Disclaimer: το παρακάτω άρθρο ξεκίνησε ως συζήτηση ανάμεσα σε φίλους συνομήλικους σε ένα ιδιωτικό chat, στη συνέχεια πήρα τη στιχομυθία από εκεί και την πέρασα στο Chat GPT, ζητώντας του να την κάνει άρθρο, το επιμελήθηκα λίγο και ιδού, δεν είναι καθόλου κακό:
Η εφηβική μελαγχολία συχνά περιγράφεται ως μια ωραία πολυτέλεια. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου, άπειρες δυνατότητες, και παρ’ όλα αυτά σε πλακώνει ένα βάρος που δεν ξέρεις από πού έρχεται. Είναι μια περίοδος όπου πενθείς, χωρίς να ξέρεις ακριβώς τι χάνεις. Κι όμως, αυτό το παράδοξο συναίσθημα φαίνεται να είναι πιο πολιτισμικά φορτισμένο απ’ όσο νομίζουμε. Ήταν όμως πάντα έτσι; Μάλλον όχι.
Αν κοιτάξουμε την ανθρώπινη ιστορία, η ιδέα του “έφηβου” όπως τον αντιλαμβανόμαστε σήμερα δεν υπήρχε. Στις περισσότερες προ-βιομηχανικές κοινωνίες η ζωή προχωρούσε από την παιδική ηλικία κατευθείαν στην ενηλικίωση: δουλειά, ευθύνες, συχνά γάμος, όλα πριν καν προλάβει κάποιος να πει «τι θέλω να κάνω με τη ζωή μου».
Η εφηβεία υπήρχε βέβαια βιολογικά, οι ορμόνες δεν είναι εφεύρεση του μοντερνισμού, αλλά κοινωνικά ο ρόλος ήταν ξεκάθαρος. Δεν υπήρχε χρόνος ούτε χώρος για εσωτερικά δράματα. Αυτά θα ήταν μια πολυτέλεια, ίσως για λίγους. Η μετάβαση ήταν σύντομη, οριοθετημένη και με σκοπό: η επιβίωση και οι ανάγκες έρχονταν πρώτες.
Αντίθετα, στη δυτική μεταμοντέρνα κοινωνία, η εφηβεία έχει μετατραπεί σε μια εκτεταμένη και ασαφή περίοδο «ούτε παιδί ούτε ενήλικος», όπου ο έφηβος καλείται να βρει τον «αληθινό του εαυτό». Μπορεί να ξεκινά στην ηλικία των 12-14 ετών και να τελειώνει προς τα 25, ενώ τα παλλιροϊκά της κύματα μπορεί να επηρεάζουν το άτομο ακόμη περισσότερο.
Από τον Ρομαντισμό και μετά, η ιδέα της εσωτερικής ταραχής απέκτησε κύρος. Η θλίψη, η μοναχικότητα, οι μεγάλες υπαρξιακές σκέψεις έγιναν ένδειξη πνευματικού/ψυχικού “βάθους”. Η ψυχολογία ήρθε λίγο αργότερα να βάλει θεωρητικό πλαίσιο, όπου η ομφαλοσκόπηση απέκτησε επιστημονική νομιμοποίηση και το εφηβικό άγχος εντοπίστηκε, κανονικοποιήθηκε και μέχρι και τραγουδήθηκε από την ποπ κουλτούρα.
Σήμερα, το μοντέλο αυτό έχει εδραιωθεί σε βαθμό που να θεωρείται αυτονόητη. Ο κόσμος περιμένει από τους εφήβους να έχουν άποψη για την αυτοπραγμάτωσή τους, να είναι κοινωνικά και πολιτικά συνειδητοποιημένοι, να διαχειρίζονται την πίεση του σχολείου, του μέλλοντος, του δικού τους και του κόσμου ολόκληρου, της κλιματικής κρίσης.
Δεν είναι περίεργο που η εφηβική μελαγχολία έχει γίνει σχεδόν εγγυημένο στάδιο. Κάποιες φορές μάλιστα μοιάζει να ενισχύεται, ακόμη και τεχνητά, από ένα σύστημα που επιβραβεύει τη διαρκή ανησυχία και τη δραματοποίηση της εσωτερικότητας, που αναδεικνύει την ανθρώπινη ευαισθησία και ευαλωτότητα ως στοιχεία αποδεκτά και όχι προβληματικά που εμποδίζουν την ανάπτυξη του ατόμου.
Οι ορμόνες είναι πραγματικές, αλλά δεν εξηγούν τα πάντα. Η βιολογία παίζει τον ρόλο της, η συναισθηματική ευαισθησία, η ερωτική επιθυμία, η καθυστέρηση ωρίμανσης του προμετωπιαίου φλοιού, η τάση για ρίσκο και δράση, όλα είναι υπαρκτά στοιχεία της εφηβείας. Αν τα συνδυάσουμε με τη βροχή πληροφορίας που δέχεται ένας έφηβος σήμερα και το ρυθμό που το ίδιο του το σώμα εξελίσσεται έχουμε ένα κοκτέηλ δυνητικά εκρηκτικό. Ο εσωτερικός κόσμος του εφήβου είναι ένα πεδίο μάχης.
Αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά, σε μια κοινωνία που απαιτεί από τον νέο άνθρωπο να είναι προσεκτικός, λογικός, υπολογιστικός, να σχεδιάζει το μέλλον του από νωρίς, να είναι σωστός και ευαίσθητος, καταλήγουν να μοιάζουν προβληματικά. Σαν να ευνουχίζεται ο αυθορμητισμός, που κάποτε ήταν απαραίτητος για να βγει ο έφηβος στον κόσμο και για τον οποίο τον έχει προγραμματίσει η φύση του.
Σε έναν κόσμο που όλα πρέπει να φιλτραριστούν, να ερμηνευθούν, να αναλυθούν, η αυθόρμητη ένταση της εφηβείας συχνά είτε καταπνίγεται είτε αποδίδεται αποκλειστικά σε συστημικές αιτίες: στην κοινωνία, στο περιβάλλον, στον καπιταλισμό, στην κρίση. Οι νέοι καλούνται να διαχειριστούν το βάρος του κόσμου πριν προλάβουν να διαχειριστούν το βάρος του εαυτού τους. Και κάπου εκεί, η μελαγχολία γίνεται όχι μόνο αναμενόμενη, αλλά και πολιτισμικά νομιμοποιημένη, σχεδόν επιβεβλημένη.
Τελικά, τι είναι η εφηβική θλίψη; Το σημαντικό, θα έλεγε κανείς, δεν είναι να την εξιδανικεύουμε αλλά ούτε και να την καταδικάζουμε. Αλλά να την αναγνωρίζουμε ως μέρος μιας μετάβασης που σήμερα γίνεται πιο θολή και πιο παρατεταμένη από ποτέ. Ίσως το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να προστατεύσουμε τους εφήβους από τη θλίψη, αλλά να τους βοηθήσουμε να βγουν από την ακινησία της, να περάσουν από το ταβάνι που κοιτούν, στη ζωή που τους περιμένει.
Αυτά μας έγραψε το AI, με διάφορες αλλαγές και προσθήκες δικές μου. Και έχω να προσθέσω το παρακάτω:
Η σύγχρονη ζωή μας έχει προσφέρει μια κατάρα και μια ευχή ταυτόχρονα. Η ιδέα μιας καλής ζωής δεν είναι μακρινή και σε μεγάλο βαθμό οι μετα-βιομηχανικές κοινωνίες την έχουν πετύχει ή είναι σε θετική πορεία. Μάλιστα οι άνθρωποι των κοινωνιών αυτών έχουν και μια ίσως θολή αλλά υπαρκτή αίσθηση ιδανικότητας για αυτή τη ζωή και ταυτόχρονα αισθάνονται ότι οι κοινωνίες τους τους την έχουν υποσχεθεί κιόλας. Έτσι όμως μονίμως αναμετρώνται με αυτό το θολό ιδανικό και με την ιδέα του δικαιώματος σε αυτό. Και η αναμέτρηση αυτή τους βρίσκει πάντα να υστερούν και το άγχος αναπόφευκτο.
[Featured image credit: “Angst” by CBS_Fan is licensed under CC BY-SA 2.0. To view a copy of this license, visit https://creativecommons.org/licenses/by-sa/2.0/]
εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις | rss 2.0 | trackback

