Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, η θεολογική σκέψη αναλώθηκε σε αλλεπάλληλες Οικουμενικές Συνόδους, Χριστολογικές έριδες και εξαντλητικές αναλύσεις γύρω από τη φύση του Χριστού (είναι μόνο άνθρωπος; μόνο θεός; και τα δύο;) και την Τριαδικότητα του Θεού (πώς γίνεται να είναι ένας και να έχει και τρεις υποστάσεις;). Με τα σημερινά κριτήρια, πολλές από αυτές τις έριδες φαντάζουν ως ατέρμονες, σχολαστικές και επουσιώδεις αντιπαραθέσεις. Από αυτήν ακριβώς τη συγκυρία προέκυψε και η φράση “βυζαντινή συζήτηση”. μια συζήτηση, δηλαδή, που εγκλωβίζεται σε αστείρευτες λεπτομέρειες και δαιδαλώδη επιχειρήματα, χάνοντας την ουσία του πραγματικού κόσμου.
Αν παρατηρήσει κανείς τη σύγχρονη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τα φύλα, πόσα είναι, τι συνιστούν και πώς ορίζονται, η αναλογία γίνεται εμφανής. Η συζήτηση συχνά διολισθαίνει σε έναν παρόμοιο δογματικό, δαιδαλώδη σχολαστικισμό, όπου συγχέεται η θεμελιώδης έννοια του φύλου με την ποικιλομορφία των χαρακτηριστικών ανάπτυξής του. Έννοιες και οι δύο καθόλα νόμιμες και υπαρκτές, γιατί και το φύλο υπάρχει, αλλά και αναπτύσσεται με πληθώρα διαφορετικών χαρακτηριστικών που έχουν σαφείς καταβολές και βιολογικό σκοπό.
Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιαστική διάκριση που πρέπει να επισημανθεί. Η ευθύνη για τη μετατροπή μιας συζήτησης σε “βυζαντινή” δεν ανήκει σε εκείνον που εξετάζει τη λογική ευστάθεια των επιχειρημάτων, αλλά σε εκείνον που θέτει τα αρχικά επιχειρήματα και επιβάλλει τον επανορισμό γνωστών και χρήσιμων εννοιών.
Για ολόκληρη την ανθρώπινη ιστορία, η έννοια του φύλου βασιζόταν στη βιολογία. Σε όλα τα αμφιγονικά αναπαραγόμενα είδη, η εξέλιξη στηρίχθηκε στην ύπαρξη δύο διαφορετικών τύπων γαμετών (μικρών/κινητών και μεγάλων/θρεπτικών). Αυτός ο δυαδικός βιολογικός μηχανισμός διαμόρφωσε την εξωτερική μορφολογία, τα δευτερεύοντα φυλετικά χαρακτηριστικά, αλλά και τις βασικές δομές κοινωνικής οργάνωσης των ειδών. Αυτό συνέβη στα θηλαστικά και μαζί και στο ανθρώπινο είδος.
Ασφαλώς, κατά τη διαδρομή της ανάπτυξης ενός οργανισμού, παρατηρείται ένα φάσμα επιμέρους φυσιολογικών και συμπεριφορικών διακυμάνσεων. Το γεγονός όμως ότι τα χαρακτηριστικά ανάπτυξης παρουσιάζουν διαβαθμίσεις δεν αναιρεί το δυαδικό υπόβαθρο της αναπαραγωγικής βιολογίας.
Προσφάτως, παρατηρείται μια προσπάθεια η έννοια του φύλου άλλοτε να διευρυνθεί μέσω του “κοινωνικού φύλου” (gender) και άλλοτε να υποκατασταθεί πλήρως από αυτό, σαν το βιολογικό φύλο (sex) να μην διατηρεί πλέον καμία ουσιαστική αξία για το άτομο ή την κοινωνία.
Είναι απόλυτα θεμιτό, όσο οι κοινωνίες εξελίσσονται, να εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και να ενσωματώνουν κοινωνικές ή ψυχολογικές παραμέτρους στην κατανόηση του ανθρώπου. Όμως, η επιθυμία μας να απελευθερώσουμε τον άνθρωπο από τους περιορισμούς που θέτει η φύση δεν παραγράφει τους νόμους της. Η βιολογία παραμένει ένας καταλυτικός παράγοντας στη διαμόρφωση:
- Των εξωτερικών ανατομικών χαρακτηριστικών.
- Της σεξουαλικότητας και των ψυχολογικών τάσεων.
- Των αναπαραγωγικών στρατηγικών (mating strategies) και των εξελικτικών προσαρμογών.
Η ανατροπή μιας παραδοσιακής έννοιας που διατηρεί ακέραιη τη σημασία της και η αντικατάστασή της από μια νέα, ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται καταχρηστικά ο ίδιος όρος, δεν αποτελεί συνεπή ούτε τίμια προσέγγιση. Δημιουργεί εννοιολογική σύγχυση και αποδομεί εργαλεία που είναι απαραίτητα για την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης.
Σε αυτή τη διαμάχη, το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης δεν το φέρει η πλευρά που υπερασπίζεται τη λογική και την πραγματικότητα απέναντι στην αυθαιρεσία, αλλά εκείνη που ξεκινά την αποδόμηση, μετατρέποντας μια θεμελιώδη αλήθεια σε πεδίο ατέρμονων σχολαστικών, “βυζαντινών”, συζητήσεων.

Featured image credit: Gemini AI generated.

