Τι λείπει από το (Νεο)Έλληνα και έχει ξεπέσει στην ανυποληψία των ημερών μας; Βομβαρδιζόμαστε από παντού με στοιχεία και διαπιστώσεις που αποδεικνύουν ότι είμαστε ένα έθνος σαθρό με διεφθαρμένους πολίτες και πολιτικούς. Εντάξει, καθυστερήσαμε κάπως σε σχέση με την υπόλοιπη – δυτική – Ευρώπη να "εκσυγχρονιστούμε". Ταλαιπωρηθήκαμε με εμφυλίους, με χούντες κλπ. Όμως όταν ήρθε η ώρα να μπούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ γρήγορα επωφεληθήκαμε από αυτήν. Δεν έχει αξία να κρίνουμε αν αυτός ο δρόμος ήταν ο μοναδικός ή ο σωστός, αλλά έχει αξία να δούμε πώς τον περπατήσαμε.
Ο Έλληνας, λοιπόν, για να κάνουμε μια απλή σκέψη, στον αιώνα που πέρασε, έχει δύο μεγάλες περιόδους, άντε τρεις. Την περίοδο μέχρι το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, την περίοδο μετά από αυτόν, μέχρι τη Μεταπολίτευση και τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας, και την τελευταία περίοδο που χαρακτηρίζεται από τη σταθερή πλέον κοινοβουλευτική δημοκρατία και την Ευρωπαϊκή πορεία. Με θλίψη παρατηρούμε, στην τελευταία αυτή περίοδο, που ελπίζουμε ότι σιγά-σιγά ολοκληρώνεται, μια πλήρη ηθική, πολιτική και κοινωνική κατάρρευση. Δεν είμαι καθόλου ειδικός για να τις αναλύσω. Μπορώ όμως και τις βλέπω, είναι εκεί μπροστά μου. Τι φταίει σε αυτό;
Ο Έλληνας έχασε το πάθος του. Έχασε την επιθυμία του για κάτι καλύτερο. Βολεύτηκε. Αρκέστηκε σε μια μέτρια θέση εργασίας χωρίς προοπτικές και με μερικά επιδόματα. Εκπαιδεύτηκε να επιθυμεί λίγα πράγματα και ποταπά. Ήταν ένας άνθρωπος διψασμένος για ελευθερία, δημοκρατία και μια καλύτερη ζωή αλλά καταδέχτηκε να βολευτεί με ένα μέτριο σύστημα υγείας, μια ελλιπή υγειονομική περίθαλψη, με κακούς δρόμους, με κακή εκπαίδευση, με ένα τεράστιο και αναποτελεσματικό κράτος και τόσα άλλα, τα οποία ξέρει αλλά αδυνατεί να τους εναντιωθεί. Του έκαναν ένα πολύ κακό deal κι αυτός το δέχτηκε.
Αυτό είναι το πρόβλημα του Νεοέλληνα. Σταμάτησε να ποθεί. Απώλεσε το πάθος και τη φιλοδοξία του. Κι αυτό είναι κάτι που καθορίζει έναν οποιοδήποτε άνθρωπο. Βολεύτηκε. Αρκέστηκε. Δικαιολόγησε. Και δεν απαίτησε. Δε διεκδίκησε. Έμεινε άπραγος. Δεν αντέδρασε. Δεν τιμώρησε. Μόνο ξεχνούσε, όλο και πιο πολύ ξεχνούσε τις εποχές στις οποίες ήλπιζε σε κάτι καλύτερο και ήταν διατεθειμένος να πολεμήσει για αυτό. Ξεχνούσε τους πολιτικούς και τις πολιτικές που τον εξαπάτησαν. Και η ιστορία δεν τελειώνει εδώ.
Σε λίγο θα έχουμε πάλι εκλογές.
εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, πολιτική | rss 2.0 | trackback | 2 σχόλια



Μου αρέσει η εφημερίδα. Σαν αντικείμενο εννοώ. Το χαρτί της, ο ήχος που κάνει όταν γυρνάς σελίδες, το "σκράτς" όταν την πατικώνεις, ακόμη και το μελάνι που σου αφήνει στα δάχτυλα. Ναι, είμαι μια ταλαιπωρημένη ψυχή μονάχη της στον κόσμο. Θα στενοχωρηθώ όταν θα είμαι υποχρεωμένος να τη διαβάζω αποκλειστικά σε ένα ζμαρτ-φόουν. Αλλά αυτό κάποτε θα γίνει και ας γίνει, θα το δεχθώ ως κάτι φυσιολογικό. Όταν, όμως, βρίσκω κάτι ενδιαφέρον μέσα της, τότε όλη αυτή η αυθόρμητη συμπάθεια αποκτά και λίγο νόημα. Συχνά-πυκνά όλο και κάτι ενδιαφέρον βρίσκω.
Θυμάμαι σε άλλες πόλεις του κόσμου να γίνεται χαμός από εφημερίδες στο μετρό. Μάλιστα, χαρακτηριστικά, σε μια από αυτές ο κάθε ταξιδιώτης-αναγνώστης άφηνε την εφημερίδα του στο κάθισμά του σα να την παρέδιδε στον επόμενο. Μια ανιδιοτελής ενημερωτική σκυταλοδρομία, αν θέλετε. Είτε αυτό, είτε ήταν όλοι τους πολύ τσαπατσούληδες. Πάντως, το βράδυ οι συρμοί του μετρό ήταν γεμάτοι εφημερίδες και περιοδικά. Οι δρόμοι έξω ήταν πεντακάθαροι.


