21 Ιουνίου, 2012

Έκανες το Σαμαρά πρωθυπουργό

Έκανες το Σαμαρά πρωθυπουργό

Έκανες το Σαμαρά πρωθυπουργόόό

Κάτσε και συλλογίσου το για μια στιγμή.

Άφησες έξω από τη βουλή το Μάνο, το Τζήμερο, τους Οικολόγους και έκανες το Σαμαρά πρωθυπουργό της χώρας.

Το Σαμαρά!

Θα μου πεις, είχες κάνει κάνει και το Γιώργο Παπανδρέου πρωθυπουργό. Τι να σου πω, δίκιο έχεις.

Ευτυχώς, ζήτησε και τη βοήθεια του θεού για την πρωθυπουργική του θητεία. Υπάρχει ελπίδα.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, πολιτική | rss 2.0 | trackback | 2 σχόλια
11 Ιουνίου, 2012

Ο Νικολάκης δε λέγεται Νικολάκης. Δεν ξέρω πώς λέγεται. Μάλλον κάπως αλλιώς. Αλλά του έδωσα ένα όνομα για να μπορώ να αναφέρομαι σε αυτόν σε αυτό το κείμενο και του έβαλα την κατάλληλη κατάληξη ώστε να κερδίσει τη συμπάθειά σου από την αρχή. Δε θα ήταν και δύσκολο έτσι κι αλλιώς. Άνθρωποι σαν το Νικολάκη κερδίζουν τη συμπάθεια των άλλων εύκολα εξαιτίας της – πώς να το πω – κατάστασής τους. Αυτής που τους απομονώνει τελικά.

Ο Νικολάκης δεν πρέπει να είχε ποτέ φίλους. Αμφιβάλλω αν και η ίδια του η οικογένεια μπόρεσε να τον αντέξει και να τον φροντίσει μέχρι αυτή την ηλικία. Και ποιος τον φροντίζει, αν τον φροντίζει καν κανείς, δεν ξέρω. Δεν είναι μικρό παιδί ο Νικολάκης. Το “-άκης” δεν του το κόλλησα για αυτό. Αλλά, οπωσδήποτε, έχει ιδιαίτερες ανάγκες. Υπολογίζω ότι θα είναι κοντά στα εξήντα τώρα. Από μακριά, βέβαια, σου θυμίζει λίγο – ας πούμε – γεροντάκι πιο προχωρημένης ηλικίας, έτσι όπως στέκεται η ραχοκοκκαλιά του σκυμμένη προς τα εμπρός. Η στερεοτυπική φιγούρα του παππού που περπατά αργά, έντονα σκυφτός με τα χέρια πιασμένα πίσω από την πλάτη.

Δεν πρέπει να πήγε ποτέ στον οδοντίατρο ή να ασχολήθηκε με τη στοματική του υγιεινή. Τα δόντια του είναι σε άθλια κατάσταση. Λίγα έχουν μείνει ακέραια ενώ πολλά από τα πολύ χρήσιμα έχουν χαθεί για πάντα. Δε μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε κάποιος να πείσει έναν τέτοιο άνθρωπο να προσέξει τον εαυτό του. Να κάνει αυτό που όλοι μας ξέρουμε ότι είναι σωστό αλλά δεν το κάνουμε πάντα. Να πλένεται, να γυμνάζεται, να βουρτσίζει τα δόντια του.

Πρέπει να φανταστώ το Νικολάκη στην πιο ζωώδη εκδοχή του, αυτή που τον θέλει να είναι απλώς άλλο ένα κτήνος της φύσης (κι αυτός και όλοι οι άνθρωποι, φυσικά) χωρίς “εγώ” και θελήσεις, παρά μόνο ένστικτα. Πρέπει να τον φανταστώ ως μια ασήμαντη οντότητα στο τεράστιο σύμπαν της φύσης, μια κουκκίδα σε ένα γιγάντιο μωσαϊκό, που από μόνη της δεν αξίζει τίποτα, δε σημαίνει τίποτα. Είναι μεν μέρος ενός καταπληκτικού, μαγικού συνόλου, αλλά έξω από το σύνολο αυτό δεν μπορεί να υπάρχει, δε μπορεί να διανοηθεί η ίδια ότι μπορεί να υπάρχει. Κι αν κάνει πως το αντιλαμβάνεται, αλίμονο, τότε στα σίγουρα θα οδηγηθεί στην τρέλα. Φυσικά, είναι λίγο σουρεαλιστικό να μιλάς για “τρέλα” στην περίπτωση ανθρώπων σαν το Νικολάκη. Προς θεού, δεν είναι ήδη τρελοί, αλλά τι θα μπορούσε να σημαίνει “τρέλα” στην κατάστασή τους!

Με δυο λόγια πρέπει να φανταστώ το Νικολάκη σαν ένα άνθρωπο που έχει γδυθεί από όλα αυτά που θεωρούμε ότι απαρτίζουν έναν άνθρωπο πέρα από τη σάρκα και τα οστά. Χωρίς βαθύτερες επιθυμίες, χωρίς μόρφωση (πρακτικά μόνο λίγες εμπειρίες), χωρίς κουλτούρα, χωρίς σχέσεις. Δε μπορώ να τον αντέξω να υπάρχει διαφορετικά. Είναι άλλο ένα ζώο σαν και εμένα που τυχαίνει να έχει, τρόπον τινά, διαφορετικές ιδιαιτερότητες. (Αυτός πρέπει να είναι ο πιο πολιτικά ορθός τρόπος για να αναφερθεί κανείς σε κάτι τέτοιο, στην ιστορία.)

Ναι, ένα ζώο ασήμαντο και αδιάφορο. Που παίζει κομπάρσος σε ταινία, η οποία γυρίζεται σε άλλη γλώσσα κι αυτός έχει ως μόνη επιλογή να ακολουθεί τις γενικές κατευθύνσεις ενός σκηνοθέτη, τον οποίο δε βλέπει, παρά μόνο ακούει μέσα από ένα τηλεβόα. Και έτσι συμμετέχει μαζί με πολλούς άλλους κομπάρσους σε ένα σενάριο κάπως αρτιστίκ, αργό, δίχως σκοπό και φινάλε. Είναι λίγο μελό η περιγραφή, αλλά ο Νικολάκης δε θα δει ποτέ αυτή την ταινία και μάλλον αυτή είναι η μεγάλη διαφορά του από τους υπόλοιπους κομπάρσους.

Και πρέπει να τον φανταστώ έτσι για να μπορέσω αντέξω την ύπαρξή του. Για να μπορέσω να αντέξω τη δική μου ύπαρξη και τη διαπίστωση ότι όντως συμβαίνει, συμβαίνει παντού και όχι μόνο μέσα στου κεφάλι μου. Αν ο Νικολάκης δεν είναι ένα ζώο σας τις γάτες που κάθε τόσο πατάνε τα αυτοκίνητα κι έπειτα οι περαστικοί προσπερνούν κάνοντας “τς-τς”, λίγο με αηδία, λίγο με συμπόνοια, αλλά, σε κάθε περίπτωση, με βιασύνη, αν δεν είναι ένα ζώο σαν κι αυτές τότε ο κόσμος αποκτά μια τρομακτική διάσταση. Όχι, δε μπορεί να είναι έτσι ο κόσμος. Τραγικό το συμπέρασμα, τραγική η ειρωνεία. Δε μπορεί, είμαστε απλώς ζώα, κτήνη.

Από το στόμα του δεν ξέρω πότε βγήκε, αν βγήκε ποτέ, κανονικός έναρθρος ήχος. Ίσως όταν πιο πολλά από τα δόντια του ήταν στη θέση τους. Μιλάει, δεν είναι ότι δε μιλάει. Και έχει απόλυτα χαρακτηριστική φωνή. Θα τον καταλάβεις από μακριά κι αρκεί να τον ακούσεις μία φορά και θα τον αναγνωρίζεις για πάντα. Άλλωστε, όλο στα ίδια μέρη τριγυρνάει, όσο τον θυμάμαι τουλάχιστο. Αλλά η φωνή του δεν τον βοηθά να σου δώσει να καταλάβεις τι λέει. Θυμίζει λίγο τον ήχο της τεχνητής φωνής που βγάζουν εκείνα τα μηχανάκια, που τα κολλάς στο λαιμό για να μιλήσεις όταν δεν έχεις φωνητικές χορδές, και έχουν τόση πλάκα όταν χρησιμοποιούνται στις κωμωδίες, αρκεί να μη βάλεις τον εαυτό σου στη θέση αυτού που τα έχει ανάγκη.

Μπορεί να ξεχωρίσεις μερικές λέξεις από αυτές που ξεστομίζει και καμιά φορά να συμπεράνεις το νόημα αυτού που ήθελε (;) να πει. Η κατάστασή του δείχνει τόσο βαριά περίπτωση, ώστε να αμφιβάλλεις αν ποτέ θέλει κάτι να πει πραγματικά ή οι ήχοι που βγάζει απορρέουν από τα ζωώδη ένστικτα που πρέπει υποχρεωτικά να έχει (αυτά και μόνο αυτά γιατί αλλιώς εξήγησα πόσο ανυπόφορη είναι όλη η έννοια της ύπαρξης).

Για μια στιγμή κοντοστέκομαι με δέος. Γεννήθηκε έτσι ο Νικολάκης ή έγινε έτσι στην πορεία; Η σκέψη και μόνο ότι αυτό του προέκυψε στην πορεία είναι συγκλονιστική. Είναι δυνατόν να ήταν ένα κανονικό παιδί που πήγε σχολείο, μεγάλωσε παρέα με άλλα παιδιά, ενηλικιώθηκε, πιθανώς δούλεψε και κάπου στη διαδρομή, είτε ξαφνικά είτε σταδιακά, κάτι ή πολλά πράγματα μαζί συνέβησαν που τον οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση;

Να δω πώς θα ξεγλιστρήσω τώρα από αυτή την εκδοχή της ύπαρξης.

Έχω μόνο μία λύση: Γεννήθηκε έτσι! Γεννήθηκε με ένα μυαλό, οι ιδιαιτερότητες του οποίου τον εμπόδισαν να γίνει ένας άνθρωπος σαν όλους εμάς. Δεν εννοώ χειρότερος. Διαφορετικός! Δεν έμαθε ποτέ ότι υπήρχε και άλλη εκδοχή για τον άνθρωπο. Δεν ατύχησε να δει τον εαυτό του να φθίνει σε αυτή την άθλια κατάσταση. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι στερεοτυπικός. Έχει αξία μόνο σε συγκριση με τους υπόλοιπους από εμάς και μόνο αν πιστέψουμε ότι η δική μας κατάσταση δεν είναι “άθλια”. Δεν τον ενστερνίζομαι. Τον σιχαίνομαι. Αλλά είναι αυτό που έρχεται στο μυαλό του καθενός όταν βλέπει κάποιον σαν το Νικολάκη. Απλά παραδέχομαι ότι ο χαρακτηρισμός πετάγεται στο μυαλό μου και ισχυρίζομαι ότι βρίσκομαι σε αγώνα εναντίον του κι έχω ένα μικρό προβάδισμα. Μικρή σημασία έχει.

Τις προάλλες πέτυχα το Νικολάκη στο μετρό. Άκουσα τη φωνή του στην αποβάθρα. Προτού καν κατέβω τον αναγνώρισα. Κι όταν κατέβηκα στην αποβάθρα τον είδα στο βάθος να κόβει βόλτες με το αλλόκοτο σουλούπι του. Έπειτα από 4 λεπτά ήρθε το τραίνο και στο χρόνο αυτό ο Νικολάκης πρόλαβε να φτάσει στο βαγόνι που θα έμπαινα κι εγώ. Καθίσαμε σε μακρινές μεταξύ τους θέσεις, σε απόσταση σχετικής ασφαλείας, γιατί είναι και διαχυτικός, τρομάρα του.

Πιο δίπλα και απέναντί μου είχε καθίσει μια ωραιότατη κυρία (δεσποινίς;) καλοντυμένη, όμορφη, στα καλοκαιρινά της. Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που λες ότι “το ‘χουν”. Έχουν αυτό τον αέρα, δηλαδή, που, με τη βοήθεια και των ωραίων χαρακτηριστικών, τους κάνει να φωτοβολούν, να φαίνονται γοητευτικοί σαν εκ φύσεως. Ή, τελοσπάντων, με κάποιο τρόπο όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί να μας αρέσουν, να μας γοητεύουν. Παραδέχομαι ότι ήταν και σέξι!

Ο αθεόφοβος ο Νικολάκης δεν έμεινε στην αρχική θέση που διάλεξε. Μετά την πρώτη στάση σηκώθηκε και πλησίασε προς τη δική μας πλευρά του βαγονιού. Κάθισε απέναντι στην όμορφη  κυρία. Η αντίθεση ήταν φοβερή. Από τη μία πλευρά η Εσμεράλδα, που όλοι ερωτεύονται, και, από την άλλη πλευρά, ο αγαθός Κουασιμόδος. Και αγαθός και Κουασιμόδος! Σύντομα έβγαλε μερικούς από τους ήχους του. Κατάφερα να ξεχωρίσω μερικές λέξεις. Ίσως είπε “Καλημέρα”. Ίσως είπε κάτι για την ημέρα ή τον καιρό. Γύρισε προς το μέρος μου. Έβγαλε ακόμη μερικούς ήχους. Μου χαμογέλασε κιόλας. Του χαμογέλασε κι εγώ με μια μικρή ανησυχία ότι μπορεί να γίνω το επίκεντρο της προσοχής του.

Γύρισε προς την κυρία. Το στόμα του είπε κάτι νέο επίσης ακατάληπτο. Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της και την άγγιξε. Όχι επιθετικά. Φιλικά, όπως κάνουμε σε ένα φίλο που είδαμε και τον ακουμπάμε στιγμιαία στον ώμο λέγοντας “Άντε θα τα πούμε ξανά σύντομα, χάρηκα που σε είδα”. Ήταν ένα απλό άγγιγμα και δεν είναι προς υπεράσπισή του να πω ότι το έκανε με τόσο φυσικό τρόπο που σχεδόν δεν ήταν παρεξηγήσιμο.

Βέβαια, ήταν παρεξηγήσιμο! Ξέροντάς τον δύσκολα τον έχεις ικανό για κακές ή, ακόμα χειρότερα, πονηρές προθέσεις. Αλλά το να αγγίξει ο άγνωστος Κουασιμόδος μια όμορφη Εσμεράλδα στα καλά καθούμενα είναι κάτι που προκαλεί την αποστροφή τόσο της ίδιας όσο και των υπολοίπων τριγύρω. Ευτυχώς η κυρία ήταν διακριτική. Δεν έδειξε ενόχληση. Δεν ήταν και ιδιαίτερα περίπλοκο να καταλάβει την κατάσταση του Νικολάκη. Ήταν περισσότερο από ξεκάθαρο αυτό που στα δικαστήρια θα ονόμαζαν “ακαταλόγιστο”. Ο Νικολάκης είχε το ακαταλόγιστο.

Η κυρία απλά σηκώθηκε και στάθηκε λίγο πιο πέρα στις όρθιες θέσεις του βαγονιού. Ο Νικολάκης συνέχισε να “λέει” τα δικά του παρόλο που εκείνη απομακρύνθηκε. Δε νομίζω ότι απευθύνεται σε κάποιον ποτέ με τη συνηθισμένη έννοια. Ίσως μιμείται όλους εμάς που πράγματι απευθυνόμαστε ο ένας στον άλλον όταν συζητάμε. Βλέπει όλα τα άλλα δίποδα γύρω του να το κάνουν αυτό και τα μιμείται. Πιθανότατα για αυτό πήρε και το μετρό. Ακολούθησε την αγέλη. Πού να είχε να πάει εκείνη την ώρα ο Νικολάκης; Άραγε ποια δουλειά να είχε να προλάβει; Τον περίμενε κανείς κάπου; Οπουδήποτε.

Επόμενη στάση. Μπαίνουν στο βαγόνι τρία πρεζόνια. Συγχωρείστε μου τη λέξη, τη σιχαίνομαι κι αυτή. Το λέω για να καταλάβετε. Καταλάβατε, δεν καταλάβατε; Με το που είπα τη λέξη “πρεζόνια” δεν καταλάβατε αμέσως τι είδους άνθρωποι ήταν αυτοί που μπήκαν μέσα στο τραίνο σε εκείνη τη στάση; Δεν ξέρω, ίσως να μην ήταν ναρκομανείς οι άνθρωποι, πάντως ταίριαζαν στο στερεότυπο που έχουμε πλάσει στο μυαλό μας. Δεν ήταν στα χειρότερά τους. Δεν ήταν δηλαδή σε αυτή την κατάσταση που όλοι εμείς φοβόμαστε ακόμη και να φανταστούμε ότι μπορεί να βρίσκεται ένας άνθρωπος που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών. Να μη μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Να έχει χάσει την επαφή του με το περιβάλλον του.

Πόσο αδιανόητο είναι! Έχοντας και μόνο δει έναν άνθρωπο σε αυτή την κατάσταση δε θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς ότι παίρνει ναρκωτικά για να ωφεληθεί έστω και στιγμιαία σε οτιδήποτε από αυτά. Τι είδους απόλαυση είναι αυτή που βιώνουν οι άνθρωποι αυτοί και εθίζονται; Αφού τους βλέπεις μπροστά σου να παραπατούν σα ράκη, πώς είναι δυνατόν να θέλουν να το πάθουν αυτό που παθαίνουν. Πώς είναι δυνατόν αυτό το πράγμα, αυτή η κατάσταση να είναι – όχι απόδραση – έστω διέξοδος από τα προβλήματα; Πώς είναι δυνατόν αυτό το πράγμα να εμπεριέχει οποιοδήποτε ψήγμα απόλαυσης ή ικανοποίησης για θέλξει κάποιον να το χρησιμοποιήσει;

Ίσως είναι σαν το τσιγάρο. Την πρώτη φορά που κάπνισα φυσικά δε μου άρεσε. Έβηξα, ζαλίστηκα. Τι άλλο να έκανα. Έμπαινε καπνός στα πνευμόνια μου, δεν είναι φυσικό αυτό. Όμως τελικά το αγάπησα, δεν αστειεύομαι, και έφτασα να το θεωρώ μία από τις απολαύσεις της ζωής. Ίσως όλες οι απολαύσεις να έχουν κάποιο κόστος. Δεν εννοώ το κακό που ενδεχομένως κάνουν στην υγεία σου. Σίγουρα θα υπάρχουν απολαύσεις που δε σου κάνουν υποχρεωτικά και κακό. Αλλά όλες οι απολαύσεις, ωφέλιμες ή βλαβερές, έχουν μια κάποια καμπύλη εκμάθησης, μια διαδικασία εκπαίδευσης. Δεν τις απολαμβάνεις από την αρχή παρά μόνο όταν γίνεις – ας πούμε – έμπειρος σε αυτές.

Ναι. Δεν απολαμβάνεις το πρώτο τσιγάρο. Αλλά όταν έχεις κάνει πολλά μπορείς να βρεις κάποια που σου αρέσουν πολύ (πάρα πολύ). Δεν απολαμβάνεις το αλκοόλ την πρώτη φορά που το πίνεις αλλά, όταν θα έχεις καταναλώσει κάμποσο, μπορείς να ανακαλύψεις μερικά από τα πιο όμορφα κρασιά. Και, ναι, δεν απολαμβάνεις το ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ την πρώτη φορά που θα το παίξεις, παρά μόνο όταν θα έχεις γίνει σχετικά καλός σε αυτό και θα μπορείς να καταφέρεις κάποια πράγματα.

Είναι μάλλον μία από τις μεγάλες αλήθειες της ύπαρξης που έχω ανακαλύψει.

Τα τρία πρεζόνια πήγαν και κάθισαν απευθείας στις τρεις κενές θέσεις γύρω από το Νικολάκη. Κανείς άλλος δε θα το έκανε αυτό έχων σώας τας φρένας. Κανείς δε θα καθόταν δίπλα σε ένα Νικολάκη στο τραίνο ή το λεωφορείο. Είναι μια αυτόματη διαδικασία αυτή. Γίνεται χωρίς σκέψη. Εκπέμπουν κάτι σαν κίνδυνο αυτοί οι άνθρωποι. Δεν πας να κάτσεις δίπλα τους. Δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσουν και τι είναι ικανοί να κάνουν. Ή τι είναι ανίκανοι να μην κάνουν!

Αν όμως κάτσει ένας Νικολάκης δίπλα σου έχεις πρόβλημα. Και κρίση συνείδησης. Δε θες να του δείξεις ότι πολύ θα ήθελες εκείνη την ώρα να μπορούσες να τον αποφύγεις. Και δε θες οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω σου να αντιληφθούν ότι είσαι δα τόσο εύθικτος που δεν τον αντέχεις καν να σταθεί στο πλάι σου. Είμαι βέβαιος ότι αυτές οι σκέψεις τριγυρνούσαν και στο κεφάλι της κυρίας που – παραφέρθηκε και – άγγιξε ο Νικολάκης λίγο πιο πριν. Άντεξε δίπλα του όσο της ήταν δυνατόν και μετά αξιοπρεπώς τον απέφυγε.

Αλλά η νεοεισελθείσα τριάδα έμοιαζε να μην έχει τέτοιες αναστολές. Κάθισαν δίπλα του χωρίς δισταγμό, με φυσικότητα. Ίσως να υπήρξε και κάποια περίεργη έλξη που να συνέδεε τους ανθρώπους αυτούς μεταξύ τους, οι οποίοι, αν και δεν ήταν καθόλου ίδιοι στην πραγματικότητα, είχαν κοινό το στοιχείο της μη αποδοχής τους από την υπόλοιπη κοινωνία. Τα πρεζόνια, μεν, είχαν συνείδηση ότι είναι απόβλητοι της κοινωνίας, κάτι που δεν τους επηρέαζε ιδιαίτερα πλέον, έχοντας περάσει σε μια άλλη διάσταση ύπαρξης και θεώρησης για την απώλεια της αξιοπρέπειας (αυτό δεν είναι το πιο ακριβό που χάνει ένας εθισμένος άνθρωπος;), αλλά ο Νικολάκης αμφιβάλλω αν κατάλαβε ποτέ πως η διαφορετικότητά του τον απομόνωνε από τους άλλους ανθρώπους.

Όλοι αυτοί μαζί, τετράδα, συνέχισαν στις επόμενες στάσεις. Ο Νικολάκης δεν πρέπει να κατάλαβε οτιδήποτε σχετικά με την υπόλοιπη τριάδα που τον πλαισίωνε. Για αυτόν ήταν άνθρωποι σαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Με δυο πόδια και δυο χέρια. Το κριτήριό του για τους τριγύρω δεν πρέπει να ήταν καθόλου οξυμένο ή εκλεπτυσμένο αρκετά ώστε να είναι ικανός να ξεχωρίσει τη διαφορετικότητα των τριών από τους άλλους ανθρώπους, πολύ περισσότερο από εκείνον. Βέβαια, αν το σκεφτεί κανείς λίγο διαφορετικά, ίσως η δική του οπτική γωνία να είναι πιο φυσική, πιο αθώα, πιο ανεπηρέαστη από αυτή των υπολοίπων από εμάς. Γιατί ποια είναι η διαφορά μας από αυτούς τους τέσσερις; Έχουν δυο πόδια και δυο χέρια κι αυτοί.

Στην τριάδα ήταν και μία κοπέλα. Θα την περιέγραφα πρόσχαρη, επειδή μιλούσε στους άλλους δύο με κάποια σχετικά εμφανή καλή διάθεση. Ο Νικολάκης δε μπόρεσε να μην της μιλήσει. Όχι ότι απευθύνθηκε σε εκείνη συγκεκριμένα αλλά εκείνη είχε μπροστά του. Έβγαλε τους ήχους του και έτεινε το χέρι του προς το μέρος της. Την άγγιξε κι αυτή στον ώμο φιλικά, όπως είχε κάνει με την όμορφη κυρία, απλά, φευγαλέα και με φυσικότητα. Εκείνη του χαμογέλασε, δεν πειράχτηκε, ούτε παρεξήγησε. Μάλλον καταλάβαινε με τι άνθρωπο είχε να κάνει.

Έφερε στην ποδιά της ένα ταξιδιωτικό σακίδιο (όπου πιθανώς να είχε όλα της τα υπάρχοντα) και το άνοιξε. Φάνηκε να ψάχνει ανάμεσα σε πολλά αντικείμενα. Μερικά ακούγονταν να κροταλίζουν όταν χτυπούσαν μεταξύ τους. Έβγαλε από μέσα και μια τσάντα κι από μέσα της μιαν άλλη και μέσα από την τελευταία ακόμη μιαν άλλη. Σε αυτή την τσάντα είχε μερικές καραμέλες. Έδωσε από μία στους άλλους δύο που είχαν μπει μαζί στο τραίνο.

Στράφηκε στο Νικολάκη, έβγαλε μια ακόμη καραμέλα, νομίζω πράσινου χρώματος (τι να ήταν άραγε;) και του την προσέφερε. Ο Νικολάκης προς έκπληξή μου δεν δέχθηκε την καραμέλα. Ίσως λειτούργησε μέσα του κάποια βαθιά εμπεδωμένη παιδική μνήμη που λέει να μην παίρνουμε γλυκά από ξένους. Της χαμογέλασε κι αυτός. Στην επόμενη στάση η τριάδα κατέβηκε από το τραίνο. Η αλληλεπίδραση των ανθρώπων αυτών πρέπει να πέρασε γενικότερα απαρατήρητη από τους υπόλοιπους συνεπιβάτες αλλά εμένα με συγκίνησε τόσο.

Πρέπει να είναι πάρα πολύ-πολύ απλό. Πρέπει να είναι τόσο συγκλονιστικά απλό και ταυτόχρονα περίπλοκο όσο όλες οι μεγάλες αλήθειες. Κι ας είναι και στερεοτυπικό. (Είναι, τελικά στερεοτυπικό;) Η Εσμεράλδα αποστρέφεται τον Κουασιμόδο κι αυτός βρίσκει παρηγοριά στους άλλους απόβλητους της κοινωνίας της Εσμεράλδας. Μόνα του αδέρφια τα απόκοσμα τέρατα που στολίζουν τους τοίχους της Παναγία των Παρισίων. Το στερεότυπο ζει, είναι εδώ σήμερα και κάθεται στη διπλανή θέση.

Ο Νικολάκης σηκώθηκε για να κατέβει στην επόμενη στάση. Πλησίασε έναν όρθιο κύριο, κάπως ηλικιωμένο αλλά κοτσονάτο, και του “μίλησε”, όπως αυτός ξέρει να το κάνει. Ο όρθιος κύριος μάλλον ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του και δεν πρόσεξε ποιος του μιλούσε και τι του έλεγε. Δεν άκουσε καλά, γύρισε προς το Νικολάκη και του φώναξε δυνατά, για να ακουστεί πάνω από τους ήχους του τραίνου “Ορίστε;”. Ο Νικολάκης, φυσικά, δεν απάντησε με κανένα κατανοητό τρόπο. Έβγαλε το μίγμα ήχων και λέξεων που μπορούσε και ο όρθιος κύριος επιτέλους κατάλαβε ποιον είχε απέναντί του.

Ταυτόχρονα, ο Νικολάκης έτεινε το χέρι του και τον ακούμπησε φιλικά στον ώμο. Η κίνηση αυτή ήταν σήμα κατατεθέν του, όπως έχετε καταλάβει. Ο κύριος μάλλον ενοχλήθηκε αλλά πιστεύω η σκέψη που επικράτησε μέσα του ήταν να μην εκτεθεί στους υπόλοιπους εμάς με μια βιαστική, κακή αντίδραση. Αλλά ενοχλήθηκε. Κοίταξε το Νικολάκη από πάνω μέχρι κάτω με εκείνον το χαρακτηριστικό τρόπο που “κόβουμε” τους άλλους και τους “ζυγίζουμε” λες και υπάρχει κάποιο “ανθρωπόμετρο” που βγάζει συμπεράσματα για το ποιόν του καθενός. Δυστυχώς υπάρχει και ο καθένας μας έχει το δικό του.

“Άι πήγαινε μέχρι τη γωνία να δεις αν έρχομαι”, πέταξε προς το Νικολάκη μισο-αστεία μισο-περιφρονητικά, καθώς το τραίνο έφτανε στη στάση και άνοιγαν οι πόρτες. Αυτό ήταν το πιο ευρηματικό πράγμα που κατάφερε να σκαρφιστεί για να αντιμετωπίσει την αμηχανία του απέναντι στο είδος αυτό που το ανθρωπόμετρό του είχε ως ένδειξη. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο τίτλος δίπλα στην ένδειξη. Καθυστερημένος; Χαζός; Χαζούλης; Αλλόκοτος;

“Νέος Κόσμος”, είπε η γυναικεία φωνή από τα μεγάφωνα του τραίνου. “Κι όμως τόσο μα τόσο παλιός”, είπα από μέσα μου.

Ο Νικολάκης βγήκε από το τραίνο για να πάει κατά πάσα πιθανότητα πουθενά και να μη συναντήσει κανέναν. Μαζί του βγήκαν κάμποσοι άλλοι επιβάτες. Ένιωθα τις σκέψεις τους να ξεπηδούν από τα κεφάλια τους και να ουρλιάζουν στα αυτιά μου: “Θεέ μου ας μη με πλησιάσει και με αγγίξει, ας αγγίξει κάποιον άλλο”. Απομακρύνονταν όλοι με βήμα λίγο ταχύτερο από το κανονικό τους. Βιάζονταν λίγο παραπάνω να φτάσουν στον προορισμό τους τώρα. Η μόνη σωτήρια εκδοχή ήταν αυτή του ζώου και για αυτούς και για το Νικολάκη.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
1 Ιουνίου, 2012


Θα μου πεις “πού πήγε το υπόλοιπο 10%;”! Απαράδεκτος…

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
1 Μαΐου, 2012

Κάθε τι έχει την απλή και την περίπλοκη όψη του. Καμία από τις δύο όψεις δεν είναι αρκετή από μόνη της για να περιγράψει μια κατάσταση. Αλλά κάποια στιγμή καλούμαστε να πάρουμε αποφάσεις με τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας. Έρχεται η ώρα να τις πάρουμε και τότε και μόνο τότε μπορούμε να τις πάρουμε. Καλή ώρα, τώρα,  την επόμενη Κυριακή 6 Μαΐου 2012 έχουμε εκλογές και καλούμαστε να ψηφίσουμε. Θα σου παρουσιάσω την απλή όψη της απόφασης που έχεις να πάρεις, γιατί ούτε εσύ έχεις χρόνο για να διαβάσεις την περίπλοκη ούτε εγώ έχω την ικανότητα να σου την αναπτύξω (αλλά είμαστε και οι δυο υποχρεωμένοι να πάρουμε μια απόφαση την Κυριακή).

Απόφαση 1: Να πας να ψηφίσεις!

Να πας να ψηφίσεις! Να μην το ξεχάσεις, να μην το υποτιμήσεις (και να μην βαρεθείς, κάπου εκεί κοντά θα υπάρχει κάποια καφετέρια να λιαστείς μετά). Όποιοι κι αν είναι οι όροι του παιχνιδιού το παιχνίδι λέγεται δημοκρατία και ευτυχώς κάθε τόσο ρωτά την άποψή σου. Όσο μούσκεμα κι αν τα έχουν κάνει αυτοί που σε παραπλάνησαν στις προηγούμενες εκλογές, ε, τώρα ήρθε η ώρα να πεις πάλι την άποψή σου. Η άποψη σου είναι ανίσχυρη από μόνη της, ναι, αλλά αν έχουν την ίδια άποψη και πολλοί άλλοι τότε η άποψή σου είναι ισχυρή! Μην αφήνεις τους άλλους να αποφασίζουν για σένα. Δε βλέπεις πώς τα έχουν κάνει; Πήγαινε και πες την ή σιώπησε για πάντα!

Απόφαση 2: Να κάνεις τον απολογισμό για την παλιά διοίκηση!

Δεν ποδοσφαιροποιώ τη συζήτηση (από μόνη της ποδοσφαιροποιείται). Η χώρα διοικείται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Είναι σα μια εταιρεία που έχει μετόχους τον καθένα από εμάς. Και – ευτυχώς – κάθε τόσο η άποψη των μετόχων κρίνει τη διοίκηση (βλ. απόφαση 1), όπως και αν το κάνει αυτό, μέτοχοι είναι ας κάνουν ό,τι θέλουν με τις μετοχές τους. Την Κυριακή αυτή, λοιπόν, οι μέτοχοι συνεδριάζουν για να κάνουν απολογισμό, ένα σημαντικό απολογισμό, για να διαπιστώσουν αν η απερχόμενη διοίκηση έκανε καλά τη δουλειά της και για να αποφασίσουν ποια θα είναι η σύνθεση της νέας διοίκησης. Πολύ απλό!

Απόφαση 3: Να επιλέξεις τους ανθρώπους που θεωρείς ότι θα κατευθύνουν τα πράγματα προς το θετικότερο δυνατό αποτέλεσμα, κατά την άποψή σου.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ανήκεις στη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων που κανένας κομματικός σχηματισμός αυτών των εκλογών δεν τον εκφράζει ιδιαίτερα (δεν τολμώ καν να πω τη λέξη “απόλυτα”). Επίσης, κατά πάσα πιθανότητα ανήκεις στην, επίσης συντριπτική, πλειοψηφία των Ελλήνων που κάποτε πίστεψαν (και ενδεχομένως επωφελήθηκαν από) κάποιο κόμμα που τελικά διέψευσε τις προσδοκίες τους. Δεν πειράζει. Και πάλι έχεις δικαίωμα ψήφου την Κυριακή.

Αυτό είναι δημοκρατία: να μπορείς να διορθώσεις τις παλιές σου μαλακίες. Επομένως, μην ανησυχείς που κανείς δε σε εκφράζει. Κάποιος πρέπει και ΘΑ κυβερνήσει. Ξεκόλλα από τα προσωπικά σου διλήμματα και από τα διλήμματα τύπου “κυβέρνηση ισχυρή ή χάος” και τράβα και ψήφισε κάποιον που πιστεύεις ότι μπορεί να συνιστά μια κάπως θετική συνιστώσα στην αυριανή πορεία της χώρας. Αυτό είναι δημοκρατία. Όχι να βρεις κάποιον να σε εμπνεύσει. Όχι να βρεις μια ιδεολογία που να σε μαγέψει. Αλλά να ψηφίσεις ποιος πιστεύεις ότι θα έχει να δώσει κάτι δημιουργικό. Και στις επόμενες εκλογές, αν χρειαστεί, αν έκανες λάθος, να το διορθώσεις.

Είναι 3 πολύ απλά βήματα, είναι δημοκρατία και ακόμη “υπάρχει”!

Η δική μου ιεράρχηση των πραγμάτων καταλήγει σε αυτά τα συμπεράσματα:

  • ΠΑΣΟΚ + ΝΔ: Απορρίπτονται εκ προοιμίου. Δεν εξετάζω καν τι ισχυρίζονται για την αυριανή μέρα. Δοκιμάστηκαν, ξαναδοκιμάστηκαν και κρίθηκαν αναποτελεσματικά. Όχι ανίκανα. Τουλάχιστο αναποτελεσματικά. Και είμαι επιεικής.
  • Δημοκρατική Συμμαχία + Κοινωνική Συμφωνία + Ανεξάρτητοι Έλληνες: Ήταν και τα δυο μέλη των κυβερνήσεων των ΠΑΣΟΚ και ΝΔ που ήδη απέρριψα. Τώρα που θυμήθηκαν να λοξοδρομήσουν είναι αργά, τα απορρίπτω, πάμε παρακάτω.
  • ΛΑΟΣ + Χρυσή Αυγή: Χρειάζεται να το αιτιολογήσω;
  • ΣΥΡΙΖΑ: Δεν εκφράζει ουσιαστικό και προοδευτικό αριστερό λόγο και διακωμωδεί ακόμη και την ίδια την πρόταση για ένωση της αριστεράς που το ίδιο διατυπώνει.
  • ΚΚΕ: Σταθερό στις απόψεις του μεν, αλλά ζει στον κόσμο του. Παρολαυτά, το απορρίπτω τελευταίο (ανάμεσα σε όσα απορρίπτω).

Έτσι μένω με:

  • Δημοκρατική Αριστερά (πρώτο υποψήφιο προς απόρριψη ανάμεσα στα μη απορριφθέντα).
  • Οικολόγοι Πράσινοι (τους έχω ξαναψηφίσει).
  • Δράση (Μόνος ή Μάνος;).

(Το ξέρω ότι αγνοώ με αυτό τον τρόπο μερικά μικρότερα κόμματα αλλά είναι πολύ δύσκολο να σχηματίσω άποψη για αυτά.)

Θα ψηφίσω δηλαδή με την “εις άτοπο απαγωγή”; Αν χρειαστεί, ναι, θα κάνω το καλύτερο που μπορώ να κάνω.

Ποια είναι η δική σου ιεράρχηση; Κάνε μια ιεράρχηση και τράβα να ψηφίσεις!

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, πολιτική | rss 2.0 | trackback | 6 σχόλια
17 Απριλίου, 2012

Έχεις επισκεφτεί πρόσφατα ιστοσελίδα μπύρας ή άλλου αλκοολούχου ποτού; Για να μπορέσεις να το κάνεις είσαι υποχρεωμένος να δηλώσεις ότι είσαι ενήλικος. Πρέπει να είσαι από 18 χρονών και πάνω. Διαφορετικά, σου είναι ΑΔΥΝΑΤΟΝ να μπεις μέσα! Κακόμοιροι developers ιστοσελίδων αλκοολούχων παρασκευασμάτων, τι τραβάνε κι αυτοί!

Για τις τσόντες τα πράγματα είναι λίγο πιο απλά! Εδώ ο νομοθέτης είναι πιο επιεικής. Βλέπεις, η μαλακία είναι περισσότερο προσβάσιμη από το αλκοόλ.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, διαδίκτυο | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
20 Μαρτίου, 2012

Τι λείπει από το (Νεο)Έλληνα και έχει ξεπέσει στην ανυποληψία των ημερών μας; Βομβαρδιζόμαστε από παντού με στοιχεία και διαπιστώσεις που αποδεικνύουν ότι είμαστε ένα έθνος σαθρό με διεφθαρμένους πολίτες και πολιτικούς. Εντάξει, καθυστερήσαμε κάπως σε σχέση με την υπόλοιπη – δυτική – Ευρώπη να "εκσυγχρονιστούμε". Ταλαιπωρηθήκαμε με εμφυλίους, με χούντες κλπ. Όμως όταν ήρθε η ώρα να μπούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ γρήγορα επωφεληθήκαμε από αυτήν. Δεν έχει αξία να κρίνουμε αν αυτός ο δρόμος ήταν ο μοναδικός ή ο σωστός, αλλά έχει αξία να δούμε πώς τον περπατήσαμε.

Ο Έλληνας, λοιπόν, για να κάνουμε μια απλή σκέψη, στον αιώνα που πέρασε, έχει δύο μεγάλες περιόδους, άντε τρεις. Την περίοδο μέχρι το Β Παγκόσμιο Πόλεμο, την περίοδο μετά από αυτόν, μέχρι τη Μεταπολίτευση και τη σταθεροποίηση της δημοκρατίας, και την τελευταία περίοδο που χαρακτηρίζεται από τη σταθερή πλέον κοινοβουλευτική δημοκρατία και την Ευρωπαϊκή πορεία. Με θλίψη παρατηρούμε, στην τελευταία αυτή περίοδο, που ελπίζουμε ότι σιγά-σιγά ολοκληρώνεται, μια πλήρη ηθική, πολιτική και κοινωνική κατάρρευση. Δεν είμαι καθόλου ειδικός για να τις αναλύσω. Μπορώ όμως και τις βλέπω, είναι εκεί μπροστά μου. Τι φταίει σε αυτό;

Ο Έλληνας έχασε το πάθος του. Έχασε την επιθυμία του για κάτι καλύτερο. Βολεύτηκε. Αρκέστηκε σε μια μέτρια θέση εργασίας χωρίς προοπτικές και με μερικά επιδόματα. Εκπαιδεύτηκε να επιθυμεί λίγα πράγματα και ποταπά. Ήταν ένας άνθρωπος διψασμένος για ελευθερία, δημοκρατία και μια καλύτερη ζωή αλλά καταδέχτηκε να βολευτεί με ένα μέτριο σύστημα υγείας, μια ελλιπή υγειονομική περίθαλψη, με κακούς δρόμους, με κακή εκπαίδευση, με ένα τεράστιο και αναποτελεσματικό κράτος και τόσα άλλα, τα οποία ξέρει αλλά αδυνατεί να τους εναντιωθεί. Του έκαναν ένα πολύ κακό deal κι αυτός το δέχτηκε.

Αυτό είναι το πρόβλημα του Νεοέλληνα. Σταμάτησε να ποθεί. Απώλεσε το πάθος και τη φιλοδοξία του. Κι αυτό είναι κάτι που καθορίζει έναν οποιοδήποτε άνθρωπο. Βολεύτηκε. Αρκέστηκε. Δικαιολόγησε. Και δεν απαίτησε. Δε διεκδίκησε. Έμεινε άπραγος. Δεν αντέδρασε. Δεν τιμώρησε. Μόνο ξεχνούσε, όλο και πιο πολύ ξεχνούσε τις εποχές στις οποίες ήλπιζε σε κάτι καλύτερο και ήταν διατεθειμένος να πολεμήσει για αυτό. Ξεχνούσε τους πολιτικούς και τις πολιτικές που τον εξαπάτησαν. Και η ιστορία δεν τελειώνει εδώ.

Σε λίγο θα έχουμε πάλι εκλογές.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, πολιτική | rss 2.0 | trackback | 2 σχόλια
9 Φεβρουαρίου, 2012

Μου αρέσει η εφημερίδα. Σαν αντικείμενο εννοώ. Το χαρτί της, ο ήχος που κάνει όταν γυρνάς σελίδες, το "σκράτς" όταν την πατικώνεις, ακόμη και το μελάνι που σου αφήνει στα δάχτυλα. Ναι, είμαι μια ταλαιπωρημένη ψυχή μονάχη της στον κόσμο. Θα στενοχωρηθώ όταν θα είμαι υποχρεωμένος να τη διαβάζω αποκλειστικά σε ένα ζμαρτ-φόουν. Αλλά αυτό κάποτε θα γίνει και ας γίνει, θα το δεχθώ ως κάτι φυσιολογικό. Όταν, όμως, βρίσκω κάτι ενδιαφέρον μέσα της, τότε όλη αυτή η αυθόρμητη συμπάθεια αποκτά και λίγο νόημα. Συχνά-πυκνά όλο και κάτι ενδιαφέρον βρίσκω.

Προτιμώ τις κυριακάτικες γιατί πού χρόνος για καθημερινή ανάγνωση πια, άσε που η τηλεόραση και το ραδιόφωνο (κυρίως η τηλεόραση) έχουν σκοτώσει την ανάγκη για έγκαιρη ενημέρωση πόσω μάλλον το internet! Όχι αυτές με τα "δώρα", τις άλλες, τις απλές εννοώ. Εκτός κι αν έχουν "δώρο" κάτι πολύ ενδιαφέρον. Και συχνά-πυκνά όλο και κάτι ενδιαφέρον έχουν. Αλλά και γιατί εδώ και δεκαετίες οι κυριακάτικες εφημερίδες είναι περισσότερο περιοδικά τεύχη ποικίλης ύλης παρά εφημερίδες καθαυτές.

Έτσι, βρίσκομαι αρκετά συχνά να κουβαλάω μια εφημερίδα μαζί μου, για τις "νεκρές" ώρες μέσα στο μετρό ή σε κάποια άλλη αναμονή. Συμβαίνει καμιά φορά να ξεχνιέμαι και να κουβαλάω μαζί μου την έκδοση της περασμένης ή της προ-περασμένης Κυριακής, ειδικά αν δεν την έχω "τελειώσει" ακόμη. Δεν είναι παράλογο αυτό. Κάτι ενδιαφέρον είναι πάντοτε ενδιαφέρον και όχι μόνο την εβδομάδα που συνέβη. Ή, τουλάχιστο, έτσι θα έπρεπε να είναι.

Απόψε στο μετρό μια κυρία διάβαζε μια χιλιοτσαλακωμένη εφημερίδα. Την είχε κάνει κομματάκια. Ήταν τσαλακωμένη σε κάθε πιθανό σημείο. Έφερα στο μυαλό μου ηδονικά την εικόνα και τον ήχο των βασανιστηρίων στα οποία θα πρέπει να υποβλήθηκε η άτυχη εφημερίδα για να φτάσει σε αυτή την κατάσταση. Οι ενότητές της είχαν χάσει το νόημά τους για την κυρία. Τα οικονομικά ήταν ανακατεμένα με τις τέχνες και τα περισσότερα πολιτικά μάλλον έλειπαν – ποιος ξέρει σε ποια στάση να είχαν ακρωτηριαστεί από το υπόλοιπο σώμα.

Θυμάμαι σε άλλες πόλεις του κόσμου να γίνεται χαμός από εφημερίδες στο μετρό. Μάλιστα, χαρακτηριστικά, σε μια από αυτές ο κάθε ταξιδιώτης-αναγνώστης άφηνε την εφημερίδα του στο κάθισμά του σα να την παρέδιδε στον επόμενο. Μια ανιδιοτελής ενημερωτική σκυταλοδρομία, αν θέλετε. Είτε αυτό, είτε ήταν όλοι τους πολύ τσαπατσούληδες. Πάντως, το βράδυ οι συρμοί του μετρό ήταν γεμάτοι εφημερίδες και περιοδικά. Οι δρόμοι έξω ήταν πεντακάθαροι.

Γέλασα λίγο από μέσα μου με την κυρία (που διάβαζε την κατακερματισμένη εφημερίδα στο μετρό). Είχα προσέξει και το άρθρο στο οποίο έμεινε περισσότερο. Από σύμπτωση το έπιασε το μάτι μου και για άγνωστο λόγο το συγκράτησε ο εγκέφαλος μου. Μείον μία χρήσιμη πληροφορία που θα μπορέσω να συγκρατήσω αυτή την εβδομάδα.

Γύρισα σπίτι χωρίς άλλες "περιπέτειες". Μετά την καθημερινή μου βραδινή ρουτίνα αποφάσισα να ξεσκαρτάρω τσέπες από χαρτάκια και αποδείξεις και τσάντες από απομεινάρια και σκουπίδια. Είμαι πολύ καλός στο να συσσωρεύω τέτοια πράγματα. Καπου εκεί ήταν και μια εφημερίδα. Ήταν της προ-περασμένης Κυριακής. Τώρα είναι η μεθεπόμενη Τετάρτη, δηλαδή. Δε μπορούσα να μην την ξεφυλλίσω ως το τέλος. Εϊμαι μια πολύ δυστυχισμένη ψυχή. Όφειλα να την ξεφυλλίσω ως το τέλος.

Και, να, εκεί στις τελευταίες σελίδες της εφημερίδας μου της προ-περασμένης Κυριακής, φαρδύ πλατύ, το άρθρο* που διάβαζε η κυρία στην χιλιοτσαλακωμένη εφημερίδα της, στο μετρό, λίγη ώρα πριν. Προς στιγμήν αισθάνθηκα ένα δέος. Εκπληκτική σύμπτωση, δε συμφωνείται; Ποιες ήταν οι πιθανότητες; Θέλει κάτι να μου το σύμπαν; Από την άλλη μεριά, θέλω να πω, κυρία μου, είστε στα λογικά σας; Ποιος κουβαλάει μαζί του και διαβάζει κιόλας το φύλλο της προ-περασμένης Κυριακής; Τη μεθεπόμενη Τετάρτη!

* Πολλοί θα ρωτήσουν ποιο ήταν το άρθρο και ποια η εφημερίδα. Μόνο εγώ και η κυρία θα το ξέρουμε.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
27 Ιανουαρίου, 2012

Κίμων, ο λεβέντης

Μιχάλης, ο αυθόρμητος

Είναι απίστευτο, πρόστυχο το μέγεθος της αθλιότητας των Ελλήνων πολιτικών. Θέλω να πω, ούτε ο Μπούμπκα δεν έσπαγε τα ρεκόρ με τέτοιο ρυθμό. Κι αυτός ακόμη κάπου σταμάτησε τελικά, κουράστηκε. Αλλά ετούτοι εδώ δε σταματούν, δεν κουράζονται. Τώρα ο Χρυσοχοΐδης παραδέχθηκε δημόσια ότι υπέγραψε το μνημόνιο χωρίς να το έχει διαβάσει προσεκτικά πρώτα, γιατί ήταν πνιγμένος, λέει, με άλλες υποθέσεις! Άκουσον-άκουσον! Και αυτή του την παραδοχή την ανήγαγε στον αυθορμητισμό του "πόντιου" χαρακτήρα του. Όπως ο άλλος, ο Κουλούρης, τις προάλλες που ήθελε να βγει και "λεβέντης", αφού πέρασε 3-4-5…10 κόκκινα φανάρια.

Είναι να τραβάς τα μαλλιά σου με τον τρόπο με τον οποίο όλα αυτά γίνονται αποδεκτά στη χώρα αυτή. Ξεπερνά κάθε λογική και κριτική η θρασύτητά τους. Αλλά, όχι, μην απελπίζεσαι, Έλληνα, το ξέρω σου την έχει δώσει. Κι έχεις σιχαθεί. Αλλά έχεις ευθύνη. Όχι για ό,τι έγινε (άλλη συζήτηση αυτή), αλλά για ό, τι θα γίνει. Αισθάνεσαι ότι σε έχουν κοροϊδέψει απανωτά πολλές φορές στο παρελθόν. Ε, δεν έχεις παρά μία εξουσία πλέον στα χέρια σου: την επόμενη φορά μην τους ξεχάσεις. Μπορεί να μην έχεις όρεξη ή αντοχή να βγεις στους δρόμους να κάνεις επανάσταση αλλά θα έρθει η ώρα σου να ψηφίσεις. Εκείνη την ώρα θυμήσου το κι αυτό του Χρυσοχοΐδη και το άλλο του Κουλούρη και όλα τα άλλα. Μην είσαι μαλ*κας. Μη δεχθείς να τους ξαναψηφίσει,ς όπως έκανες τόσες φορές στο παρελθόν. Μην τους κάνεις τη χάρη να ξεχάσεις.

(Ναι, υπάρχουν πολλά να θυμάσαι)

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, πολιτική | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
24 Οκτωβρίου, 2011

Εκλάπη ποδήλατο Electra Vince 3i… Όποιος το δει στο δρόμο να το γνωρίζει, είναι κλεμμένο!

Α! Και να με ειδοποιήσει! Είναι δικό μου με όλα του τα χαρτιά κλπ…

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, ποδήλατο, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 2 σχόλια
14 Ιουλίου, 2011

Σε ένα κατάστημα ηλεκτρονικών στο μακρινό μέλλον:

– Καλημέρα, σας!

– Καλημέρα, θα ήθελα μια βάση δεδομένων.

– Πολύ ωραία, έχουμε SQLServer, MySQL, PostgreSQL. Για τι εφαρμογή τη θέλετε;

– Εεε, θέλω να φτιάξω μια επαγγελματική ιστοσελίδα.

– Πολύ καλά. Ξέρετε τι έκτασης θα είναι; Θα έχει πολλούς χρήστες; Μήπως πρέπει να πάμε σε μια Oracle;

– Εεε… Δε γνωρίζω πολύ τα τεχνικά ζητήματα.

– Επομένως, θα χρειαστείτε και έναν application server και κάποιο framework για να βασιστείτε. Μισό λεπτό να κοιτάξω…

– Ναι, εεε…

– Ο developer σας έχει καταλήξει σε κάποιο CMS; Με κάθε MySQL δίνουμε και ένα Joomla δώρο.

– Ε, αυτό μου είπε ότι θα το φτιάξει ο ίδιος.

– Αλήθεια; Επομένως, σας ικανοποιεί ένας SQLServer;

– Δεν είμαι σίγουρος.

– Κοιτάξτε, ένας SQLServer είναι πάντοτε μια καλή αρχή και μετά ανεβαίνετε σε μια Oracle όταν αυξηθούν οι απαιτήσεις. Εδώ θα είμαστε να σας εξυπηρετήσουμε.

– Ε, εντάξει τότε, αυτό θα πάρω.

– Τέλεια, λοιπόν, θα μας στείλετε ένα FAX με τη σφραγίδα της εταιρείας σας και την υπογραφή σας, όπου θα μας περιγράφετε το αίτημά σας, ένα αντίγραφο του καταστατικού, μια επικυρωμένη φωτοτυπία ταυτότητας, μια υπεύθυνη δήλωση του νόμου 105, μια εξουσιοδότηση…

– Μα, εγώ ήθελα μια βάση δεδομένων.

– Για μισό λεπτό, έχετε πάρει αριθμό πρωτοκόλλου; Τι καθόμαστε και μιλάμε τόση ώρα…

Για την ιστορία, το 2011 η χώρα πτώχευσε, το 2012 το internet περιήλθε σε
κρατικό έλεγχο και η μόνη εταιρεία πληροφορικής που επιβίωσε ήταν η ΟΤΕnet!

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο