Μια επιστημονική θεωρία προκύπτει περίπου ως εξής: Βήμα 1: παρατήρηση/μέτρηση των ιδιοτήτων ενός συγκεκριμένου μέρους του φυσικού κόσμου με δομημένο και συστηματικό τρόπο. Βήμα 2: διατύπωση των ιδιοτήτων του μέρους του φυσικού κόσμου αυτού (το μοντέλο) και των τρόπων με τους οποίους αυτό λειτουργεί και έτσι ένα αποτέλεσμα προκύπτει από ένα αίτιο (έχει σημασία να περιγράφουμε με ακρίβεια τις ιδιότητες του μοντέλου για να μη συγχέουμε τις ιδιότητές του). Βήμα 3: δοκιμή της θεωρίας στην πράξη για να αποδειχθεί αν πράγματι μπορεί να προβλέψει υπό όμοιες συνθήκες (δηλαδή μέσα στο ίδιο μοντέλο) αποτελέσματα από αντίστοιχα αίτια. Αν προβλέπει τότε δουλεύει. Τελεία και παύλα.
Συνήθως μια επιστημονική θεωρία ξέρει και πότε δε δουλεύει γιατί έχει περιγράψει καλά τις συνθήκες του μοντέλου της. Ξέρει και πόσο έξω πέφτει όταν δεν πέφτει τελείως μέσα. Δέχεται ότι ισχύει μόνο εντός του μοντέλου που έχει προσδιορίσει. Και δέχεται ότι μάλλον θα βρεθεί κάτι καλύτερο από αυτήν στο μέλλον. Έχει μια εγγενή διανοητική τιμιότητα δηλαδή. Όσο για τις θεωρίες που καταρρίπτονται, κλασική παρανόηση αυτή, συνήθως δεν καταρρίπτονται κυριολεκτικά. Απλώς έρχονται άλλες που τις βελτιώνουν. Κι όταν έχουν βελτιωθεί πολύ, οι αρχικές μπορεί να μοιάζουν απλοϊκές. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο και μόνο επειδή άφησαν χώρο για εξέλιξη.
Μια επιστημονική θεωρία επομένως δεν είναι η πραγματικότητα! Αλλά οφείλει να την εξηγεί και να την προβλέπει επαρκώς. Προσοχή στο “επαρκώς”. Επαρκώς σημαίνει με χρήσιμο για εμάς τρόπο! Μπορεί και να μην το κάνει αυτό τέλεια, δηλαδή, αλλά να το κάνει επαρκώς. Πχ η θεωρία της επίπεδης γης είναι ικανή να εξηγήση την πραγματικότητα, αν ο κόσμος σου είναι το χωριό σου και τα γειτονικά σου χωριά και λίγο παραπέρα. Άντε διασχίζεις και με λίγη τύχη κάποιες θάλασσες. Ξεμακραίνοντας από αυτή τη μικρή διάσταση γρήγορα αρχίζει να μην εξηγεί την πραγματικότητα και να μην προβλέπει αποτελέσματα από τις ίδιες αιτίες. Το μοντέλο του Μπορ για τη δομή του ατόμου είναι μια (ομολογουμένως) πανέμορφη και κομψότατη περιγραφή που μας πάει πολύ μακριά στη χημεία και τη φυσική αλλά ξέρουμε πλέον ότι είναι μια αφαίρεση, όχι η πραγματικότητα.
Η βαρύτητα (σοκ) είναι από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα θεωρίας την οποία όλοι ξέρουμε διαισθητικά, γιατί όλοι πέφτουμε και ρίχνουμε πράγματα κάτω από τη στιγμή που γεννηθήκαμε και περιγράφει την πραγματικότητα εξαιρετικά αλλά δεν έχουμε ιδέα γιατί συμβαίνει. Γιατί δηλαδή δύο σώματα έλκουν το ένα το άλλο; Αυτό είναι σχεδόν μαγεία! Λέμε ότι είναι ιδιότητα του πεδίου όταν σε αυτό βρίσκεται μέσα ύλη! Τι μαγγανείες είναι αυτές! Έτσι της βάζουμε και κάτι σταθερές (νούμερα) για να βγάζει αποτελέσματα. Αλλά βγάζει εκπληκτικό νόημα και με απίστευτη συνέπεια. Δεν έχει συμβεί να πέσει έξω ούτε μια φορά. Η διαίσθησή μας ζορίζεται λίγο όταν ανάμεσα σε δύο σώματα υπάρχει αόρατη ύλη, όπως ο αέρας, και σε κενό αέρος ένα πούπουλο κι ένα βαρίδι πέφτουν ταυτόχρονα, αλλά και πάλι αυτό εξηγείται με μικρή προσπάθεια.
Η εξέλιξη είναι κι αυτή μια θεωρία, που εκεί κι αν δεν έχουμε ιδέα τι την προκαλεί. Κατά τα φαινόμενα προέκυψε οργανικά και αυθόρμητα και χωρίς σκοπό. Απλά συνέβη και ξεκίνησε και συνεχίζει. Έχουμεμ, δε, μυριάδες δείγματα (πολλά σε μουσεία και σε ζωολογικούς κήπους σε κοινή θέα) που είτε διαισθητικά είτε με δομημένο τρόπο μας πείθουν ότι εξηγεί την πραγματικότητα με τρόπο που καμία άλλη δομημένη εξήγηση δεν καταφέρνει. Δενμ έχουμε καταφέρει να εξηγήσουμε τα πάντα με βάση αυτήν, αλλά πάντα βρίσκουμε μια εύλογη εξήγηση με βάση αυτήν. Και δεν υπάρχει καμία άλλη θεωρία που να την πλησιάζει σε επεξηγηματική ισχύ! Ένας τίμιος επιστήμονας θα δεχόταν τη θεωρία των πρωτόπλαστων αν αυτή σε ένα καλά περιγεγραμμένο μοντέλο του κόσμου εξηγούσε κάτι με συνέπεια και συνοχή. Αλλά αυτό φυσικά δε συμβαίνει.
Γενικά οι επιστημονικές θεωρίες δεν φτάνουν κάτω από την πραγματικότητα για να δουν τι την προκαλεί. Νομίζω, με τα ολίγα που ξέρω, ότι ποτέ δε θα το καταφέρουν. Θα σκαλίζουμε όσο μπορούμε και θα συναντάμε κάπου σε κάποιο βαθύ σημείο κάτι δεδομένα απροσδιόριστο, με απαγορευτικές αρχές και όρια, αυτοαναφορικό, αναδρομικό, παράδοξο. Θα δείξει.
Ως εκ τούτου, μια θρησκεία που σέβεται τον εαυτό της θα μπορούσε να δεχτεί και την εξέλιξη αλλά και την ίδια της την εξέλιξη. Έξι-εφτά χιλιάδες χρόνια πριν δεν ξέραμε πολλά, είχαμε αρχίσει ίσα-ίσα να καλλιεργούμε τη γη και φτιάχναμε καταπληκτικούς μύθους, που ήταν κάτι σαν πολύ ατελείς περιγραφές της πραγματικότητας. Για προϊστορία δεν τους λέω καθόλου κακούς. Μπορούμε να δεχτούμε ότι αυτές οι περιγραφές καλυτέρευσαν, μάλιστα τους πρόσφατους αιώνες ραγδαία και δραματικά. Μπορούμε να σπρώξουμε την έννοια του θεού πέρα και κάτω από την πραγματικότητα, πίσω από τις απροσδιοριστίες και τις απαγορευτικές αρχές, πέρα από τα όρια που δε θα φτάσουμε ποτέ. Μπορεί να βρίσκεται εκεί.
Πέρα από αυτά τα όρια η ύπαρξη η μη του θεού δε θα έχει ουσιαστική επίδραση στη ζωή μας. Ο θεός θα μπορεί να είναι μια ιδέα που για μεγάλο διάστημα της διαδρομής μας έδωσε στο είδος μας ένα εξελικτικό πλεονέκτημα συνοχής και ισχύος. Κι άμα θέλει ας υπάρχει πέρα από την πραγματικότητά μας. Αν υπάρχει και αν υπάρχει πέρα από αυτά τα όρια και αν αυτός τα προκάλεσε αυτά τα όρια, τότε μια χαρά. Η εξήγηση αυτή είναι (σοκ) συμβατή με τη θεωρία της εξέλιξης, δεν είναι κάτι παράδοξο! Θα μπορεί, λοιπόν, η θρησκεία να είναι ένα στοιχείο της παράδοσής μας πλέον, όπως η ιστορία μας, να αποτελεί μια πηγή που κάποτε μας ενθάρρυνε να δημιουργήσουμε καταπληκτικά έργα πολιτισμού, γλώσσας, τέχνης, μουσικής, λογοτεχνίας, συνηθειών. Και έτσι η έννοια του θεού θα μπορέσει να διατηρήσει μια υγιή και συμφιλιωτική θέση στη ζωή μας. Φυσικά αυτή η προσέγγιση χρειάζεται γενναιότητα και μεγαλοψυχία και από τις δύο πλευρές, αυτήν που πιστεύει σε έναν θεό με τον παραδοσιακό τρόπο και αυτήν που δεν έχει πειστεί για την ύπαρξή του.
[Featured image credit: “Jan Brueghel & Peter Paul Rubens – The Garden of Eden [c.1615]” by Gandalf’s Gallery is licensed under CC BY-NC-SA 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-nc-sa/2.0/.]
εκτύπωση Κατηγορίες: αθεΐα, απόψεις, θρησκεία, πολιτική, φιλοσοφία | rss 2.0 | trackback

