1 Μαΐου, 2026

Σε ένα ανύποπτο άρθρο σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση και τις ανησυχίες γονέων και παιδιών σήμερα διαβάζω το παρακάτω:

Για τον Κ.Κ., 43 ετών, κάτοχο πτυχίου και μεταπτυχιακού τίτλου και εργαζομένου επί πολλά χρόνια στον χώρο των media και της επικοινωνίας, δεν υπάρχει δίλημμα. «Νιώθω απολύτως κορόιδο όσον αφορά στο τι έκανα σε σχολείο, πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακό και μετέπειτα στην αγορά εργασίας του κλάδου μου. Γιατί; Επειδή, πολύ απλά, αντί να διαβάζω και να αγχώνομαι, θα μπορούσα να είχα βγει για περισσότερους καφέδες και βόλτες, να είχα παίξει περισσότερα βιντεοπαιχνίδια, να είχα δει περισσότερες ταινίες κ.λπ. Να είχα γίνει μαστόρι και αυτή τη στιγμή να είχα και μεγαλύτερη οικονομική άνεση και μικρότερο φόβο όσον αφορά στο επαγγελματικό μου μέλλον».

Πόσες ελληνικές παθογένειες κρύβονται στην παραπάνω παράγραφο, άραγε; Καταρχάς ο ΚΚ αισθάνεται κορόιδο. Κάποιος τον εξαπάτησε. Η κοινωνία, το κράτος, κάποιος άλλος, όχι ο ίδιος, όχι από δική του ευθύνη τον έπεισε να κάνει κάτι που τελικά δεν εξελίχθηκε όπως το περίμενε. η ζωή είναι σκληρή. Και δεν του το είπαν.

Έπειτα ο ίδιος δεν αισθάνεται ότι καλείται να παράξει κάποια νέα αξία. Η αξία υπάρχει κάπου εκεί αυτούσια και αυτός δεν πήρε το μερτικό του, αυτό που του άξιζε, που του υποσχέθηκαν. Ό,τι πήρε το πήρε πολύ δύσκολα. Σοκ, ποιος να το περίμενε.

Από την άλλη, νομίζει ότι τα μαστόρια κάνουν κάτι απλό και εύκολο. Δεν μαθαίνουν για χρόνια την τέχνη τους αργά κι επίπονα. Μόνο αυτός που “διάβασε” και στερήθηκε έκανε κάτι αξιόλογο. Τα μαστόρια δεν ταλαιπωρούνται, πίνουν μπύρες στην οικοδομή τη μέρα και το βράδυ ταινίες και βιντεοπαιχνίδια.

Τέλος, δε μπορώ να ξεπεράσω και το υποτιμητικό ύφος στη λέξη “μαστόρι”. Πολύ υποτιμημένα τα είχαμε τα μαστόρια και δε στενοχωριέμαι και πολύ τώρα που παίρνουν την εκδίκησή τους και η δουλειά τους αποδίδει χρήματα. Άλλωστε, παράγουν κάτι χειροπιαστό που το χρησιμοποιούμε καθημερινά όλοι μας. Δεν ξέρω αν μπορώ να πω το ίδιο για το χώρο των “media και της επικοινωνίας” του ΚΚ.

Εδώ, στο χωριό “οργώνεις” την αυλή.

εκτύπωση Κατηγορίες: babyK, απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
16 Φεβρουαρίου, 2026

Ο κάθε αμπελοφιλοσοφλουένσερ αισθάνεται την ανάγκη να αντιμετωπίσει δημοφιλή και διχαστικά ηθικά ζητήματα υποτίθεται “επιστημονικά” και επιστημονικά λοιπόν προσπαθεί να βάλει ένα απλό και χαλαρό τέρμα στη συζήτηση για τις αμβλώσεις αλλά με ασυνεπή επιχειρήματα. Ας δούμε τον συγκεκριμένο:

Λέει “Αντί λοιπόν να επιτεθούν στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, εφευρίσκουν ένα παιδί εκεί που υπάρχει ένα έμβρυο” >> Άρα διαχωρίζει το παιδί από το έμβρυο και προφανώς θεωρεί ότι το παιδί έχει δικαιώματα ενώ το έμβρυο όχι. Για να ισχύει αυτό, το έμβρυο πρέπει να είναι κάτι ουδέτερο, κάτι χωρίς αξία.

Συνεχίζει “Η γυναίκα υποβιβάζεται σε κάποιου είδους ξενιστή και παύει να είναι το κεντρικό πρόσωπο της διαδικασίας” >> Δηλαδή ισχυρίζεται πως αυτοί που θεωρούν το έμβρυο παιδί, θεωρούν τη γυναίκα ξενιστή, αφού θα εξαναγκαστεί πιθανά σε μια εγκυμοσύνη που δεν επιθυμεί.

Ας δούμε τις αντιφάσεις που προκύπτουν από τα παραπάνω:

1. Αν αυτό που βρίσκεται μέσα σε μια έγκυο γυναίκα είναι ένα απλό έμβρυο και όχι κάτι με την αξία ανθρώπινου παιδιού, όπως εννοεί ο αρθρογράφος, τότε είναι που αυτή υποβιβάζεται πραγματικά σε ξενιστή. Έχει μέσα της κάτι μη ανθρώπινο. Αυτός είναι ο ορισμός του ξενιστή, αυτός δηλαδή που φιλοξενεί μέσα του έναν άλλο οργανισμό, όχι του ίδιου είδους. Αλλά η έγκυος γυναίκα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πράγματι μεγαλειώδη διαδικασία της δημιουργίας της ζωής, όχι επειδή έχει μέσα της ένα ξένο και ουδέτερο υποκείμενο, αλλά επειδή έχει μέσα της ένα παιδί! Και, τελικά, πότε δεν είναι ξενιστής μια γυναίκα που κουβαλάει στην κοιλιά της μια νέα ζωή; Τι την κάνει ξενιστή ή μη; Το αν επιθυμούσε την εγκυμοσύνη; Από την άλλη το σώμα της περνάει από μύριες αλλαγές κατά την εγκυμοσύνη ακριβώς για να προσαρμοστεί σε αυτή την απόλυτα φυσική διαδικασία από την οποία θα προκύψει κάτι δικό της. Πώς είναι δυνατόν, επομένως, να μιλάμε για κάτι που ετυμολογικά έχει μέσα του τη λέξη “ξένος”.

2. Αναπάντητο μένει το ερώτημα του πότε το έμβρυο γίνεται παιδί και πώς βάσει της παραπάνω θεώρησης. Ξαφνικά, όταν αναπνέει αμέσως μετά τη γέννα μάλλον. Αυτή είναι μια συνήθης απάντηση. Άλλη συνήθης απάντηση είναι όταν το έμβρυο θα έχει αναπτυχθεί τόσο, ώστε να μπορεί να επιβιώσει εκτός μήτρας, δηλαδή, ανάλογα με την περίπτωση, ίσως από τον 5ο μήνα της κύησης και έπειτα (δεν ξέρω αν γίνεται και νωρίτερα και αφήνω στην άκρη το πώς θα προσδιοριστεί αυτό στην πράξη). Μέσα στο άρθρο χρησιμοποιείται μάλιστα υπέρ του επιχειρήματος το σόφισμα του σωρείτη (αν έχω ένα σωρό κόκκων άμμου και αφαιρώ έναν έναν τους κόκκους, ως πότε ο σωρός θα θεωρείται σωρός). Αλλά το σόφισμα στην πραγματικότητα λειτουργεί αντίστροφα, δηλαδή το πότε ο σωρός είναι σωρός είναι μια απόφαση που δεν εξαρτάται από το σωρό αλλά από εμάς που τον παρατηρούμε και του δίνουμε την όποια αξία ενώ, το γεγονός ότι δεν υπάρχει απόλυτο σημείο μετά από το οποίο ο σωρός δεν είναι πια σωρός, αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπήρξε ποτέ σωρός. Και ο ίδιος ο αρθρογράφος τελικά παίρνει κάποια θέση στο παράδοξο αναγκαστικά.

3. Αν πράγματι το έμβρυο είναι απλό έμβρυο, χωρίς ιδιαίτερη ανθρώπινη αξία, αξίζει τότε να είναι μέρος του ηθικού μας κύκλου αυτόνομα; Δηλαδή ανεξάρτητα από τη μητέρα; Αξίζει να προσπαθούμε να το σώσουμε αν μπορούμε να το κάνουμε αυτό ανεξάρτητα από την επιθυμία της μητέρας; Αν έχουμε πχ μια έγκυο που κινδυνεύει κι αυτή και το “έμβρυο” και δε μπορεί να επικοινωνήσει επειδή, ας πούμε, δεν έχει τις αισθήσεις της, αξίζει να προσπαθήσουμε και για τους δύο;

Θα μου πείτε τώρα, ΟΚ, σιγά τη βαθιά φιλοσοφία, το άρθρο απλά προσπαθεί να απαντήσει στα επιχειρήματα της θρησκείας και να ικανοποιήσει το ένστικτο του κοινού του. Όχι. Το άρθρο ισχυρίζεται ότι το κάνει επιστημονικά! Άλλωστε η σκληρή επιστήμη είναι και το θέμα του αρθρογράφου γενικότερα και οφείλει συνέπεια στο κοινό του.

Αλλά, γιατί πρέπει να στηρίξουμε κάτι που θεωρούμε σωστό σε σαθρά και ασυνεπή και κάπως ακροβατικά επιχειρήματα, όπως ο απλουστευτικός διαχωρισμός εμβρύου και παιδιού; Και να κάνουμε θεωρήσεις για ξενιστές (διάολε, ποιος το σκέφτηκε αυτό πραγματικά να αντιπαραβάλλει την εγκυμοσύνη με τον παρασιτισμό) προσπαθώντας να τις στηρίξουμε σε τεχνικότητες; Αυτά κάνει η ακραία αποδόμηση των εννοιών που καταλήγει στο να μην υπάρχει κανένα νόημα και ταυτόχρονα κάθε νόημα να είναι αποδεκτό. Η απόλυτη σχετικοποίηση των πάντων δηλαδή που αφήνει όλο το χώρο για να επιλέγει ο καθένας τη δική του επιστημονικοφανή ή όχι προσέγγιση.

Η μόνη συνεπής απάντηση στο ερώτημα είναι μία και έχει σπάνια απλότητα. Αναγνωρίζουμε το δικαίωμα στη γυναίκα να αποφασίσει το πώς ζυγίζει την ποιότητα της ζωής της με ή χωρίς -δε θα χρησιμοποιήσω ούτε τη λέξη έμβρυο ούτε τη λέξη παιδί- το πλάσμα που έχει μέσα της. Το αν το θεωρούμε παιδί ή έμβρυο ή οτιδήποτε άλλο εμπεριέχει μέσα του αυτομάτως μια ηθική αξιολόγηση και δεν έχει νόημα να προσποιούμαστε ότι δεν την κάνουμε.

Στην πραγματικότητα τα σαθρά επιχειρήματα αυτό που κάνουν είναι να φέρονται στη γυναίκα πατερναλιστικά και να αφαιρούν το ηθικό βάρος από την απόφαση μιας άμβλωσης. Να φανεί το επιχείρημα απλοϊκό γιατί τάχαμου δε μπορεί να το σηκώσει μια απλή γυναίκα. Δεν πρέπει να το δεχτούμε αυτό. Αυτό την μειώνει, δεν την απελευθερώνει. Αν το έμβρυο είναι απλό έμβρυο, τότε η απόφαση είναι απλά μια ιατρική απόφαση χωρίς ηθικό βάρος και την παίρνουμε ελαφρά τη καρδία. Όχι. Είναι μια απόφαση με μεγάλο ηθικό βάρος και θα πρέπει να παροτρύνουμε τις γυναίκες να την παίρνουν με ωριμότητα και αποφασιστικότητα. Όχι ελαφρότητα και ελλιπή ενημέρωση ή ινφλουμέρωση.

Και φυσικά πρέπει να παροτρύνουμε τους άντρες να συμμετέχουν σε όλη τη διαδικασία, από το σεξ, την εγκυμοσύνη και ό,τι προκύπτει ή δεν προκύπτει από εκεί, με αίσθημα ευθύνης, σοβαρότητας και υποστηρικτικότητας. Η υπευθυνότητα είναι ο καλύτερος τρόπος που έχουν ελεύθερα υποκείμενα να δρουν. Και να τους αναγνωρίσουμε ένα μικρό δικαίωμα στη συμμετοχή στην απόφαση. Μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά ας δουλέψουμε προς τη θετική εκδοχή. Όπως θέλουμε να έχουμε υπεύθυνες γυναίκες, να έχουμε και υπεύθυνους άνδρες, όχι απόντες.

ΥΓ1: Κατά τα άλλα το Κοσμικό Λάτε είναι ένα γενικά καλό νιουζλέττερ εκλαϊκευμένης επιστήμης. Απλά αισθάνεται την ανάγκη να πάρει μέρος σε έναν απλουστευτικό κοινωνικό ακτιβισμό, που είναι λίγο του συρμού.

ΥΓ2: Παλιότερή μου ανάρτηση για την άμβλωση. Δεν είναι εύκολα λόγια και δεν τα παίρνω ελαφρά.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
26 Δεκεμβρίου, 2024

Ας κλείσουμε το αιώνιο αυτό φιλοσοφικό ερώτημα μια και καλή. Οι αριθμοί είναι ανθρώπινοι νοητική κατασκευή. Αλλά τα πλήθη, για τα οποία τους χρησιμοποιούμε, αυτά υπάρχουν στην αντικειμενική πραγματικότητα. Το ερώτημα έτσι μετασχηματίζεται στο αν υπάρχει και τι είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Εύκολο! Είναι η προσέγγιση της πραγματικότητας που όλοι έχουμε και θεωρούμε ότι την έχουμε με κοινό τρόπο. Έχει νόημα η πραγματικότητα έξω από την ανθρώπινη εμπειρία; Κακή ερώτηση. Το νόημα είναι κάτι που δίνουμε οι άνθρωποι. Αλλά η πραγματικότητα υπήρχε και πριν από τους ανθρώπους. Είχε τότε νόημα; Δεν ξέρουμε.

Να το λοιπόν, οι αριθμοί μετρούν πλήθη. Αλλά υπάρχουν τα πλήθη; Τι ερώτηση; Ένα κοπάδι ελάφια θα αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο μια αγέλη λύκων και ένα μοναχικό λύκο. Θα φοβηθεί κανείς το ίδιο μια μέλισσα από ό,τι ένα σμήνος μέλισσες. Θα ψάξει μια μαμά γάτα όλα τα γατάκια της όταν τα χάσει; Ίσως στα παραδείγματα αυτά δεν έχει σημασία ο απόλυτος αριθμός, το ακριβές πλήθος. Αλλά η εμπειρία το πλήθους υπάρχει. Οι άνθρωποι κάναμε την εμπειρία του πλήθους πολύ πολύ σημαντικότερη φυσικά, μετρήσαμε τα πάντα, βρήκαμε ιδιότητες στους αριθμούς, τους χρησιμοποιήσαμε για να φτιάξουμε τεχνολογία.

Καλά Χριστούγεννα!

Image credit: “Numbers” by e y e / s e e is licensed under CC BY-NC-ND 2.0.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, επιστήμη | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
14 Οκτωβρίου, 2022

Ο θάνατος είναι το μόνο… σίγουρο πράγμα στη ζωή αυτή. Άσχετα με το τι πιστεύει κανείς για το “μετά”, το πριν είναι απολύτως καθορισμένο. Αν γεννηθείς, κάποτε θα πεθάνεις. Ο κύκλος της ζωής, η φυσική ροή των πραγμάτων κλπ κλπ κλπ. Ποια είναι η στάση μας όμως απέναντί του; Από τη μια προσπαθούμε να παρατείνουμε την ανθρώπινη ζωή όσο το δυνατόν περισσότερο, φτάνουμε στο σημείο να αναρωτιόμαστε αν οποιαδήποτε ποιότητα ζωής αξίζει τον κόπο ή αν είναι αποδεκτή η ευθανασία, καταφεύγουμε στην αναλυτική ηθική (ατομικό δικαίωμα) ή στη θρησκεία (χρέος). Όλα αυτά για να διαχειριστούμε κάπως το αναπόφευκτο κι αναπόδραστο του γεγονότος.

Στο μυαλό μου έχω δύο θανάτους των τελευταίων 30 ετών. Ο ένας είναι ο θάνατος του ολυμπιονίκη του ταεκβοντό Αλέξανδρου Νικολαΐδη, που πέθανε σήμερα στα 42 του μόλις χρόνια, έπειτα από σπάνια μορφή καρκίνου, μια κατάσταση που γνώριζε, την οποία πάλεψε για καιρό. από την οποία ταλαιπωρήθηκε άσχημα και από την οποία τελικά και κατέληξε. Και καθώς φαίνεται από την τελευταία του ανάρτηση στο Facebook αυτό έγινε γενναία, με στωικότητα και περηφάνεια. Ήταν κάτι που συγκίνησε και έκανε αίσθηση. Μακάρι όλοι μας να μπορούμε να επιδεικνύουμε αντίστοιχες αρετές μπροστά σε τόσο μεγάλες δυσκολίες, υποθέτω ότι αναλογιζόμαστε όλοι.

Υπάρχει και ένας άλλος θάνατος, πολύ διαφορετικός, αυτός του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, το 1998. Ο Λιαντίνης είναι οριακά μυθική προσωπικότητα πλέον, καθηγητής, φιλόλογος, φιλόσοφος, άνθρωπος που έκανε αίσθηση με την παρουσία του αλλά και σε μεγάλο βαθμό με το θάνατό του: μια αυτοκτονία που προγραμμάτισε, σχεδίασε και, όπως φαίνεται, ολοκλήρωσε με -και αυτό είναι που ενδιαφέρει σε αυτή την ανάρτησή μου και όχι ο βίος του ανθρώπου- με τα παρακάτω λόγια που μάλιστα τα έγραψε σε αποχαιρετιστήριο γράμμα προς την κόρη του: ” Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. […] Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι. […] Έζησα έρημος και ισχυρός”.

https://www.facebook.com/Liantinis/posts/554450246040295

Διακρίνω μια συγκλονιστική αντιδιαστολή ανάμεσα σε αυτούς τους δύο θανάτους. Ο ένας επιλέγει και μάλιστα περήφανα, όπως το διατρανώνει, τη στιγμή και τον τρόπο του θανάτου του. Ο άλλος δεν τον επιλέγει, η επιλογή έρχεται με φυσικό τρόπο, αλλά υπομένει την επώδυνη μοίρα του ως το τέλος. Συγκλονιστική αντίστιξη! Ο πρώτος “νικά” επιλέγοντας, ο δεύτερος υπομένοντας! Τι νίκησαν; Όχι το θάνατο, αλλά τον προσωπικό, εσωτερικό τους αγώνα απέναντί του.

Η ένστασή μου στην επιλογή του Λιαντίνη, αν μπορεί κανείς να πει ότι μπορεί να υπάρχουν ενστάσεις σε αυτά τα πράγματα, είναι διπλή. Από τη μια πλευρά, μια τέτοια, μη εξαναγκασμένη από κάτι ανίκητο αυτοκτονία, μπορεί να χαρακτηριστεί δειλία. Φεύγει όσο είναι ακόμη ακμαίος, θα πει κανείς, γιατί δε μπορεί να αντέξει τη φθορά και τη διαδικασία προς το θάνατο. Και αυτό το μετατρέπει τάχαμου σε πράξη γενναιότητας! Αυτή η διαδικασία προς το θάνατο, όμως, είναι η ίδια η ζωή και το συμβόλαιό μας μαζί της λέει πως δεν υπάρχουν υποσχέσεις και εγγυήσεις.

Από την άλλη, σε ένα διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, αποδρά από την άγνοια της φύσεως του θανάτου που μοιραία κάποτε θα τον έβρισκε. Γιατί αυτή η άγνοια είναι μια φοβερή παράμετρος του φόβου το θανάτου. Δεν είναι δηλαδή μόνο ο φόβος του ίδιου του θανάτου που μπορεί να μας συνθλίψει, άλλωστε την ύπαρξή του τη γνωρίζουμε με βεβαιότητα, αλλά η άγνοια του τρόπου με τον οποίο αυτός θα επέλθει. Είναι η διαδικασία του να ζεις μέρα με τη μέρα γνωρίζοντας ότι εκείνη μπορεί να είναι η τελευταία ή να είναι αυτή που θα μάθεις ότι σου συμβαίνει κάτι ανίκητο που θα επέλθει πολύ σύντομα.

Αυτό το τελευταίο συνέβη στον Νικολαΐδη. Έμαθε τον τρόπο με τον οποίο θα πεθάνει και κατά πάσα πιθανότητα μαζί έμαθε και προσεγγιστικά το χρόνο στον οποίο αυτό θα γίνει. Κι επέλεξε να δώσει μια μάχη ως τέλος. Μια μάχη στην οποία σίγουρα πόνεσε και σίγουρα ήταν επώδυνη και για το κοντινό του περιβάλλον. Είχε οικογένεια, μικρά παιδιά. Στην τελευταία του ανάρτηση μάλιστα λέει σπαρακτικά πόσο χαίρεται που η κόρη του κατάφερε να φτάσει σε ηλικία, μικρή μεν, αλλά ικανή να την κάνει να τον θυμάται. Όταν αυτός διαγνώστηκε εκείνη ήταν 3, τώρα είναι 5, θα μπορεί να τον  θυμάται!

Μπαίνω στον πειρασμό να προσπαθήσω να κρίνω τον καθένα από τους δύο τους για την επιλογή του. Αμφιταλαντεύομαι. Ο Λιαντίνης δείλιασε επιλέγοντας το τέλος. Όχι δε δείλιασε γιατί τόλμησε να το επιλέξει και να το κάνει και πράξη. Ο Νικολαΐδης ήταν γενναίος γιατί άντεξε ως το τέλος. Όχι δεν ήταν γιατί αποδέχτηκε μοιρολατρικά ό,τι του έμελλε και προκάλεσε και πόνο στους γύρω του.

Χωρίς να θέλω να πω πολλά μεγάλα λόγια, η περίπτωση Νικολαΐδη νομίζω κερδίζει μέσα μου ως στάση ζωής. Έτσι θα πρότεινα να αντιμετωπίζουμε τη ζωή γενικά: με αισιοδοξία και αγώνα ως το τέλος. Γιατί αυτή πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι η στάση ζωής μας, που γίνεται αυτομάτως και διδασκαλία-παράδειγμα προς τους νεότερους και τα παιδιά μας. Γιατί είναι μια διδαχή χρήσιμη και στην υπόλοιπη ζωή μας, όχι μόνο όταν έχουμε να διαχειριστούμε ζητήματα ζωής και θανάτου.

Τέλος, αναγνώστη, ας μη με κρίνεις κι εσύ εμένα. Είναι απλώς σκέψεις μπροστά στις οποίες στέκομαι με δέος αλλά χωρίς τελικές απαντήσεις και στην προσπάθεια να διαχειριστώ αυτό το μικρό προσωπικό δράμα που όλοι οι άνθρωποι μοιραζόμαστε, ότι είμαστε περαστικοί.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
8 Νοεμβρίου, 2021

Φρενάρισε έξω από το φαρμακείο της γειτονιάς. Ανεβοκατέβασε το τζάμι στα γρήγορα για να φύγει λίγη από την πρωινή υγρασία του Νοέμβρη και να δει καλύτερα. Μια μικρή βλαστήμια του ξέφυγε. Δευτέρα πρωί 08:30 και η ουρά ήδη σχηματισμένη. Θέση για παρκάρισμα καμία. Έβαλε πρώτη, τα λάστιχα έτριξαν και χάθηκε στη γωνία. Λίγο πιο κάτω, δίπλα σε ένα κάδο σκουπιδιών, μισή θέση κενή. Πέταξε το αυτοκίνητο εκεί στα πρόχειρα. Μισό παρκαρισμένο κανονικά, μισό μπροστά στον κάδο. Το σκουπιδιάρικο είχε ήδη περάσει πολύ νωρίς, δε θα εμπόδιζε κανέναν.

Έτρεξε να πάρει θέση στην ουρά. Αναγνώρισε κάμποσες γνωστές φάτσες. Περισσότερες από όσες θα ήθελε. Κάθε φάτσα σήμαινε 2-3 λεπτά περισσότερης αναμονής. Αλλά αυτό δεν τον πείραξε. Πιο πολύ τον πείραζε η ιδέα ότι το ο κάδος με τα σκουπίδια μπορεί να γλιστρούσε κατά τύχη και να του έγδερνε το αυτοκίνητο. Ήταν καινούριο πρακτικά, ακόμη ξεπλήρωνε τις δόσεις, δεν ήταν να τρέχει και στα φαναρτζίδικα. Κι αυτό το εβδομαδιαίο ραντεβού έξω από το φαρμακείο είχε κι αυτό το κόστος του.

Όμως αυτός θα παρέμενε πιστός στις αρχές του. Ράμπιτ τεστ κάθε Δευτέρα πρωί πριν τη δουλειά μέχρι να σβήσει ο ήλιος. Δεν είναι να ρισκάρουμε με την υγεία μας και να βάζουμε στο σώμα μας πειραματικές ουσίες. Καλύτερα στα σίγουρα. Αυτό σκέφτηκε κι άναψε ένα τσιγάρο καθώς πήρε τη θέση του στην ουρά.

Η ουρά δεν ήταν και τόσο άσχημη τελικά. Δυο θέσεις μπροστά ήταν η κοκκινομάλλα με τις μίνι φούστες και τις ψηλές μπότες, που, κατά τα φαινόμενα, ξυπνούσε τις Δευτέρες τα πρωινά περίπου την ίδια ώρα με αυτόν. Κάποιες από αυτές τις Δευτέρες είχαν βρεθεί και ο ένας πίσω από τον άλλο. Προτιμούσε τις περιπτώσεις όπου βρισκόταν αυτός πίσω της. Πλέον αντάλλασσαν και μια καλημέρα ο ένας με τον άλλο. Αυτή δούλευε σε κάποιο γραφείο. Αυτός επίσης. Είχαν κοινές αναφορές.

Δυο λεπτά αργότερα κατέφτασε στην ουρά η μαυρομάλλα που βαφόταν σχετικά έντονα. Δεν τον χάλαγε όμως. Κι αυτή πάνω-κάτω τακτική στο ραντεβού της. Όπως και στις αρχές της, άλλωστε! Με αυτήν δεν είχαν ακόμη συνάψει οικειότητες. Στάθηκε πίσω του. – Ευκαιρία, σκέφτηκε αυτός.

Έτριψε τα χέρια του. Ήπιος ακόμη ο χειμώνας και ο ήλιος ανέβαινε σιγά-σιγά στο βάθος. Αλλά πετάχτηκε από το αυτοκίνητο χωρίς σακάκι κι αισθάνθηκε λιγάκι το Νοέμβρη στα κόκαλά του. Αυτό το τρίψιμο των χεριών όμως ήταν ταυτόχρονα και κίνηση προσέγγισης. – Δροσούλα έχει σήμερα, είπε στη μαυρομάλλα. – Ναι, ναι, του έγνεψε εκείνη χαμογελαστά.

Την αρχή του φλερτ διέκοψε η φωνή του φαρμακοποιού, καθώς βγήκε στο κατώφλι του καταστήματος να συντονίσει την ουρά, η οποία είχε μεγαλώσει. – Όσοι έχουν έρθει για ράπιντ τεστ να σταθούν στα δεξιά, παρακαλώ, φώναξε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα το μεγαλύτερο μέρος της ουράς μετακινήθηκε προς τα δεξιά, με τιμιότητα και τάξη, χωρίς να χαλάσει τη σειρά προτεραιότητας. Οι λίγοι υπόλοιποι πελάτες άρχισαν να εξυπηρετούνται από έναν υπάλληλο του φαρμακείου, ενώ αυτοί στα δεξιά από τους υπόλοιπους.

– Η ουρά εδώ είναι για τα τεστ, ακούστηκε μια φωνή από το δρόμο. Ένας οδηγός είχε κατεβάσει το τζάμι και ρωτούσε. Ή κοιτούσε την κοκκινομάλλα. Ή και τα δύο. – Ναι, ναι, εδώ είναι, του είπαν δυο-τρεις εν χορώ. Ανέβασε το τζάμι και συνέχισε, αναζητώντας θέση για παρκάρισμα. – Δίπλα στον κάδο δε σε βλέπω να βρίσκεις, αναφώνησε χαιρέκακα. – Πώς είπες; ρώτησε η μαυρομάλλα. – Τίποτα-τίποτα, κάτι δικά μου, είπε αυτός.

Η ουρά στα αριστερά είχε εκμηδενιστεί. Η ουρά στα δεξιά όλο και αυξανόταν. Η ώρα πλησίαζε 09:00. Καλή η πλάκα και το φλερτ αλλά πόσο ευέλικτο να το κάνεις και το ωράριο! Είχε αρχίσει να αδημονεί. Παραδίπλα μακριές μπατονέτες βυθίζονταν σε ανθρώπινα ρουθούνια πυρετωδώς. Βαθιά. Πολύ βαθιά. Πιο βαθιά από τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

– Φανταστείτε να έπρεπε να μπαίνει σε άλλη τρύπα η μπατονέτα, κάγχασε ανυπόμονα και κάπως φωναχτά, δε θα τελειώναμε ποτέ. Κανασδυό νεαροί ακόμη πιο πίσω χασκογέλασαν. Η κοκκινομάλλα και η μαυρομάλλα χαμογέλασαν. Οι υπόλοιποι δεν άκουσαν ή έκαναν ότι δεν άκουσαν. Παρολαυτά πήρε θάρρος και συνέχισε. – Διαχωρίζουν τους ανθρώπους, οι εμβολιασμένοι από εδώ, οι ανεμβολίαστοι από εκεί, λες και είμαστε πρόβατα.

– Σας παρακαλώ, κύριε, μη φωνάζετε, του έτεινε κάπως αυστηρά ο φαρμακοποιός, βγάζοντας κάπως απότομα μια μπατονέτα από ένα ρουθούνι. Η φάτσα στο ρουθούνι μόρφασε. – Με συγχωρείτε, δεν ήθελα να σας πονέσω, είπε ο φαρμακοποιός στη φάτσα. Η φάτσα δεν είπε τίποτα. Ήθελε απλά να τελειώνει.

Μαζεύτηκε και δε συνέχισε το λογύδριο. Το προηγούμενο βράδυ μόλις είχε διαβάσει μερικά καταπληκτικά άρθρα στην ομάδα του Φέισμπουκ που παρακολουθούσε, τους “Έλληνες Ενωμένους Ενάντια στο Ταξικό Σύστημα Ιατρικής” (ΕΕΕΤΣΙ). Ήταν έτοιμος να αραδιάσει μερικά στατιστικά που θα έκαναν και νομπελίστες να γονατίσουν. Αλλά κρατήθηκε, είπε να δώσει τόπο στην οργή. Η σειρά του έφτανε κιόλας.

Η κοκκινομάλλα πήρε τη θέση της για τη ρουθουνιά. Κάθισε στην καρέκλα που είχε τοποθετήσει ο φαρμακοποιός για αυτή τη δουλειά, έγειρε προς τα πίσω με χάρη και τον άφησε να επιτελέσει αυτή την ανίερη αλλά απαραίτητη πράξη. Ο φαρμακοποιός δεν είχε ιδέα για αυτές της τις σκέψεις και πράγματι ολοκλήρωσε την πράξη του γρήγορα. Αυτή σηκώθηκε χαμογελαστή. – Όλα συνηθίζονται, είπε προς καμία συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Η υπομονή του αυτομάτως ξαναγέμισε σαν επαναφορτιζόμενη μπαταρία. Της έγνεψε αντίο γελαστά και άρχισε να παίρνει τη θέση του κι εκείνος. Ένας, δύο… ήταν τρίτος στη σειρά πλέον. Ώρα 09:10. – Πάμε να το κάνουμε και σήμερα, σαν άντρες, σκέφτηκε, σιγά το πράμα.

Κάθισε στην καρέκλα. Ήταν ζεστή. Έγειρε πίσω το κεφάλι αργά και υπομονετικά. Ο φαρμακοποιός έβγαλε τις δοκιμαστικές μπατονέτες από το σακουλάκι τους και έσπρωξε αργά και απαλά τη μία στο ένα του ρουθούνι. Δεν τον πόνεσε. Ήταν ένα αίσθημα λίγο ενοχλητικό αλλά πλέον γνώριμο. Ένα γαργάλημα που εξελισσόταν σε μικρό κάψιμο. Το κάψιμο γινόταν όλο και πιο έντονο και θύμιζε κάτι ανάμεσα σε παρόρμηση για φτέρνισμα και τάση για αναγούλα.

Έκλεισε τα μάτια και ανέπνευσε μεθοδικά από το στόμα. Ο χρόνος κυλούσε κάπως πιο αργά μα και ανεκτά έτσι. Ήξερε πως δεν έπρεπε να εστιάσει σε εκείνο το σημείο για να μην κάνει την αίσθηση χειρότερη. Ανέπνευσε βαθιά και στη σκέψη του ήρθε η πρωινή υγρασία πάνω στο αυτοκίνητο, που μετατρεπόταν σε νερό, καθώς ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, η χαρά της καινούριας ημέρας, η ανυπομονησία να φτάσει στον προορισμό του. Κι εκείνο το τραγούδι που λέει για το τέλος του Νοέμβρη…

Την αυτοσυγκέντρωσή του έσπασε η εισερχόμενη κλήση ενός κινητού. Γύρισε το κεφάλι απότομα. Η μπατονέτα έφυγε από το χέρι του φαρμακοποιού κι έμεινε να κρέμεται από το ρουθούνι του. Η ομήγυρη χαμογέλασε στη θέα του. Ήταν το κινητό της μαυρομάλλας. Έπαιζε το “Wake me up, when September ends”.

– Διάολε, σκέφτηκε, με τη μπατονέτα καρφωμένη στο ρουθούνι και τα βλέμματα στραμμένα πάνω του, λάθος το θυμόμουν το κομμάτι, για το Σεπτέμβριο λέει το κομμάτι, όχι για το Νοέμβριο… ο θεός ξέρει τι άλλο μπορεί να έχω καταλάβει λάθος!

[Photo credit: https://www.pexels.com/photo/ethic-man-looking-through-misted-window-of-car-6965282/]

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
20 Σεπτεμβρίου, 2018

Γιατί; Γιατί μπορώ! Κατοχυρώνω τον όρο τώρα. Γεωεπιπεδιστής είναι ο flat earther, δηλαδή ο ψεκασμένος εκείνος άνθρωπος, που πιστεύει ότι η γη είναι επίπεδη, επειδή άλλοι, περισσότερο ψεκασμένοι από αυτόν άνθρωποι τον έπεισαν πως, επειδή αυτό βλέπουν τα μάτια του, αυτό είναι που ισχύει. Δεν τον πείθουν τα Google maps, δεν τον πείθει το GPS, δεν τον πείθει το ταξίδι στο φεγγάρι, δεν τον πείθουν οι δορυφορικές επικοινωνίες, γενικά δεν τον πείθει… τίποτα. Κυκλοφορεί και αναπνέει ανάμεσά μας.

O γεωεπιπεδιστής! Ένας όρος που δεν υπάρχει στα λεξικά που έχω στη διάθεσή μου και δεν εμφανίζεται σε αποτελέσματα μηχανών αναζήτησης. Ως εκ τούτου διεκδικώ την πατρότητα και, γιατί όχι, και τη μητρότητά του. Τον παρέχω, δε στο ευρύ κοινό υπό την άδεια Creative Commons Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0). Για παράπονα και προσβολές του αξιόπατρου ή αξιόμητρου εντός. Θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας.

Φανερά προπαγανδιστική άποψη της γης από τα Google maps (2018)

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
19 Μαρτίου, 2018

Αυτός ο δύστυχος χώρος της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα πάσχει από σοβαρή έλλειψη ανανέωσης και δημιουργικότητας. Τώρα έχει και νέο φορέα/κόμμα, το Κίνημα Αλλαγής. Να σχολιάσω δύο σημεία, από καθαρά και μόνο επικοινωνιακή άποψη, που όμως νομίζω ότι δίνουν ένα στίγμα:

Το όνομα/Κίνημα Αλλαγής:

Φαντασία μηδέν. Αλλαγή ήταν το σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 και πάλι (νέα) αλλαγή ήταν το σύνθημα του Γιώργου Παπανδρέου από το 2004 και μετά. Αλλαγή και τώρα! Μόνο που αλλαγή με τα ίδια και τα ίδια δε γίνεται.

Το λογότυπο/Το τρίχρωμο ρόδο:

Αυτό το ρόδο-ανεμιστήρας είναι το λιγότερο εμπνευσμένο λογότυπο μεγάλου κόμματος που έχω δει. Ο συμβολισμός του είναι τόσο αφόρητα και αβάσταχτα προφανής, που σχεδόν πονάω. Σου φωνάζει από μακριά ότι είναι 3/5 ΣΥΡΙΖΑ, 1/5 ΠΑΣΟΚ και 1/5 ΝΔ. Φωνάζει τις προφανείς εκλογικές προσδοκίες του κόμματος. Φίλε designer, που το σχεδίασες, σε νιώθω, σε καταλαβαίνω, δε σε κατηγορώ για τίποτα, έκανες τη δουλειά σου, έκανες ό,τι σου είπαν.

“Η φαντασία στην εξουσία”, φώναζαν το Μάη του ’68, όσο παρεξηγημένη κι αν είναι η έννοια αυτής. Σίγουρα πάντως φαντασία δε σημαίνει να μένεις καθηλωμένος στις ίδιες κι απαράλλαχτες ιδέες, να μην εξελίσσεσαι. Το ίδιο τραγουδάει και ένα ρεμπετομπλούζ του Στέλιου Βαμβακάρη. Τουλάχιστον αυτός, στο δικό του πεδίο, επέδειξε και δημιουργικότητα και νεωτερισμό.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, πολιτική, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
18 Μαρτίου, 2018

Η κόντρα οδηγών ταξί και μαζί τους Υπουργείου Μεταφορών ενάντια στη BEAT (πρώην TaxiBEAT) έφτασε στο δυσθεώρητης γελοιότητας σημείο να εγκαλείται ο ιδρυτής της εταιρείας Νίκος Δρανδάκης και να δίνει εξηγήσεις στη Συνεδρίαση της Επιτροπής Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής για το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Μεταφορών, ότι ουσιαστικά… δεν είναι ελέφαντας.

Αξίζει πραγματικά τον κόπο να παρακολουθήσει κανείς μερικά πολύ ενδιαφέροντα στιγμιότυπα, όπου ο κύριος Δρανδάκης, με χαρακτηριστική ψυχραιμία και υπομονή, απαντάει στις ανεκδιήγητες ερωτήσεις της επιτροπής, άλλοτε για θέματα απολύτως νόμιμα, άλλοτε για θέματα εντελώς άσχετα με την εταιρεία του. Κάθε τόσο, δε, παραδίδει απλά μαθήματα ηλεκτρονικού εμπορίου, ηλεκτρονικών συναλλαγών και διαδεδομένων πρακτικών των νεοφυών επιχειρήσεων (startups) του σήμερα.

Δυσκολεύεται κανείς να επιλέξει με τι να εξοργιστεί καλά-καλά πρώτα: με την άγνοια αυτών που θέτουν τις ερωτήσεις για θέματα σχεδόν κοινότοπα εν έτει 2018 και για τα οποία καλούνται να νομοθετήσουν σε μια χώρα που διψάει για ανάπτυξη ή με το προκλητικό και ενίοτε προσβλητικό, γεμάτο ειρωνικούς υπαινιγμούς ύφος τους.

Στο μυαλό μου η συζήτηση ακούστηκε κάπως έτσι:

 

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
4 Δεκεμβρίου, 2016

Τελευταία φορά που τσέκαρα, η απάντηση ήταν “ναι”.

Γιατί, αν όχι, τότε μήπως δε μπορεί ένας παχύσαρκος να είναι καθηγητής γυμναστικής; Μπορεί ένας που τραυλίζει να είναι καθηγητής φιλολογικών μαθημάτων; Μπορεί, άραγε, ένας που ντύνεται άσχημα να είναι καθηγητής καλλιτεχνικών; Επιτρέπεται ένας νάνος να διδάσκει Βιολογία; Μπορεί, ακόμη, ένας μαύρος να είναι καθηγητής μαθηματικών; Μπορεί ένας Πακιστανός να είναι καθηγητής Φυσικής; Μπορεί ένας Νιγηριανός να διδάσκει Χημεία; Να διδάσκει ένας χριστιανός οικονομικά; Ένας μωαμεθανός πληροφορική; Ένας άθεος έκθεση;

Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι προφανώς “ναι”!

Ή μήπως δεν πρέπει, έτσι κι αλλιώς, ο κάθε παιδαγωγός, όπου παιδαγωγός υποθέτω εννοούμε εκπαιδευτικός διορισμένος από την πολιτεία ως δάσκαλος ή καθηγητής, να αφήνει στο σπίτι του τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του, τις αδυναμίες του και τα πάθη του; Μήπως είναι λίγοι αυτοί οι εκπαιδευτικοί, που και τώρα νόμιμα ασκούν το επάγγελμά τους ενώ καλύπτουν, όχι πάντα με επιτυχία, τα πάθη τους κάτω από τα “φυσιολογικά” παντελόνια και φούστες τους;

Από την άλλη, την ίδια εποχή, επιτρέπεται μια χαρά κάποιος να είναι “νευροχειρουργός – βελονιστής”.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
19 Σεπτεμβρίου, 2016

Παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και, χωρίς να αρνούμαι ότι ίσως κι εγώ να είμαι θύμα των ίδιων αδυναμιών μερικές φορές χωρίς να το συνειδητοποιώ, διαπιστώνω έντονα δύο χαρακτηριστικά που εντοπίζω με ανησυχητικά μεγάλη συχνότητα. Συχνότητα που δεν ταιριάζει στο επίπεδο του πολιτισμού, της επιστήμης και της τεχνολογίας που θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε αγγίξει ως κοινωνίες του περίφημου 20ου αιώνα που πριν λίγα χρόνια ολοκληρώσαμε. Τα δύο χαρακτηριστικά αυτά είναι η ευπιστία και η ευελπισία.

(Το ξέρω ότι στην ελληνική γλώσσα η λέξη “ευελπισία” θα μπορούσε να τεχνικά να υπάρχει ως σύνθετη του “ευ” και της “ελπίδας”, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει γιατί δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ. Όμως θα τη χρησιμοποιήσω καταχρηστικά, όπως έχει φαίνεται κάνει και ο Βιζυηνός πολύ πριν από μένα.

Αντιλαμβάνομαι τα δύο αυτά χαρακτηριστικά ως εξής (και αυτό επουδενί δεν είναι ορισμός, απλά τα μεταφέρω στο πλαίσιο της σκέψης μου): η ευπιστία είναι εκείνη η ιδιότητα του χαρακτήρα που κάνει έναν άνθρωπο να πείθεται εύκολα για κάτι για το οποίο δεν έχει χειροπιαστές αποδείξεις, ενώ η ευελπισία είναι εκείνη η ιδιότητα του χαρακτήρα που κάνει έναν άνθρωπο να ελπίζει σε κάτι καλό χωρίς να έχει χειροπιαστές αποδείξεις.

Προσοχή, η ευελπισία -στο μυαλό μου, εκεί δηλαδή όπου υφίσταται- δεν ταυτίζεται με την αισιοδοξία. Η αισιοδοξία είναι κι αυτή ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, όπου αυτός που το διαθέτει μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο ενστικτωδώς, από τη φύση του, ακόμη κι αν γνωρίζει ότι αυτό το καλύτερο μάλλον δε θα έρθει. Το κάνει αυτό, όχι από αφέλεια, αν και μπορεί και η αφέλεια να βοηθά σε αυτό καμιά φορά (μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι) αλλά επειδή διαθέτει μια έμφυτη ενέργεια που του επιτρέπει να επιλέγει να βλέπει τη θετική πτυχή των πραγμάτων, όχι επειδή αυτά είναι καθαυτά θετικά, αλλά επειδή ο ίδιος θα πράξει το θετικότερο δυνατό μέσα στην όποια κατάσταση βρεθεί να αντιμετωπίσει. Η αισιοδοξία είναι λιγάκι στάση ζωής, ενώ η ευελπισία είναι χαρακτηριστικό σαν την ευπιστία. Συμπαθάτε με για το word game, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου, απλώς προσπαθώ να θέσω τη βάση μιας σκέψης.

Η ευπιστία συνήθως χρησιμοποιείται με αρνητική χροιά για να περιγράψει κάποιον που εύκολα πέφτει θύμα κάποιας εξαπάτησης, επειδή ακριβώς πείθεται εύκολα. Η ευελπισία αποδίδει την ελπίδα για βελτίωση, για κάτι καλύτερο. Κι ενώ η ευπιστία μπορεί να είναι τόσο φυσικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό όσο και αποτέλεσμα ελλιπούς μόρφωσης και ενημέρωσης του ατόμου, η ευελπισία είναι νομίζω κάτι άλλο: είναι ανθρώπινη ανάγκη!

Αυτή η τελευταία παρατήρηση έχει ιδιαίτερη αξία. Ο άνθρωπος δεν ελπίζει από παραξενιά ή από ανοησία αλλά ελπίζει από ανάγκη. Έχει ανάγκη να γραπωθεί από κάποιες σταθερές για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του και να διάγει το βίο του. Είτε είναι επιστήμονας που βασίζεται στις αλήθειες της επιστήμης του, είτε είναι ένας απλός άνθρωπος που ανάβει κερί στην εκκλησία προσευχόμενος σε ένα ανώτερο ον, και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο άνθρωπος βρίσκει (ή εφευρίσκει) κάποια σταθερά σημεία, σαν μοχλούς ή τροχαλίες, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την καθημερινότητά του. Φυσικά, αυτή η ανάγκη δεν υπάρχει στην ίδια ένταση μέσα στον καθένα.

Όταν όμως αυτά τα δύο χαρακτηριστικά συνυπάρχουν το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ οδυνηρό για τον άνθρωπο. Όταν δηλαδή κάποιος είναι εύπιστος και διαθέτει και έντονη ευελπισία, αυτός ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος στόχος των επίδοξων εξαπατητών. Γιατί όχι μόνο μόνο πείθεται εύκολα αλλά έχει και ανάγκη για να πειστεί. Θέλει να πειστεί. Δε θέλει να αμφισβητήσει, δε θέλει να αμφιβάλλει και να κάνει δύσκολους υπολογισμούς και να κρίνει. Θέλει απλά να ελπίσει. Αν η ελπίδα του ευοδωθεί έχει καλώς. Αν πάλι όχι, έχει κάποιον άλλο να κατηγορήσει για το γεγονός ότι τον εξαπάτησε.

Το συνδυασμό αυτών των δύο χαρακτηριστικών τον βλέπω τριγύρω μου ιδιαίτερα τακτικά. Ανησυχητικά τακτικά, για να είμαι ειλικρινής. Μερικά απλά παραδείγματα είναι η θρησκεία, η πολιτική, η υγεία. Μπείτε στο μυαλό του ανθρώπου που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά και κοιτάξτε: Ένας εύπιστος άνθρωπος, με έντονη την ανάγκη να δει κάτι καλύτερο να συμβαίνει, που είναι προετοιμασμένος να πιστέψει σε θεούς, δαίμονες, κληρονομικά χαρίσματα, σε πολιτικούς και τοπικούς άρχοντες που υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια, σε ξεματιάσματα, θαυματουργές μεθόδους θεραπείας, κοκ.

Μέσα στο μυαλό αυτού του ανθρώπου η πίστη σε αυτό που τον εξαπατά είναι μια αχτίδα φωτός. Είναι μια ελπίδα την οποία έχει τεράστια ανάγκη και, ελλείψει πνεύματος αμφισβήτησης, κριτικής ικανότητας και σε συνδυασμό με ένα λιγάκι βραχύ μνημονικό που δε μετατρέπει την εμπειρία σε γνώση, είναι μια ελπίδα στην οποία θέλει τόσο πολύ να στηριχτεί. Θέλει τόσο πολύ να πιστέψει σε αυτήν. Είναι το Μωλντεριανό σύμπλεγμα (τα πνευματικά δικαιώματα του όρου μου ανήκουν ολοκληρωτικά). Σαν το Μώλντερ, των X-Files, θέλει να πιστέψει!

Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται γύρω μας νομίζω σε συντριπτική πλειοψηφία. Στελεχώνει εταιρείες, εφορείες, τράπεζες, ταχυδρομεία, σχολεία, νοσοκομεία. Ψηφίζει, παίρνει αποφάσεις. Ίσως κι εγώ είμαι ένας τέτοιος. Δεν υπάρχει τρόπος να το διαπιστώσω. Αυτός είναι ο μέσος άνθρωπος, ο μέσος Έλληνας, ένας Μώλντερ.

Του-ρούτου-του-τουτούουου 🎶🎵

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια