Σε ένα ανύποπτο άρθρο σχετικά με την επαγγελματική αποκατάσταση και τις ανησυχίες γονέων και παιδιών σήμερα διαβάζω το παρακάτω:
Για τον Κ.Κ., 43 ετών, κάτοχο πτυχίου και μεταπτυχιακού τίτλου και εργαζομένου επί πολλά χρόνια στον χώρο των media και της επικοινωνίας, δεν υπάρχει δίλημμα. «Νιώθω απολύτως κορόιδο όσον αφορά στο τι έκανα σε σχολείο, πανεπιστήμιο, μεταπτυχιακό και μετέπειτα στην αγορά εργασίας του κλάδου μου. Γιατί; Επειδή, πολύ απλά, αντί να διαβάζω και να αγχώνομαι, θα μπορούσα να είχα βγει για περισσότερους καφέδες και βόλτες, να είχα παίξει περισσότερα βιντεοπαιχνίδια, να είχα δει περισσότερες ταινίες κ.λπ. Να είχα γίνει μαστόρι και αυτή τη στιγμή να είχα και μεγαλύτερη οικονομική άνεση και μικρότερο φόβο όσον αφορά στο επαγγελματικό μου μέλλον».
Πόσες ελληνικές παθογένειες κρύβονται στην παραπάνω παράγραφο, άραγε; Καταρχάς ο ΚΚ αισθάνεται κορόιδο. Κάποιος τον εξαπάτησε. Η κοινωνία, το κράτος, κάποιος άλλος, όχι ο ίδιος, όχι από δική του ευθύνη τον έπεισε να κάνει κάτι που τελικά δεν εξελίχθηκε όπως το περίμενε. η ζωή είναι σκληρή. Και δεν του το είπαν.
Έπειτα ο ίδιος δεν αισθάνεται ότι καλείται να παράξει κάποια νέα αξία. Η αξία υπάρχει κάπου εκεί αυτούσια και αυτός δεν πήρε το μερτικό του, αυτό που του άξιζε, που του υποσχέθηκαν. Ό,τι πήρε το πήρε πολύ δύσκολα. Σοκ, ποιος να το περίμενε.
Από την άλλη, νομίζει ότι τα μαστόρια κάνουν κάτι απλό και εύκολο. Δεν μαθαίνουν για χρόνια την τέχνη τους αργά κι επίπονα. Μόνο αυτός που “διάβασε” και στερήθηκε έκανε κάτι αξιόλογο. Τα μαστόρια δεν ταλαιπωρούνται, πίνουν μπύρες στην οικοδομή τη μέρα και το βράδυ ταινίες και βιντεοπαιχνίδια.
Τέλος, δε μπορώ να ξεπεράσω και το υποτιμητικό ύφος στη λέξη “μαστόρι”. Πολύ υποτιμημένα τα είχαμε τα μαστόρια και δε στενοχωριέμαι και πολύ τώρα που παίρνουν την εκδίκησή τους και η δουλειά τους αποδίδει χρήματα. Άλλωστε, παράγουν κάτι χειροπιαστό που το χρησιμοποιούμε καθημερινά όλοι μας. Δεν ξέρω αν μπορώ να πω το ίδιο για το χώρο των “media και της επικοινωνίας” του ΚΚ.

Εδώ, στο χωριό “οργώνεις” την αυλή.

