εξασφαλίζει κοινωνική σταθερότητα και ασφάλεια αλλά και θα διευρύνει τον ηθικό μας κύκλο, έτσι ώστε όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να μπορούν να απολαύσουν τη σταθερότητα αυτή. Ο συντηρητισμός είναι μια δύναμη απαραίτητη στην κοινωνία.

Κείμενο με ιδέες από:

“Edmund Burke” by Mike Rawlins is licensed under CC BY-NC-ND 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/2.0/.

[Featured image: “Edmund Burke” by Mike Rawlins is licensed under CC BY-NC-ND 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/2.0/. ]

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτική, φιλοσοφία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
14 Μαρτίου, 2026

Το “Ουτοπία για ρεαλιστές” του Ρούτγκερ Μπρέγκμαν ήταν ένα ενδιαφέρον κάπως ιδεαλιστικό βιβλίο του 2014, σε εποχές μάλλον αθώες, σε σύγκριση με τη σημερινή (2026) τουλάχιστον. Μιλούσε για εγγυημένα εισοδήματα και μικρές του ημερήσιου 8ώρου εργάσιμες εβδομάδες. Έχει δηλώσει ότι το μεγάλο πρόβλημα σήμερα είναι οι δισεκατομμυριούχοι που δεν πληρώνουν φόρους.

Οι δηλώσεις αυτές είναι τουλάχιστο προβληματικές. Θεωρούν ότι ο πλούτος είναι κάτι δεδομένο, σα να μην υπάρχουν κάποιες δυνάμεις που τον προκαλούν και τον αυξάνουν. Και τελικά πόσο πλούσιοι είναι οι πλούσιοι; Μήπως αν πληρώσουν πιο πολλούς φόρους θα έχουν λιγότερη πολιτική δύναμη; Ο Στήβεν Πίνκερ στο “Διαφωτισμός τώρα” λέει ότι μελέτες των νομοσχεδίων στις ΗΠΑ δείχνουν ότι η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν ήταν υπέρ των πλουσίων.

Πόσο λιγότερος πλούτος στους πλούσιους και πόσο μεγαλύτερη φορολογία θα τους έκανε λιγότερο επικίνδυνους και ταυτόχρονα θα διατηρούσε την αξία τους στην κοινωνία; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν απαντιούνται εύκολα με τσιτάτα και ιαχές. Ούτε με απλοϊκές κρίσεις που, στην καλύτερη περίπτωση, θα μεταφέρουν το πρόβλημα απλά λίγο πιο πέρα.

Από την άλλη, δε μπορώ να μην παραδεχθώ το ανακάτεμα που μου προκαλούν άτομα σαν τον Πίτερ Τιλ ή τον όψιμο Ήλον Μάσκ με τους φασιστικούς χαιρετισμούς. Γιατί η τεχνολογική και οικονομική επιτυχία να πρέπει να περνάει από τέτοιους χαρακτήρες, τόσο αποκρουστικούς με τόσο αλλοπρόσαλλες και χυδαίες συμπεριφορές. Γιατί να μην είναι παραδείγματα προς μίμηση για αυτόν τον καπιταλισμό που μας έδωσε τη σύγχρονη ζωή με τις ανέσεις της;

Ο Μπρέγκμαν μιλά τώρα για την “ηθική φιλοδοξία”, εδώ σε αυτό το άρθρο στην Καθημερινή τον θυμήθηκα σήμερα. Τι λέει:

Η ηθική φιλοδοξία είναι μια επιθυμία. Είναι η βούληση να κάνεις αυτόν τον άγριο κόσμο καλύτερο, αξιοποιώντας κάθε μέσο που διαθέτεις. […] Γιατί τη χρειαζόμαστε τώρα; Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: επειδή βρισκόμαστε σε κρίση. Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς παρακμής, με μια έκδηλη αποτυχία ηγεσίας σε όλο το πολιτικό φάσμα, από την Αριστερά έως τη Δεξιά. Αυτό που χρειαζόμαστε σήμερα είναι μια αντικουλτούρα, μια εξέγερση ανθρώπων που παίρνουν την ηθική στα σοβαρά και λένε «ως εδώ». Αυτό είναι που ονομάζω ηθική φιλοδοξία. […] Αναφέρομαι σε όλους εκείνους που, στο πέρασμα των αιώνων, διεύρυναν τον ηθικό κύκλο. Πιστεύω ότι όλα ξεκίνησαν από το κίνημα για την κατάργηση της δουλείας. Κάποια στιγμή, αυτή η πορεία κορυφώθηκε με την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ιδίως μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ο κόσμος εξοικειώθηκε τόσο με τη ρητορική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ώστε άρχισε να την εκλαμβάνει ως κάτι αυτονόητο.

Υπέροχα δεν τα λέει; Το εννοώ, τα λέει υπέροχα, τα βάζει στη σωστή σειρά και συμφωνώ με την κατακλείδα ότι το σημερινό τέλμα σε μεγάλο βαθμό οφείλεται σε κρίση ηγεσίας και στο ότι εκλάβαμε ως αυτονόητες αξίες για τις οποίες κάποτε ματώσαμε. Αλλά, βέβαια, δε ματώσαμε εμείς. Ματώσανε οι παππούδες μας. Εμείς τις βρήκαμε έτοιμες. Και όταν δεν πονέσεις για κάτι δεν το εκτιμάς. Η ανθρώπινη εμπειρία δύσκολα βιώνεται δι’ αντιπροσώπου ή εξ αντανακλάσεως.

Και συνεχίζει εξίσου ιδεαλιστικά:

Διότι, αν πιστεύουμε πραγματικά στην ελευθερία, στην ουσιαστική ελευθερία, και όχι στη ρηχή εκδοχή της, που περιορίζεται στο να αγοράζεις ό,τι άχρηστο αντικείμενο επιθυμείς από ένα κινεζικό ηλεκτρονικό κατάστημα, τότε αυτό συνεπάγεται και τεράστιες υποχρεώσεις και ευθύνες από την πλευρά μας. […] Η ελευθερία είναι κάτι για το οποίο οφείλουμε να αγωνιζόμαστε καθημερινά. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον νεαρό άνδρα που αυτή τη στιγμή μάχεται στα χαρακώματα της Ουκρανίας. Μιλώ για τον καθένα και την καθεμιά από εμάς. Η ελευθερία δεν είναι ένα δώρο που μας παραδίδεται έτοιμο· είναι ένα οικοδόμημα που απαιτεί συνεχή συντήρηση και συλλογική προσπάθεια.

Κι αφού σχολιάσει τις σύγχρονες ιδεολογίες ισχύος Τραμπ και Πούτιν καταλήγει:

Πιστεύω σε μια μεικτή οικονομία. Θεωρώ σαφές ότι ο καπιταλισμός και οι μηχανισμοί της αγοράς μπορούν να αποτελέσουν εξαιρετικά ισχυρά εργαλεία. Δεν νομίζω, για παράδειγμα, ότι το κράτος θα ήταν ιδιαίτερα ικανό να σχεδιάσει και να διανείμει ένα iPhone. Ταυτόχρονα, όμως, ο καπιταλισμός μοιάζει στην ουσία με ένα θηρίο που απαιτεί συνεχή έλεγχο και πειθαρχία. Η κοινωνία, οι πολίτες, πρέπει να έχουν πάντα τον τελευταίο λόγο. Μία από τις μεγάλες τραγωδίες της εποχής μας είναι ότι ο τομέας της αγοράς έχει διογκωθεί υπέρμετρα, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού. Στον ιδιωτικό τομέα συναντάμε τριπλάσιες κοινωνικά ανώφελες θέσεις εργασίας, τις λεγόμενες bullshit jobs, σε σχέση με τον δημόσιο. Πρόκειται για μνημειώδη σπατάλη ταλέντου. Χρειαζόμαστε πολύ περισσότερους ικανούς ανθρώπους να διοχετεύουν την ενέργειά τους σε ζητήματα που έχουν ουσιαστική σημασία.

Και εδώ είναι που δε μπορώ να τον παρακολουθήσω. Αυτή είναι η ιδεολογία του να θεωρείς κάτι δύσκολο να κατακτηθεί ως δεδομένο που ο ίδιος προηγουμένως κατηγόρησε. Μιλά για “ζητήματα που έχουν ουσιαστική σημασία”! Ποιος είναι αυτός που θα αποφασίσει ποια είναι τα ζητήματα αυτά; Προφανώς μια άλλη ελίτ, σαν και αυτόν, που θεωρεί την οικονομική ανάπτυξη κάτι το δεδομένο, που χωρίς να έχει παράξει τίποτα στη ζωή του ο ίδιος, είναι έτοιμος να δηλώσει πώς θα πρέπει να μοιραστούμε τον πλούτο που οι άλλοι έχουν παράξει.

Δεν είναι η ελεύθερη οικονομία που θα το κάνει αυτό. Μπορεί να ξέρει να παράγει Άιφον αλλά μπερδεύεται και μας γεμίζει μπούλσιτ δουλειές τις οποίες η καλή ελίτ, όχι η άλλη η κακιά, ξέρει ποιες είναι και θα μπορούσε να συνεχίσει να παράγει Άιφον μόνο με τις απαραίτητες δουλειές και όχι τις άλλες, μόνο με αυτές που έχουν “ουσιαστική σημασία”.

Αυτός ο αβάσταχτος ιδεαλισμός είναι ο ιδεαλισμός της ουτοπίας. Ο Μπέργκμαν είναι καλός άνθρωπος, δεν είναι Στάλιν και Χίτλερ αλλά υποφέρει από την ίδια ασθένεια με αυτά τα τέρατα, ότι δηλαδή θεωρεί πως ξέρει τη λύση για όλα τα προβλήματα, πως την έχει υπολογίσει επιστημονικά και ότι οι πόροι για τη λύση αυτή είναι διαθέσιμοι και ανεξάντλητοι. Αυτό είναι μια εφηβική αφέλεια, ένας επικίνδυνος ρομαντισμός, που, πιστεύω η ελαφρότητά του είναι που έδωσε χώρο για ιδεολογίες όπως η τραμπική. Ο Τραμπ δηλαδή ήρθε να γεμίσει το κενό ανάμεσα στην ελίτ και τον απλό κόσμο, γιατί η ελίτ ανέβηκε πολύ ψηλά στο ηθικολογικό της βάθρο για να είναι σχετική με την πραγματικότητα. Κι ας λέει ότι ενδιαφέρεται για τα πραγματικά προβλήματα.

Έτσι, υπάρχουμε οι άνθρωποι που βρισκόμαστε στριμωγμένοι ανάμεσα σε δύο ελίτ.

[Featured image: εικόνα από AI με την οδηγία να σχεδιάσει ελίτ προσωπικότητες όπως ο Ήλον Μασκ, ο Πήτερ Τιλ και ο Ρούτγκερ Μπρέγκμαν. Το πέτυχε… όχι πολύ.]

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, οικονομία, πολιτική | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
28 Φεβρουαρίου, 2026

Η δημοτικότητα που έχουν αποκτήσει τα social media στις μέρες μας είναι αναμφισβήτητη. Μικροί και μεγάλοι περνούν πολλές ώρες της ημέρας τους σε αυτές τις πλατφόρμες. Ενημερώνονται από αυτές, επικοινωνούν με τους φίλους τους μέσω αυτών. Και έτσι αναδεικνύονται και μερικοί καινοφανείς κίνδυνοι: εθισμός, ειδικά για τα παιδιά, αλλά και για τους ενήλικες, παραπληροφόρηση, επιδραστικά fake news από σκοτεινές ή αντισυστημικές πηγές, αλγόριθμοι που ελέγχουν το κοινό δημιουργώντας φούσκες επιρροής.

Οι κίνδυνοι είναι πραγματικοί. Δεν έχω κάποια αντίρρηση ως προς αυτό. Αλλά μήπως έχουμε ρίξει πολύ εύκολα λευκή πετσέτα στη μάχη μας με αυτά τα μέσα; Μήπως αποδεχτήκαμε πολύ γρήγορα και πολύ εύκολα ότι αδυνατούμε να τα αντιμετωπίσουμε ψύχραιμα και με τελοσπάντων ενήλικο τρόπο και όχι οριζόντιες απαγορεύσεις;

Στη Ρουμανία το 2024 ακυρώθηκαν προεδρικές εκλογές. Τις είχε κερδίσει ο φιλορώσος, ακροδεξιός, εθνικιστής (όπως τον παρουσιάζουν) υποψήφιος και η αιτιολόγηση ήταν ότι στις εκλογές είχαν “παρεμβληθεί” ρωσικοί παράγοντες. Οι ρωσικοί παράγοντες δεν είχαν κλέψει κάλπες ή παραποιήσει τα αποτελέσματα με κάποιον τρόπο. Είχαν διασπείρει ψευδείς ειδήσεις δημιουργώντας σύγχυση στο εκλογικό σώμα. Και ακυρώθηκαν εθνικές εκλογές! Δεν ξέρω αν αντιλαμβάνεστε το εύρος του μεγέθους της πράξης αυτής. Εκλογές ακυρώθηκαν επειδή το εκλογικό σώμα παραπλανήθηκε.

Μπορεί προς στιγμήν να σκεφτείτε ότι, ΟΚ, ακροδεξιός κι εθνικιστής και φιλορώσος ήταν ο υποψήφιος που κέρδισε. Καλό ήταν που ακυρώθηκε η νίκη του, να μάθει κι αυτός κι ο Πούτιν. Και, ναι, ούτε κι εμένα μου είναι συμπαθής ένας φιλορώσος πρόεδρος ευρωπαϊκής χώρας, ειδικά σε αυτή τη χρονική περίοδο. Αλλά πρόκειται για μια διπλή ήττα της δημοκρατίας που, από τη μια πλευρά δέχεται ότι το εκλογικό της σώμα μπορεί έτσι απλά να άγεται και να φέρεται, άρα δεν είναι αξιόπιστο να παίρνει τις αποφάσεις του, και από την άλλη αποδέχεται ότι πρέπει να ακυρώσει το αποτέλεσμα της πιο σημαντικής διαδικασίας της, των εκλογών. Είναι ένα πολύ κακό προηγούμενο.

Παράλληλα, η Ευρώπη ετοιμάζεται να εφαρμόσει απαγόρευση χρήσης social media στους ανήλικους. Μια οριζόντια δηλαδή απαγόρευση άνευ όρων. Αφού δε μπορεί να διαχειριστεί το θέμα πιο δημιουργικά ας το απαγορεύσει, σαν το αλκοόλ. Αλλά τελοσπάντων εδώ μιλάμε για ανήλικους, λίγος προστατευτισμός είναι κάπως εύλογος. Αν και έχω ακούσει σοβαρές προτάσεις για απαγορεύσεις και για ενηλίκους. Δεν τις θεωρώ σοβαρές.

Αισθάνομαι ότι πολύ εύκολα αποδεχόμαστε την ήττα σε αυτή τη μάχη. Και νομίζω ότι πρόκειται για μια συνεχή στάση που αντιμετωπίζει των άνθρωπο ως βρέφος-μπέμπη με ανάγκη προστασίας, τον αντιμετωπίζει ως θύμα που μια ελίτ πρέπει να σώσει από την αυτοκαταστροφική του τάση. Αυτή η θυματοποίηση δεν τον αφήνει να αναλάβει ευθύνη, τον εγκλωβίζει σε ένα φαύλο κύκλο. Δε μπορεί να λειτουργήσει έτσι η ελευθερία. Χρειάζεται ευθύνη.

Όπως ανέφερα όμως και νωρίτερα κάποια υπαρκτά προβλήματα υπάρχουν. Τα συνοψίζω στο δίδυμο διαφάνεια και λογοδοσία. Δεν είναι δυνατόν η ενημέρωσή μας να μην έχει κάποια θεσμικότητα, που σημαίνει ότι αυτός που την παρέχει πρέπει να έχει μια επωνυμία, να ξέρουμε ποιος είναι, από πού προέρχεται, ποιους στηρίζει και ποιοι τον στηρίζουν, ποια η στάση του διαχρονικά. Κι επειδή ενημέρωση και διαφήμιση στα social media πάνε χέρι-χέρι θα πρέπει και η διαφήμιση σε αυτά να είναι επώνυμη και διαφανής. Αν ένας ρωσικός παράγοντας θέλει να κάνει “διαφήμιση” στην Ελλάδα θέλω να ξέρω ποιος είναι. Και ελληνικός παράγοντας να είναι πάλι θέλω να ξέρω.

Γενικά στο δημόσιο λόγο είναι εξαιρετικές οι περιπτώσεις όπου δέχομαι την ανωνυμία και έχουν να κάνουν με την προστασία αυτού που εκφέρει έναν λόγο που μπορεί να τον θέσει σε πραγματικό κίνδυνο.

Πέρα από τα παραπάνω δε νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που αντιμετωπίζουμε μαζικά φαινόμενα fake news και παραπληροφόρησης. Μάλιστα περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχουμε και εργαλεία να τα ανιχνεύουμε και να τα εντοπίζουμε. Ίσως να μπορούμε να το κάνουμε και σε τόσο μεγάλο βαθμό που τελικά μάλλον δημιουργείται μια περίεργη ορθοδοξία στην ενημέρωσή μας (βλέπε εποχές μνημονίων, κόβιντ).

[Featured image credit: “fake-news-detail-3” by The Public Domain Review is marked with Public Domain Mark 1.0. To view the terms, visit https://creativecommons.org/publicdomain/mark/1.0/.]

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτική, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
3 Φεβρουαρίου, 2026

Μια επιστημονική θεωρία προκύπτει περίπου ως εξής: Βήμα 1: παρατήρηση/μέτρηση των ιδιοτήτων ενός συγκεκριμένου μέρους του φυσικού κόσμου με δομημένο και συστηματικό τρόπο. Βήμα 2: διατύπωση των ιδιοτήτων του μέρους του φυσικού κόσμου αυτού (το μοντέλο) και των τρόπων με τους οποίους αυτό λειτουργεί και έτσι ένα αποτέλεσμα προκύπτει από ένα αίτιο (έχει σημασία να περιγράφουμε με ακρίβεια τις ιδιότητες του μοντέλου για να μη συγχέουμε τις ιδιότητές του). Βήμα 3: δοκιμή της θεωρίας στην πράξη για να αποδειχθεί αν πράγματι μπορεί να προβλέψει υπό όμοιες συνθήκες (δηλαδή μέσα στο ίδιο μοντέλο) αποτελέσματα από αντίστοιχα αίτια. Αν προβλέπει τότε δουλεύει. Τελεία και παύλα.

Συνήθως μια επιστημονική θεωρία ξέρει και πότε δε δουλεύει γιατί έχει περιγράψει καλά τις συνθήκες του μοντέλου της. Ξέρει και πόσο έξω πέφτει όταν δεν πέφτει τελείως μέσα. Δέχεται ότι ισχύει μόνο εντός του μοντέλου που έχει προσδιορίσει. Και δέχεται ότι μάλλον θα βρεθεί κάτι καλύτερο από αυτήν στο μέλλον. Έχει μια εγγενή διανοητική τιμιότητα δηλαδή. Όσο για τις θεωρίες που καταρρίπτονται, κλασική παρανόηση αυτή, συνήθως δεν καταρρίπτονται κυριολεκτικά. Απλώς έρχονται άλλες που τις βελτιώνουν. Κι όταν έχουν βελτιωθεί πολύ, οι αρχικές μπορεί να μοιάζουν απλοϊκές. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή άφησαν χώρο για εξέλιξη.

Μια επιστημονική θεωρία επομένως δεν είναι η πραγματικότητα! Αλλά οφείλει να την εξηγεί και να την προβλέπει επαρκώς. Προσοχή στο “επαρκώς”. Επαρκώς σημαίνει με χρήσιμο για εμάς τρόπο! Μπορεί και να μην το κάνει αυτό τέλεια, δηλαδή, αλλά να το κάνει επαρκώς. Πχ η θεωρία της επίπεδης γης είναι ικανή να εξηγήση την πραγματικότητα, αν ο κόσμος σου είναι το χωριό σου και τα γειτονικά σου χωριά και λίγο παραπέρα. Άντε διασχίζεις και με λίγη τύχη κάποιες θάλασσες. Ξεμακραίνοντας από αυτή τη μικρή διάσταση γρήγορα αρχίζει να μην εξηγεί την πραγματικότητα και να μην προβλέπει αποτελέσματα από τις ίδιες αιτίες. Το μοντέλο του Μπορ για τη δομή του ατόμου είναι μια (ομολογουμένως) πανέμορφη και κομψότατη περιγραφή που μας πάει πολύ μακριά στη χημεία και τη φυσική αλλά ξέρουμε πλέον ότι είναι μια αφαίρεση, όχι η πραγματικότητα.

Η βαρύτητα (σοκ) είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα θεωρίας την οποία όλοι ξέρουμε διαισθητικά, γιατί όλοι πέφτουμε και ρίχνουμε πράγματα κάτω από τη στιγμή που γεννηθήκαμε και περιγράφει την πραγματικότητα εξαιρετικά αλλά δεν έχουμε ιδέα γιατί συμβαίνει. Γιατί δηλαδή δύο σώματα έλκουν το ένα το άλλο; Αυτό είναι σχεδόν μαγεία! Λέμε ότι είναι ιδιότητα του πεδίου όταν σε αυτό βρίσκεται μέσα ύλη! Τι μαγγανείες είναι αυτές! Έτσι της βάζουμε και κάτι σταθερές (νούμερα) για να βγάζει αποτελέσματα. Αλλά βγάζει εκπληκτικό νόημα και με απίστευτη συνέπεια. Δεν έχει συμβεί να πέσει έξω ούτε μια φορά. Η διαίσθησή μας ζορίζεται λίγο όταν ανάμεσα σε δύο σώματα υπάρχει αόρατη ύλη, όπως ο αέρας, και σε κενό αέρος ένα πούπουλο κι ένα βαρίδι πέφτουν ταυτόχρονα, αλλά και πάλι αυτό εξηγείται με μικρή προσπάθεια.

Η εξέλιξη είναι κι αυτή μια θεωρία, που εκεί κι αν δεν έχουμε ιδέα τι την προκαλεί. Κατά τα φαινόμενα προέκυψε οργανικά και αυθόρμητα και χωρίς σκοπό. Απλά συνέβη και ξεκίνησε και συνεχίζει. Έχουμεμ, δε, μυριάδες δείγματα (πολλά σε μουσεία και σε ζωολογικούς κήπους σε κοινή θέα) που είτε διαισθητικά είτε με δομημένο τρόπο μας πείθουν ότι εξηγεί την πραγματικότητα με τρόπο που καμία άλλη δομημένη εξήγηση δεν καταφέρνει. Δενμ έχουμε καταφέρει να εξηγήσουμε τα πάντα με βάση αυτήν, αλλά πάντα βρίσκουμε μια εύλογη εξήγηση με βάση αυτήν. Και δεν υπάρχει καμία άλλη θεωρία που να την πλησιάζει σε επεξηγηματική ισχύ! Ένας τίμιος επιστήμονας θα δεχόταν τη θεωρία των πρωτόπλαστων αν αυτή σε ένα καλά περιγεγραμμένο μοντέλο του κόσμου εξηγούσε κάτι με συνέπεια και συνοχή. Αλλά αυτό φυσικά δε συμβαίνει.

Γενικά οι επιστημονικές θεωρίες δεν φτάνουν κάτω από την πραγματικότητα για να δουν τι την προκαλεί. Νομίζω, με τα ολίγα που ξέρω, ότι ποτέ δε θα το καταφέρουν. Θα σκαλίζουμε όσο μπορούμε και θα συναντάμε κάπου σε κάποιο βαθύ σημείο κάτι δεδομένα απροσδιόριστο, με απαγορευτικές αρχές και όρια, αυτοαναφορικό, αναδρομικό, παράδοξο. Θα δείξει.

Ως εκ τούτου, μια θρησκεία που σέβεται τον εαυτό της θα μπορούσε να δεχτεί και την εξέλιξη αλλά και την ίδια της την εξέλιξη. Έξι-εφτά χιλιάδες χρόνια πριν δεν ξέραμε πολλά, είχαμε αρχίσει ίσα-ίσα να καλλιεργούμε τη γη και φτιάχναμε καταπληκτικούς μύθους, που ήταν κάτι σαν πολύ ατελείς περιγραφές της πραγματικότητας. Για προϊστορία δεν τους λέω καθόλου κακούς. Μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτές οι περιγραφές καλυτέρευσαν, μάλιστα τους πρόσφατους αιώνες ραγδαία και δραματικά. Μπορούμε να σπρώξουμε την έννοια του θεού πέρα και κάτω από την πραγματικότητα, πίσω από τις απροσδιοριστίες και τις απαγορευτικές αρχές, πέρα από τα όρια που δε θα φτάσουμε ποτέ. Μπορεί να βρίσκεται εκεί.

Πέρα από αυτά τα όρια η ύπαρξη η μη του θεού δε θα έχει ουσιαστική επίδραση στη ζωή μας. Ο θεός θα μπορεί να είναι μια ιδέα που για μεγάλο διάστημα της διαδρομής μας έδωσε στο είδος μας ένα εξελικτικό πλεονέκτημα συνοχής και ισχύος. Κι άμα θέλει ας υπάρχει πέρα από την πραγματικότητά μας. Αν υπάρχει και αν υπάρχει πέρα από αυτά τα όρια και αν αυτός τα προκάλεσε αυτά τα όρια, τότε μια χαρά. Η εξήγηση αυτή είναι (σοκ) συμβατή με τη θεωρία της εξέλιξης, δεν είναι κάτι παράδοξο! Θα μπορεί, λοιπόν, η θρησκεία να είναι ένα στοιχείο της παράδοσής μας πλέον, όπως η ιστορία μας, να αποτελεί μια πηγή που κάποτε μας ενθάρρυνε να δημιουργήσουμε καταπληκτικά έργα πολιτισμού, γλώσσας, τέχνης, μουσικής, λογοτεχνίας, συνηθειών. Και έτσι η έννοια του θεού θα μπορέσει να διατηρήσει μια υγιή και συμφιλιωτική θέση στη ζωή μας. Φυσικά αυτή η προσέγγιση χρειάζεται γενναιότητα και μεγαλοψυχία και από τις δύο πλευρές, αυτήν που πιστεύει σε έναν θεό με τον παραδοσιακό τρόπο και αυτήν που δεν έχει πειστεί για την ύπαρξή του.

[Featured image credit: “Jan Brueghel & Peter Paul Rubens – The Garden of Eden [c.1615]” by Gandalf’s Gallery is licensed under CC BY-NC-SA 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/2.0/.]

εκτύπωση Κατηγορίες: αθεΐα, απόψεις, θρησκεία, πολιτική, φιλοσοφία | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
21 Ιανουαρίου, 2026

Μιας και θυμηθήκαμε το Θουκυδίδη, ας θυμηθούμε για αρχή και άλλα 2-3 περιστατικά.

1.

Ηρόδοτος. Απάντηση δύο Σπαρτιατών, του Σπερθία και του Βούλη, προς τον Πέρση στρατηγό (σατράπη) Υδάρνη. Απεσταλμένοι της Σπάρτης που πήγαιναν στα Σούσα για να παραδοθούν στον Ξέρξη, ως “εξιλέωση” για τη θανάτωση των Περσών κηρύκων λίγα χρόνια νωρίτερα. Εκείνος τους παρέθεσε γεύμα και τους ρώτησε:

“Γιατί αποφεύγετε τόσο πολύ να γίνετε φίλοι του Βασιλιά; Βλέπετε εμένα, πώς με τιμά ο Βασιλιάς και σε τι θέση βρίσκομαι. Αν υποτασσόσασταν, ο καθένας σας θα γινόταν άρχοντας μιας περιοχής στην Ελλάδα.”

Η Απάντηση των Σπαρτιατών:

“Υδάρνη, η συμβουλή που μας δίνεις δεν είναι ισορροπημένη. Διότι εσύ δοκίμασες μόνο το ένα (τη δουλεία), ενώ το άλλο (την ελευθερία) δεν την γνωρίζεις. Ξέρεις πώς είναι να είσαι δούλος, αλλά δεν έχεις γευτεί ποτέ την ελευθερία, για να ξέρεις αν είναι γλυκιά ή όχι. Αν την είχες δοκιμάσει, θα μας συμβούλευες να πολεμάμε γι’ αυτήν όχι μόνο με δόρατα, αλλά ακόμα και με τσεκούρια.”

2.

Διάλογος μεταξύ του εξόριστου Σπαρτιάτη βασιλιά Δημάρατου και του Ξέρξη στον Δορίσκο της Θράκης, καθώς ο Ξέρξης επιθεωρεί το τεράστιο στράτευμά του. Ο Ξέρξης, βλέποντας τη δύναμή του, ρωτάει τον Δημάρατο αν οι Έλληνες θα τολμήσουν να προβάλουν αντίσταση. Όταν ο Δημάρατος του απαντά πως οι Σπαρτιάτες θα πολεμήσουν ακόμα και αν έχουν μείνει μόνο χίλιοι, ο Ξέρξης γελάει, λέγοντας πως είναι αδύνατον ελεύθεροι άνθρωποι, χωρίς έναν αφέντη να τους αναγκάζει με το μαστίγιο, να τα βάλουν με έναν τόσο ανώτερο στρατό.

Η απάντηση του Δημάρατου:

«…διότι, αν και είναι ελεύθεροι, δεν είναι εντελώς ελεύθεροι. Γιατί από πάνω τους έχουν αφέντη τον Νόμο, τον οποίο φοβούνται πολύ περισσότερο από όσο φοβούνται εσένα οι υπήκοοί σου. Κάνουν λοιπόν όσα αυτός τους προστάζει· και τους προστάζει πάντοτε το ίδιο πράγμα: να μην υποχωρούν από τη μάχη μπροστά σε οποιοδήποτε πλήθος ανθρώπων, αλλά να μένουν στις θέσεις τους και ή να νικούν ή να πεθαίνουν.»

3.

Από την τραγωδία «Πέρσαι» του Αισχύλου, ο οποίος πολέμησε ο ίδιος στον Μαραθώνα και τη Σαλαμίνα. Είναι η μοναδική αρχαία τραγωδία που βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα και όχι σε μύθους. Στα Σούσα, στην αυλή των Περσών η βασίλισσα Άτοσσα (μητέρα του Ξέρξη) συνομιλεί με τον Χορό των Περσών γερόντων. Ρωτάει να μάθει πληροφορίες για αυτούς τους μακρινούς εχθρούς, τους Αθηναίους, που τόλμησαν να αντισταθούν στον γιο της.

Άτοσσα: «Ποιος είναι ο ποιμένας (αρχηγός) που τους επιβλέπει και εξουσιάζει τον στρατό τους;»

Χορός: «Δεν αποκαλούνται δούλοι κανενός ανθρώπου, ούτε υπήκοοι.»

Εγώ πάντως σήμερα είμαι λίγο περήφανος για την Ευρώπη μας. Το ξέρω, δεν είναι αρκετός ο ρομαντισμός και τελειότητα δεν υπάρχει. Υπάρχουν όμως ηθικές πυξίδες που πρέπει να δείχνουν στη σωστή κατεύθυνση, και οφείλουμε να επιβεβαιώνουμε την προσήλωσή μας σε αυτές πότε πότε. Ο Μαρκ Κάρνεϋ και η Ούρσουλα φον ντερ Λάυεν τα είπαν καλά και τίμια. Αυτός ο πλανήτης χωρίς την Ευρώπη δεν πάει μακριά· κάτι ξέρει η Γηραιά. Καναδά, μιας και η 28η θέση μας άνοιξε πρόσφατα, σκέψου το. Αμερική, μπορείς τόσο πολύ καλύτερα.

Πού και πού πρέπει να συνειδητοποιούμε ότι ως άνθρωποι είναι εγγενής μέσα μας η ανάγκη να υψωνόμαστε πάνω από τα πράγματα και να ενωνόμαστε σε κάτι καλύτερο και μεγαλύτερο. Αυτή την ψυχική ανάταση τη χρειαζόμαστε για να μην καταπέσουμε στον κυνισμό και τη χυδαιότητα. Και, ως Έλληνες, αξίζει να αισθανόμαστε μια μικρή περηφάνεια που ετούτη εδώ η πλευρά του κόσμου οραματίστηκε και οραματίζεται ακόμα αξίες όπως αυτή της ελευθερίας, με λίκνο την ιστορική μας καταγωγή και έκφραση τη γλώσσα μας. Είναι η γλώσσα που πρώτη τόλμησε να ψιθυρίσει πως οι πολίτες «οὔτινος δοῦλοι κέκληνται φωτὸς οὐδ᾽ ὑπήκοοι». Δεν είμαστε υπήκοοι κανενός θνητού, αλλά κοινωνοί αξιών.

Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, βάση του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού ο ελληνορωμαϊκός. Δεν είναι μια υπόθεση αστήρικτη. Από τον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο, στον Καρλομάγνο, στη Μάγκνα Κάρτα, στον Διαφωτισμό, στον Ρουσσώ, στον Ρήγα Φεραίο και στον Τσώρτσιλ, η ήπειρος αυτή χαλυβδώθηκε μέσα από χιλιετίες πόνου. Μέσα από αυτόν τον πόνο συμπυκνώθηκαν αξίες που έχουν εμπεδωθεί και δεν τις διαπραγματευόμαστε εύκολα. Είναι η κληρονομιά του «Δεσπότη Νόμου», της πεποίθησης δηλαδή ότι πάνω από εμάς δεν στέκεται ένας αυθαίρετος ηγεμόνας, αλλά η ισχύς των κανόνων που εμείς οι ίδιοι θέσαμε.

Κάποια στιγμή έπρεπε και πρέπει ακόμη ο πορτοκαλί ημίβλακας, ο χυδαίος νάρκισσος μεσίτης, να ακούσει ένα βροντερό «Όχι». Τότε ίσως συνειδητοποιήσει ότι ο κόσμος δεν του ανήκει και ότι χωρίς την Ευρώπη, από την οποία κατάγεται, δεν μπορεί να τον κυβερνήσει. Ίσως τότε καταλάβει αυτό που είπαν οι Σπαρτιάτες στον Πέρση σατράπη Υδάρνη, όταν εκείνος τους πρότεινε «βολική» υποταγή με αντάλλαγμα αξιώματα: «Μας δίνεις συμβουλές χωρίς να ξέρεις και τα δύο· ξέρεις καλά πώς είναι να είσαι δούλος, αλλά την ελευθερία δεν την δοκίμασες ποτέ, για να ξέρεις αν είναι γλυκιά ή όχι».

Η Ευρώπη, με όλα τα λάθη της, επιμένει να διατηρεί αυτή τη «γεύση». Και αυτό, σήμερα, είναι λόγος για να νιώθουμε περήφανοι. Ντόναλντ Τραμπ, μπορεί να καταφέρεις ακόμα και να μας ενώσεις.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, ιστορία, πολιτική | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
6 Ιανουαρίου, 2026

Το πόσο περίπλοκος είναι ο κόσμος μας -και ήταν πάντοτε- είναι μια μόνιμη επωδός που συνοδεύει τις σκέψεις μου όσο μεγαλώνω. Περίπλοκα υπέροχος και περίπλοκα τρομακτικός. Υπέροχος γιατί μέσα από διεργασίες καταστροφικές αναδείχθηκαν εξαιρετικά πράγματα, τρομακτικός γιατί η καθαρή ηθική προσέγγιση δε μπορεί να λειτουργήσει. Ένα παράδειγμα: η αποικιοκρατία ήταν φρικτή με τα σημερινά μας μάτια, αλλά οι χώρες που την υπέστησαν είναι σήμερα αιώνες μπροστά από τις χώρες που δεν πάτησε το πόδι του αποικιοκράτης, γιατί κληρονόμησαν πολλά από τα θετικά των αποικιοκρατών τους. Άλλο ένα: το εμπόριο ανθρώπων ως σκλάβων δεν είναι εφεύρεση της Δύσης, αλλά η Δύση το αξιοποίησε κι αυτή για αιώνες, όμως εκείνη είναι και που το τερμάτισε. Η μονοδιάστατη ανάγνωση της πραγματικότητας και της ιστορίας μέσα από απλουστευτικά σχήματα καλού-κακού δε λειτουργεί. Η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη.

Θα μου πείτε, άρα τι κάνουμε; Κρίνουμε το καθετί με βάση το αποτέλεσμα που έφερε ανεξάρτητα από την οδό που ακολουθήθηκε (συνεπειοκρατία, consequentialism) και το κόστος που απαιτήθηκε; Τι θα σήμαινε αυτό για το μέλλον; Θα ήταν τα πάντα αποδεκτά, ο σκοπός θα αγίαζε τα μέσα; Δε θα πρέπει να κρίνουμε με βάση τις ηθικές αρχές μας (principles, deontology/δεοντολογία); Δε θα πρέπει να κρίνουμε έστω κάπως ωφελιμιστικά, ζυγίζοντας κόστη και οφέλη (utilitarianism);

Φιλόσοφοι ερίζουν αιώνες τώρα για τη σωστή προσέγγιση. Ίσως τελικά η πρόκληση είναι να μπορούμε να διακρίνουμε ποια προσέγγιση αρμόζει σε κάθε περίπτωση. Ίσως καμία προσέγγιση δεν είναι τέλεια και για κάθε περίπτωση. Η συνειδητοποίηση αυτή είναι απελευθερωτική και ρεαλιστική και μας βγάζει από την πλάνη της ηθικής καθαρότητας. Ναι, πρέπει να έχουμε βασικές ηθικές αρχές αλλά αυτές είναι ανθρώπινες και άρα επιρρεπείς σε λάθη. Δεν είναι κακό να τις βελτιώνουμε όταν δεν έχουν καλό αποτέλεσμα. Δεν πρέπει να λέμε ψέμματα, αλλά όταν ένας ναζί μας ρωτήσει πού είναι κρυμμένη η Άννα Φρανκ μπορούμε να πούμε ότι δεν ξέρουμε. Δεν πρέπει να σκοτώνουμε ανθρώπους αλλά όταν πρέπει να αποφασίσουμε αν το τρένο θα πατήσει έναν ή 10 ανθρώπους  μπορούμε να αποφασίσουμε να σώσουμε τους 10 ή να σώσουμε τον 1 αν είναι το παιδί μας.

Τα παραδείγματα αυτά έρχονται από τον κόσμο της ηθικής φιλοσοφίας και μοιάζουν απλοϊκά, όμως καταδεικνύουν ότι δε μπορούμε να αξιώνουμε η ηθική μας να βασίζεται σε κάτι τέλειο και ιδανικό. Αυτό θα ήταν απλουστευτικό και ρηχό. Αν μη τι άλλο η ηθική μας έχει προκύψει από κάτι ατελές: εμάς, τους ανθρώπους. Κλωτσάει αυτό μέσα μου κι εμένα. Ειδικά σε ένα μυαλό ανθρώπου μηχανικού (engineer) η αδυναμία να σχεδιάσει μια τέλεια μηχανή είναι κάτι που γονατίζει, που πονάει σωματικά. Αλλά είναι η πραγματικότητα. Έστω ας προσπαθούμε να ελαχιστοποιήσουμε τις περιπτώσεις όπου οι αρχές μας χρειάζεται να περάσουν μέσα από ένα φίλτρο ωφελιμισμού ή συνεπειοκρατίας. Όπως ένας μηχανικός προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τις φθορές στη μηχανή του ή τις απώλειες ενέργειας.

Αυτή τη στιγμή ο πλανήτης παρατηρεί με ανοιχτό το στόμα τη σύλληψη του Βενεζολάνου σοσιαλιστή δικτάτορα προέδρου Μαδρούρο από την κυβέρνηση Τραμπ. Για τον Τραμπ έχω ξαναγράψει, ένας ημίβλακας νάρκισσος μεσίτης που ανακάτεψε σε μια νύχτα τον πλανήτη αγνοώντας ένα μεταπολεμικό (μετά ΒΠΠ) μεταψυχροπολεμικό (μετά πτώσης ανατολικού μπλοκ και υπαρκτού σοσιαλισμού) στάτους κβο που είχε θεσμικές βάσεις συνεργασίας και συνεννόησης λαών (Ηνωμένα Έθνη, εθνική κυριαρχία, ελεύθερη παγκόσμια οικονομία). Ήταν ένα τέλειο στάτους κβο; Καθόλου! Αλλά έβαζε τις αρχές πάνω από το συμφέρον έστω και ως μια πυξίδα που υπολειτουργούσε. Η πυξίδα υπήρχε.

Ο Τραμπ λοιπόν σχεδόν εισέβαλε στη Βενεζουέλα για να συλλάβει το Μαδούρο. Η πράξη μοιάζει σαν κατάφωρη παρέμβαση στα πράγματα μιας ανεξάρτητης χώρας. Η σύλληψή του μάλιστα είναι σύλληψη αρχηγού κράτους και όχι απλού εγκληματία σε τυχαία χρονική στιγμή. Και οι αρχηγοί κρατών προστατεύονται έστω και τυπικά από αυτές τις διαδικασίες από το διεθνές δίκαιο.

Από την άλλη ο Μαδούρο ήταν ένας κανονικός δικτάτορας. Φτωχοποίησε απίστευτα τη χώρα του, το ΑΕΠ της έπεσε κατά 20%, το 80% των πολιτών της είναι κάτω από το όριο της φτώχειας με το 50% να είναι κάτω από το όριο της ακραίας φτώχειας, 8 εκατομμύρια αυτών, περίπου το 1/5 του πληθυσμού είναι πρόσφυγες σε άλλη χώρα, διαχειρίζεται καρτέλ ναρκωτικών που τον χρηματοδοτούν, αγνοεί εκλογές, διώκει και σκοτώνει αντιφρονούντες. Και μιλάμε για μια χώρα με μεγάλο ορυκτό πλούτο και τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη. Αντί να είναι από τις πλουσιότερες είναι από τις φτωχότερες. Πρόκειται για ένα τέρας.

Παράλληλα, η Βενεζουέλα συνεργάζεται με όλους τους συνήθεις ύποπτους του πλανήτη, τη Ρωσία, το Ιράν, την Κίνα, ισλαμιστικές οργανώσεις, τόσο σε οικονομικό όσο και σε πολιτικό-στρατιωτικό επίπεδο. Οι δικτάτορες του κόσμου είναι φίλοι και συνεργάτες του. Ανταλλάσσουν τεχνογνωσία και πόρους για σκοπούς διόλου ειρηνευτικούς ή φιλελεύθερους.

Φιλελεύθερους είπα; Μα είναι ο Τραμπ φιλελεύθερος; Κάθε άλλο! Αλλά δεν τον επέλεξα εγώ ούτε και μπορώ να τον αλλάξω αυτή τη στιγμή. Όμως σίγουρα στο φιλελευθερόμετρο είναι δεκάδες χιλιόμετρα πιο πάνω από το Μαδούρο.

Τι θέλει λοιπόν ο Τραμπ; Θέλει έλεγχο της γειτονιάς του, που είναι όλη η αμερικανική ήπειρος, από τη Γροιλανδία και τον Καναδά μέχρι Γη του Πυρός. Πρόκειται για ένα ανανεωμένο και στραπατσαρισμένο δόγμα Μονρόε, που το έκανε και “Ντονρόε” ένα πορτμαντώ από το μικρό του όνομα (Ντόναλντ) και το όνομα του Αμερικανού προέδρου των αρχών του 19ου αιώνα Τζέημς Μονρόε (εντάξει δεν έχει φίλτρο αιδούς μέσα του ο νάρκισσος). Θέλει η γειτονιά του να καθαρίσει πρώτα από όλα από τους μεγαλύτερους εχθρούς του, τους συμμάχους του Μαδούρο.

Και θέλει τα πετρέλαια της Βενεζουέλας, στα οποία τώρα όχι μόνο δεν έχει άμεση πρόσβαση, αλλά έχουν πρόσβαση η εχθροί του. Ο τρόπος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε: από εμπορικός και συναλλακτικός μέχρι παρεμβατικός και πολεμικός. Στη μέση αυτού του φάσματος είναι και ο τρόπος της υποταγής στις επιθυμίες του Τραμπ. Υπάρχει περίπτωση κάποιος από αυτούς τους τρόπους να συμβαδίζει και με τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Αν όχι τότε τόσο το χειρότερο για το διεθνές δίκαιο. Ο ίδιος είναι αρκετά ασταθής για να μπορείς να περιμένεις τα πάντα, ακόμη και κάποια θετικά μέσα στην αλλοφροσύνη του.

Μπορεί λοιπόν ένας ημίβλακας νάρκισσος μεσίτης να εκφράζει κάτι θετικό ως πρόεδρος των ΗΠΑ; Μπορεί και σίγουρα η χώρα του είναι σύμμαχός μας όσο κι αν διολισθαίνει θεσμικά. Σύμμαχοί μας από την άλλη σίγουρα δεν είναι οι εχθροί του Τραμπ. Μάλιστα οι εχθροί του είναι εχθροί κάθε δημοκρατικού και φιλελεύθερου πνεύματος στον πλανήτη.

Μα μπορούμε να πιστεύουμε πως το να μένουμε σύμμαχοι με μια χώρα που διολισθαίνει θεσμικά είναι προς όφελός μας; Οι παγκόσμιοι συσχετισμοί δυστυχώς είναι κι αυτοί περίπλοκοι. Η Ελλάδα παραμένει πιστή στο αφήγημα της καλής πλευράς της ιστορίας αλλά είναι και μια μικρή χώρα σε μια όχι ουδέτερη γειτονιά του κόσμου. Χρειάζεται συμμάχους και πάντα μέσα από το άρμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Από την άλλη, όσο κι αν οι σύμμαχοί μας δεν είναι τέλειοι, έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολύ πιο μεγάλους κινδύνους. Χώρες δηλαδή που ποτέ δεν πίστεψαν στην αξία του διεθνούς δικαίου, χώρες που απλά ανέχτηκαν -καμιά φορά δεν ανέχτηκαν καν- το μεταπολεμικό και μεταψυχροπολεμικό καθεστώς. Το μη χείρον βέλτιστον; Καμιά φορά χρειάζεται λίγος ρεαλισμός μέχρι να ξεπεραστεί η φουρτούνα. Δεν είναι δυνατόν να κραδαίνεις ρομφαία ηθικής όταν ο αντίπαλος δεν παίζει με τους ίδιους όρους.

Αυτή η συνειδητοποίηση μοιάζει πικρή, μοιάζει σα μια ηθική ήττα, μπορεί να βιωθεί σαν ηθική πτώση. Αλλά δεν είναι. Πρέπει να μπορείς πρώτα να επιβιώσεις για να μπορείς μετά να κρατάς καλά-καλά τη ρομφαία. Έπειτα την υψώνεις κιόλας. Αυτό είναι δύσκολο να το καταπιεί κανείς, ιδίως αν πιστεύει ότι ο κόσμος μας ήταν αγγελικά και ιδανικά πλασμένος και ότι μόνο μέσα από τις γνωστές μας διεθνείς θεσμικές διαδικασίες μπορεί να υπάρξει πρόοδος. Σε πολλές περιπτώσεις είδαμε ότι πρόοδος δεν υπήρξε. Σε πολλές περιπτώσεις υπήρξε οπισθοχώρηση. Και όταν μια κατάσταση βαλτώνει έρχονται οι συνθήκες που δεν ελέγχουμε για να την ανατρέψουν. Εδώ βρισκόμαστε τώρα.

Και έχουμε ακόμα χώρο να δράσουμε ως χώρα εντός ενός ευρύτερου πλαισίου διεθνούς ηθικής, μιας ηθικής που οι αντίπαλοί μας δε θα δεχτούν, όπως δε δέχονταν και τη διεθνή νομιμότητα ως τώρα. Ή τη δέχονταν κατ’ επίφαση και όπου δε μπορούσαν λόγω μεγέθους να παραβιάσουν. Πρόκειται για μια σύγκρουση πολιτισμών, για ένα ένα νέο ψυχρό πόλεμο (κάποιοι τον λένε και τρίτο παγκόσμιο), έναν πόλεμο όχι χαρακωμάτων ή σώμα-με-σώμα αλλά ισχύος, ενέργειας, πόρων, συμμαχιών.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ακούσουμε τις αντιδυτικές αντιαμερικανικές κραυγές, που δεν έχουν ξεστομίσει λέξη τόσα χρόνια για δικτάτορες όπως ο Μαδούρο και ξαφνικά κόπτονται για τη διεθνή νομιμότητα. Στην Αργεντινή οι Βενεζολάνοι πρόσφυγες πανηγυρίζουν για την πτώση του. Ας τους ακούσουμε και ας κινηθούμε προσεκτικά και ευρωπαϊκά από εδώ και στο εξής. Οι καλοί πρέπει να είναι και δυνατοί.

Featured image credit: “Maduro dictador” by A.Davey is licensed under CC BY-NC-ND 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/2.0/

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, ηθική, οικονομία, πολιτική | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
15 Δεκεμβρίου, 2025

Ο Στήβεν Πίνκερ στο Enlighetnment Now αναφέρει τη συμπάθεια μεγάλου ποσοστού της διανόησης του 20υ αιώνα στη φιλοσοφία του Νίτσε ως μεγάααλο πρόβλημα. Ο Νίτσε, λέει, αποτέλεσε και ιδεολογικό υπόβαθρο του φασισμού και ναζισμού και ακόμη και του σταλινισμού. Μιλάει για τον υπεράνθρωπο που θα επιβληθεί στους κατώτερους ανθρώπους. Και τα απολυταρχικά καθεστώτα αυτά τα είδε με καλό μάτι ένα μεγάλο επίσης ποσοστό της διανόησης του 20ου αιώνα. Τι κρυβόταν πίσω από αυτή την ανίερη σχέση;

Η Ευρώπη των εθνεγερσιών του 19ου αιώνα ήταν κατά το Νίτσε μια ξεπεσμένη Ευρώπη. Το αρχαίο κλέος της Αθήνας και της Ρώμης και των αυτοκρατοριών είχε περάσει μέσα από το φίλτρο της αδυναμίας του Χριστιανισμού που κήρυξε την ταπεινότητα και την ισότητα. Για το Νίτσε ο Χριστιανισμός τότε είχε νικήσει με αυτές τις αξίες! Αλλά για το Νίτσε αυτή η νίκη ισοδυναμούσε με παρακμή. Ο ρωμαλέος άνθρωπος της αρχαιότητας είχε παρακμάσει σε ταπεινό ανθρωπάκο. Ο υπεράνθρωπός του έπρεπε να επικρατήσει με την ισχύ του.

Αυτή η φιλοσοφία μεταφέρθηκε στον Α’ ΠΠ και στο μεσοπόλεμο σε επίπεδο εθνικό, όπου ένας ακραίος ιδεαλισμός πήρε τα ηνία ορίζοντας ότι το έθνος είναι η φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Τα δυνατά έθνη θα επικρατήσουν στα αδύναμε όπως ο υπεράνθρωπος στον ανθρωπάκο. Αυτή τη φιλοσοφία ακολούθησαν Χίτλερ και Μουσολίνι. Αυτή η φιλοσοφία κρυβόταν και πίσω από το Στάλιν. Όλοι αυτοί, με τον τρόπο τους ο καθένας, ήθελαν μονομιάς την κατάρριψη του ξεπεσμένου καθεστώτος και την οικοδόμηση ενός νέου. Την οικοδόμηση κοινωνιών πάνω στη φανταστική αξία των ανώτερων εθνών οι φασίστες και οι ναζί, την οικοδόμηση του νέου ανθρώπου οι κομμουνιστές. Καμία έγνοια για την ανθρώπινη ζωή, μόνο ακραίος, μιλιταριστικό ιδεαλισμός που σαρώνει στο διάβα του και στον σκοπό του.

Αυτό τον αλλοπρόσαλλο ιδεαλισμό βλέπει ο Πίνκερ και στον Τραμπ. Η ρητορική του Τραμπ είναι ότι οι η Αμερική βρίσκεται σε παρακμή, ότι οι θεσμοί της έχουν καταπέσει, ότι χρειάζεται σωτηρία, αυτός είναι η αποκρυστάλλωση του εθνικού σκοπού, ο σωτήρας, και οι σχέσεις με τα άλλα έθνη είναι σχέσης είτε σύγκρουσης είτε καθαρής εμπορικής συναλλαγής.

Η Αμερική είχε πράγματι πρόβλημα πριν τον Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί κυριαρχούσαν ιδεολογικά και οι Ρεπουμπλικανοί δεν ήταν πολύ διαφορετικοί στην πράξη. Το εκκρεμές είχε γείρει σε μια πλευρά. Μια πλευρά που είχε παθογένειες (τεράστιο κράτος πρόνοιας, ανισότητες, μεγάλο μέρος των βαθέων ΗΠΑ παραμένει οικονομικά δεκαετίες πίσω, ιδεολογική υπεροχή της αριστεράς και μαρξιστικής αριστεράς στην περίφημη αμερικανική ακαδημία, πολωτικά σχήματα εξουσίας λευκοί-μαύροι, άνδρες-γυναίκες, αμερικανοί-μετανάστες, κλιματική κρίση-κλιματικός ρεαλισμός).

Δυστυχώς ο εκφραστής της άλλης πλευράς είναι ένας ακραίος και τώρα γέρνει το εκκρεμές από την άλλη, προσπερνώντας με ταχύτητα και αδιαφορία το κέντρο.

[Featured image credit: “Nietzsche” by eozikune is licensed under CC BY-SA 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-sa/2.0/.]

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, ιστορία, πολιτική | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο