Τάκης Μπουγιούρης

8 Ιουλίου, 2011

 

Θα 'ταν 1995 πάνω κάτω, όταν έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου το Wall. Ανυποψίαστος, φυσικά, για το τι πρόκειται να ακούσω. Τότε η μουσική ήταν ένα πεδίο ανεξερεύνητο για μένα. Έψαχνα να βρω τα τραγούδια "εκείνα", που κάπου τα είχα ακούσει και μου είχαν αρέσει πολύ αλλά δεν ήξερα τον τίτλο τους και ποιος τα είχε γράψει. Έτσι κάθε νέος δίσκος, έπειτα από μεγάλη προσμονή, ήταν μια μεγάλη αποκάλυψη ή μια μεγάλη απογοήτευση. Στην πραγματικότητα, όπως κατάλαβα αργότερα, δεν ήταν τίποτε από τα δύο. Η αγάπη για μια μουσική χτίζεται σιγά σιγά.

Την πρώτη φορά που έπαιξα το Wall δεν κατάλαβα και πολλά. Η μητέρα μου όταν άκουσε το στίχο "Ι 've got thirteen channels of shit on the TV to choose from.", είπε στον πατέρα μου "Κοίτα τι ακούει ο γιος σου!". Μόλις λίγα χρόνια πριν είχαμε αποκτήσει και ιδιωτικά κανάλια στην Ελλάδα για πρώτη φορά! Ο πατέρας μου απάντησε "Τους θυμάμαι. Ήταν κάπως απόκοσμοι.". Eίχε ζήσει στο Λονδίνο την εποχή που οι Pink Floyd ήταν το νούμερο 1 avantgarde/progressive συγκρότημα. Προοδευτικός άνθρωπος ήταν, αλλά περισσότερο με Θεοδωράκη και Χατζιδάκι. Τότε αισθάνθηκα ότι ακούω κάτι, δεν ξέρω τι, όχι καλό, όχι κακό, αλλά διαφορετικό. Κάτι ενδιαφέρον.

Με τα χρόνια το δίσκο τον έλιωσα στο πικάπ. Τον λάτρεψα, τον χώνεψα, τον έμαθα απέξω κι ανακατωτά. Και για χρόνια αισθανόμουν θλίψη που δε θα είχα ποτέ την ευκαιρία να τον ακούσω κάποτε και ζωντανά, μιας και οι Pink Floyd είχαν πρακτικά διαλυθεί. Μέχρι που πριν λίγα χρόνια ο Roger Waters πραγματοποίησε παγκόσμια tour για το – μοναδικό – "Dark side of the moon" και πέρασε κι από την Ελλάδα. Φέτος συνεχίζει (και τερματίζει, λογικά, την καριέρα του) παρουσιάζοντας το "Wall", το magnum opus του, σε όλη του την έκταση και με όλη του τη θεατρικότητα. Θα είμαι εκεί, απόψε το βράδυ.

"Mother, did it need to be so high?"

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, ήμουν εκεί, μουσική, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 3 σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

30 Ιουλίου, 2010

Ο Μίκης Θεοδωράκης έγινε χτες 85 χρονών και το γιόρτασε στο Θέατρο του Λυκαβηττού παρέα με πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες, νέους και παλιούς, σε μια ανοιχτή με προσκλήσεις για το κοινό συναυλία. Είναι, χωρίς αμφιβολία, ο μεγαλύτερος εν ζωή Έλληνας συνθέτης. Η ζωή του είναι συνυφασμένη με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, την οποία και επηρέασε, από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έως σήμερα. Οι συνθέσεις του μεταμόρφωσαν το ελληνικό μουσικό τοπίο δημιουργώντας ένα απίστευτο κράμα λαϊκότητας, κλασσικών ενορχηστρώσεων και ποίησης. Είναι ένας άνθρωπος που προκαλεί δέος με το μέγεθός του.

Κυρίως, όμως, ανήκει σε μια γενιά ανθρώπων που μας έκαναν υπερήφανους ως Έλληνες μέσα στη μαυρίλα που η χώρα αυτή έζησε τον περασμένο αιώνα. Ανήκει σε εκείνους που γεννήθηκαν για να αγωνίζονται και έχουν τη βαθιά πίστη ότι ο άνθρωπος, ο Έλληνας,  είναι ικανός για κάτι καλύτερο.., για να φθάσει λίγο ψηλότερα.

Χτες βράδυ, ο κόσμος που τον αγάπησε του ευχήθηκε χρόνια πολλά, κι αυτός μας άφησε με ένα μήνυμα προς τους νέους ανθρώπους για τη δύσκολη εποχή που ζούμε:

Όταν βρεθείς με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο γίνεσαι είτε προδότης, είτε ήρωας. Προσέξτε γιατί η ώρα σας έρχεται!

Οι φωτογραφίες courtesy of Popie:


Αντώνης Καλογιάννης, Βάσια Ζήλου


Γιάννης Μπέζος


Δώρος Δημοσθένους – Λουκιανός Κηλαηδόνης


Όλοι οι καλλιτέχνες (στη μέση ο Διονύσης Σαββόπουλος)


Ο Μίκης Θεοδωράκης χαιρετίζει και τραγουδά το "Περιγιάλι"

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, ήμουν εκεί, μουσική | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

21 Ιουλίου, 2010

Ήταν μια συνηθισμένη καλοκαιρινή βραδιά. Γύρισα σπίτι αργά από το γραφείο. Κάνει τόση ζέστη που, έτσι κι αλλιώς, δε μπορείς να κάνεις πολλά στο σπίτι νωρίς. Είτε θα βγεις καμιά βόλτα είτε θα δουλέψεις λίγο παραπάνω στη δροσιά του air-condition. Έβαλα κάτι να φάω και κάθισα μπροστά στην τηλεόραση. Μια διαιτολόγος με είχε συμβουλέψει να μην τρώω μπροστά στην τηλεόραση γιατί, λέει, καθώς η προσοχή μας αποσπάται, καταλήγουμε να τρώμε περισσότερο. Δεν καταλαβαίνω το νόημα, το πιάτο μου θα το αδειάσω είτε μπροστά είτε πίσω από την τηλεόραση. Εν πάση περιπτώσει, η τηλεόραση αυτό τον καιρό είναι μια δυστυχία. Επαναλήψεις αποτυχιών του χειμώνα η μία πίσω από την άλλη ακολουθούμενες από αποτυχίες της περασμένης εικοσαετίας μετά τα μεσάνυχτα. Πετυχαίνω το "Bones". Μόνο ακουστά το είχα μέχρι τότε. Ήξερα ότι πρόκειται για έναν από τους κλώνους τύπου CSI, με έμφαση σε θεματολογία που περιλαμβάνει φονικά, τα οποία αναλύονται ψύχραιμα – και κυνικά – στα εργαστήρια της αστυνομίας με περίσσεια αίματος και ωμού ιατροδικαστικού νατουραλισμού.

Ξεκινά, που λέτε, το επεισόδιο και δείχνει κόσμο μέσα σε ένα ασανσέρ. Ξάφνου, η οροφή του ανοίγει και προς έκπληξη τόσο δική μου όσο και των επιβατών του ασανσέρ, ένα… γυναικείο πόδι πέφτει μέσα – φορώντας το παπούτσι. Φωνές, κακό στο ασανσέρ πού να σας τα λέω! Εγώ έτρωγα ο αδαής. Μα μέχρι να το συνειδητοποιήσω τι βλέπω και να αηδιάσω η πλοκή προχώρησε στο να αποκαλύψει και όλα τα υπόλοιπα μέλη της δυστυχούς κατακερματισμένης γυναίκας, στην οποία το πόδι ανήκε. Την είχαν πετάξει ψηλά από το φρεάτιο και… δεν είχε μείνει κολυμπηθρόξυλο. Τα κομμάτια της ήταν σπαρμένα παντού! Κανονικά θα έπρεπε να αηδιάσω. Έτρωγα! Αλλά ήταν τόσο υπερβολικά σπλάτερ το θέαμα, τόσο πέραν κάθε λογικής η αιματοχυσία, που η φρίκη που παρακολουθούσα με έκανε να καγχάσω. Κατάφερα να συνεχίσω να τρώω.

Η διαμελισμένη γυναίκα έφτασε σε πολλές δόσεις στα εργαστήρια της αστυνομίας. Πάρα πολλές. Και η ανάλυση ξεκίνησε. Ανέλυσαν τα πάντα. Κόσκινο την έκαναν! Όχι ότι δυσκολεύτηκαν, δηλαδή. Κι αν δεν είχαν καταφέρει να με κάνουν να αηδιάσω οι προηγούμενες σκηνές, τα κατάφερε η επόμενη. Προτού το καταλάβω οι δύο λευκοφορεμένοι πρωταγωνιστές της σκηνής αρχίζουν να απαριθμούν τα ευρήματα των αναλύσεων! Στο πόδι αυτό, στο κρανίο το άλλο, στο στόμα το παρά-άλλο κοκ. Φτάνοντας στο στομάχι – κάτι ολοφάνερο στην οθόνη της τηλεόρασης – η ανάλυση βρήκε ότι η νεκρή – πριν γίνει νεκρή – είχε φάει κρέας, γιαούρτι και μαρούλι. Οι δύο πρωταγωνιστές κοιτάχτηκαν με νόημα. Η ελληνική καρδιά μου αναπήδησε! Αναφώνησαν: "Γύρο". Ναι, η άτυχη γυναίκα είχε χτυπήσει μερικά πιτόγυρα πριν πεθάνει και τα τζιμάνια από τα φορένζικς είχαν καταφέρει να το αποκρυπτογραφήσουν. Σύντομα, έδωσαν εντολή να γίνει έρευνα σε όλα τα ελληνικά εστιατόρια της περιοχής όπου συνετελέσθη το μοιραίο και η δικαιοσύνη πήρε το δρόμο της.

Συμπέρασμα: Ένα ανοιχτό στομάχι με πιτόγυρα είναι πολύ καλύτερος τρόπος για να αηδιάσετε κάποιον από μια διαμελισμένη γυναίκα.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, είδα | rss 2.0 | trackback | 4 σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

24 Μαρτίου, 2010

Για ακόμη μία φορά οι μικρές θεατρικές σκηνές με τα νεανικά σχήματα με εκπλήσσουν ευχάριστα. Πολύ ευχάριστα! Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου (στο Νέο Κόσμο) στον "Πάνω Χώρο" παίζεται η παράσταση των Βασίλη Μαυρογεωργίου και Κώστα Γάκη "Λιοντάρια". Το έργο αφορά τέσσερα λιοντάρια στο ζωολογικό κήπο της Βαγδάτης και τις περιπέτειές τους όταν, κατά τη διάρκεια αμερικανικών βομβαρδισμών της πόλης, τα κλουβιά τους διαλύονται και αυτά βρίσκουν αναπάντεχα την ελευθερία τους. Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από το κόμικ "Pride of Baghdad", το οποίο είναι με τη σειρά του βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. Πράγματι, έπειτα από τους βομβαρδισμούς της Βαγδάτης Αμερικανοί στρατιώτες βρήκαν και σκότωσαν ανάμεσα στα συντρίμμια της πόλης λιοντάρια που είχαν δραπετεύσει από το ζωολογικό κήπο. Η παράσταση αποπνέει φρεσκάδα, έχει ρυθμό, ορεξάτους ηθοποιούς και σκηνοθετική ευρηματικότητα. Σε ένα εντελώς άδειο σκηνικό πείθεσαι χωρίς αμφιβολία ότι τέσσερα λιοντάρια ταξιδεύουν από τη φυλακή του ζωολογικού κήπου στην ελευθερία της σαβάνας και τη βομβαρδισμένη Βαγδάτη. Με ανάλαφρη αντιμετώπιση, που δίνει μπόλικο και καλό γέλιο, αντιμετωπίζονται η ελευθερία, η στέρησή της και η ιδρυματοποίηση. Συστήνω στους θεατρόφιλους να τη δουν ανεπιφύλακτα, γιατί είναι αστεία και συγκινητική, όχι υπερβολικά βαθυστόχαστη αλλά μεστή, με δυο λόγια απολαυστική!

ΥΓ: Ατάκα-διαμάντι που μένει: στο "μανιφέστο" των πιθήκων η εν χορώ δήλωση "Μας χωρίζει από τους ανθρώπους μόνο ένα αμινοξύ"!

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, θέατρο | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

11 Μαρτίου, 2010

Κάτι δε θα κατάλαβα καλά μάλλον. Από παντού ακούω καλά σχόλια και καλές κριτικές για τη φετινή ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε με το Λεονάρντο Ντι Κάπριο το "Νησί των Καταραμένων" ("Shutter Island"), στο οποίο ανακατεύονται στοιχεία από αστυνομικό και ψυχολογικό θρίλερ με θεωρίες συνωμοσίας και περιπέτεια. Η ιδέα πίσω από την ταινία δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη πια – βλ. το "Σκοτεινό παράθυρο" ("Secret Window") κι ακόμη την "Έκτη Αίσθηση" ("Sixth Sense"). Θέλω να πω ότι μια τέτοια  ιδέα για την τελική ανατροπή του σεναρίου δεν έχει νόημα να χρησιμοποιείται παραπάνω από μία φορές, επειδή είναι αρκούντως απρόσμενη και ικανή την πρώτη φορά και μόνο. Μετά μοιάζει αντιγραφή. Επιπλέον, θα περίμενα κάτι πιο σύνθετο από τον Σκορτσέζε (!) και όχι απλά ένα θριλεράκι που αλλάζει τα δεδομένα κάααπως εντυπωσιακά στο τέλος. Ίσως τα γεράματα. Και μήπως ήταν η ιδέα μου ότι πολλές σκηνές ήταν προχειρογυρισμένες ή γυρισμένες αλλού-οι-ηθοποιοί-κι-αλλού-το-σκηνικό (όπως στις παλιές ταινίες, που ο οδηγός έστριβε το τιμόνι δεξιά-αριστερά, προφανώς για το εφφέ, αλλά το αυτοκίνητο συνέχιζε να πηγαίνει ευθεία); Ο Ντι Κάπριο, πάντως, αν και δείχνει σταθερά το πολύ 20 χρονών, κάτι που με δυσκολεύει να τον βλέπω σε ρόλους καθαρά αντρικούς, την παλεύει αρκετά καλά, οφείλω να ομολογήσω. Να τη δεις σε DVD… Αλλά να δεις με την εξής σειρά (για να μου πεις μετά):

>>

Αναπάντητα και σκοτεινά ερωτήματα:

  • Παρατηρείς τις ομοιότητες στις τρεις αφίσες;
  • Γιατί και στις τρεις ο κεντρικός ήρωας τα έχει πάρει και κοιτάει λοξά και υπό ειδικό φωτισμό;
  • Ποιος από τους τρεις την έχει ακούσει περισσότερο;
  • Γιατί και οι τρεις τίτλοι ξεκινούν με το αγγλικό γράμμα "S";
  • Γιατί και οι τρεις τίτλοι αποτελούνται δύο λέξεις (δε μετράμε το "the" ως λέξη);
  • Τι μου ήρθε και έβαλα τόσο μεγάλα βελάκια ανάμεσα στις εικόνες;
εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, σινεμά | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο

Τάκης Μπουγιούρης

22 Φεβρουαρίου, 2010

Ο Μίλτος Πασχαλίδης είναι από τους Έλληνες τραγουδοποιούς που σίγουρα έχεις ακούσει κάποια στιγμή στο ραδιόφωνο. Είτε σε τραγούδια δικά του, όπως οι "Κακές συνήθειες" και οι "Βυθισμένες άγκυρες" (τα hits), είτε σε τραγούδια που έχει γράψει για άλλους, όπως η "Απουσία" (Λαυρέντης Μαχαιρίτσας) και το "Στα είπα όλα" (Σωκράτης Μάλαμας). Πρόκειται για έναν μουσικό που συμπάθησα από την αρχή, από τον πρώτο του κιόλας δίσκο. Και τον συμπάθησα πολύ, για την αγάπη του στις ανθρώπινες αδυναμίες, για τη μελωδικότητα της μουσικής του, για την ειλικρίνειά του.

Έχοντας ζήσει αρκετά χρόνια στην Κρήτη, όπου πήγε ως φοιτητής του μαθηματικού, και έχοντας φιλία και συμμετοχή στους "Χαΐνηδες", επηρεάστηκε έντονα από το παραδοσιακό, κρητικό μουσικό στοιχείο, κάτι που φαίνεται τακτικά στις δημιουργίες του, στα live του και στα μουσικά όργανα που επιλέγει. Ο τελευταίος του δίσκος "Ξένιος, Η Κρήτη εντός μου" είναι ακόμη μια απόδειξη. Είναι μια απόδειξη ότι ο Μίλτος δηλώνει παρών και μάλιστα – τολμώ να διακρίνω – με ένα νέο πάθος, που φοβόμουν ότι τελευταία είχε αρχίσει να φθίνει. Τούτο φάνηκε και από τη ζωντανή εμφάνισή του που παρακολούθησα το Σάββατο (20-02-2010) στο Σταυρό του Νότου.

Με τον Πασχαλίδη δε μπορώ να είμαι αντικειμενικός παρατηρητής, γιατί τον λάτρεψα το μπαγάσα απότομα και περίεργα, καθώς τα τραγούδια και οι στίχοι του περιέγραφαν πράγματα που αισθανόμουν την εποχή που τα αισθανόμουν και τον έχω συνδέσει και με χαρακτηριστικές εποχές και αναμνήσεις (που θα σας κουράσω αν αρχίσω να περιγράφω). Αντίστροφα, όπως εξομολογείται και ο ίδιος, όταν βγάζει ένα καινούριο δίσκο ή τραγουδά μπροστά σε κοινό νιώθει σα να ανοίγει το προσωπικό του ημερολόγιο στον κοινό, κι αυτό το εκτιμώ.

Άκου το "Παραμύθι με λυπημένο τέλος":

Δες τη δισκογραφία του, αν θες να τον γνωρίσεις άκου μια ωραία playlist από το youtube κι αν θες να αγοράσεις κάποιο δίσκο του ξεκίνα οπωσδήποτε από τους δυο πρώτους, το "Παραμύθι με Λυπημένο Τέλος" και τις "Κακές Συνήθειες".

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, μουσική | rss 2.0 | trackback | 2 σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

28 Δεκεμβρίου, 2009

Ξενίζει, τελικά, η παράσταση του Διονύση Σαββόπουλου στο μεγαλοπρεπές Παλλάς. Η μουσική και ο ήχος από τη μια εξαιρετικοί. Οι μουσικοί το ίδιο (Λάντσιας και Κιουρτσόγλου, άνθρωποι-μηχανές-ορχήστρα είναι πάλι απίστευτοι). Αλλά η παρουσία του κυρ-Νιόνιου να διηγείται ιστορίες από τα πολύπαθα 60s μέσα στη χλιδή του Παλλάς, την ακινησία των καθισμάτων και την παρουσία μύριων όσων καλοντυμένων θεατών που επιζητούσαν μια κοσμική χριστουγεννιάτικη έξοδο, κάπως με χαλάει.

Τα τραγούδια ήταν όλα εκεί. Ο Σαββόπουλος ήταν ορεξάτος, όπως πάντα.  Όλα τα στοιχεία ήταν θετικά. Έλειπε, όμως η επαφή που ακόμη και σε ένα μεγάλο στάδιο θα είχες με το Σαββόπουλο. Και δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι πρόκειται για ένα δημιουργό που δεν είχε έγκαιρα αναγνωριστεί από το κοινό και με την εμφάνισή του σε ένα θέατρο όπως το Παλλάς γιορτάζει αυτή την αποδοχή που άργησε να έρθει. Αντιθέτως, όλο αυτό το concept μόνος του το σχεδίασε και διοργάνωσε.

Όπως και να έχει, πρόκειται για μια προσωπικότητα μοναδική στα ελληνικά μουσικά πράγματα, που έχει ζήσει και τραγουδήσει μισό αιώνα ιστορίας. Κι αν εμφανίζεται πλέον ως καλοκάγαθος και γραφικός παππούς με ιστορίες και νουθεσίες, εμένα δε με πειράζει, το έχει κερδίσει αυτό. Τον αγαπάμε ακόμη και μέσω του μύθου που έχει δημιουργήσει.

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, ήμουν εκεί, μουσική | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

22 Δεκεμβρίου, 2009

Θα ήθελα να πω ότι ο Lolek είναι μια ξεχωριστή περίπτωση αλλά κάτι δε μου ακούγεται σωστά. Ίσως είναι, αν αναλογιστούμε την άπειρη ανοησία που ακούγεται καθημερινά αντί μουσικής. Όμως, το μουσικό του προφίλ είναι ιδιαίτερα οικείο σε όλους. Ένας τραγουδιστής που γράφει και τραγουδάει τα τραγούδια του μόνος του, βγάζοντας τα εσώψυχά του στη φόρα. Και σε όποιον αρέσει! Λοιπόν, μου αρέσει ακριβώς για αυτό το λόγο. Με ατελείωτη, γλυκιά μελαγχολία και αυθεντικότηα, κάνει το αυτονόητο ως άνθρωπος που έχει την ανάγκη να εκφραστεί. Σκαλίζει μέσα του με περιέργεια και απλότητα κι ακούγοντάς τον σκαλίζεις κι εσύ μέσα σου ψάχνοντας να ανακαλύψεις τι κρύβεται και γιατί είσαι όπως είσαι. Πιθανότατα να το έχεις πάθει κι άλλες φορές αυτό στο παρελθόν, όμως χαίρεσαι που ακόμη υπάρχει χώρος για ακόμη μία.

Ο Lolek, το μισό του χωρισμένου πια μουσικού διδύμου Bolek και Lolek, είναι ένας νέος άνθρωπος που φέτος, το 2009, έβγαλε το πρώτο του επίσημο άλμπουμ, το "Alone". Το ασυνήθιστο για Έλληνα μουσικό όνομά του είναι παρμένο από το παλιό πολωνικό καρτούν "Bolek and Lolek", που κάποιοι από εμάς ίσως να πρόλαβαν, αν δεν κάνω λάθος, στην κρατική τηλεόραση. Η μουσική του, με αγγλόφωνο στίχο κυρίως μέχρι τώρα, θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί στη folk/rock αν ήταν Αμερικανός. Αλλά δεν είναι. Μπορούμε καλύτερα να τον τοποθετήσουμε μουσικά αν τον παραλληλίσουμε με τους καλλιτέχνες που λατρεύει, όπως ο Bob Dylan, ο Leonard Cohen, ο Tom Waits, ο Νικόλας Άσιμος. Αλλά θα ήταν υπερβολή να το κάνουμε από τώρα. Ο ίδιος, στη σελίδα του στο MySpace αυτοσυστήνεται ως εξης:

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη και ο λόγος που γράφω και παίζω μουσική είναι γιατί ευτυχώς δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη.

Τις περασμένες 15 μέρες κατάφερα να τον δω δύο φορές. Την πρώτη στις 11-12-2009 στον Πολυχώρο Pandou, στου Ψυρρή και τη δεύτερη στο καφέ του Ιανού, στο κέντρο (από όπου και οι φτωχικές φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο). Στο Pandou, στη μικρή σκηνή που βρίσκεται στο πατάρι, εμφανίστηκε μαζί με τους μουσικούς που τον συνοδεύουν, παρουσιάζοντας τα τραγούδια από το "Alone", μαζί με τραγούδια των Dylan, Cohen, Waits, Άσιμου κα. Εξαιρετική στιγμή η διασκευή στο 40s τραγούδι "Γύρισε" (της Στέλλας Γκρέκα). Στον Ιανό εμφανίστηκε μαζί με τους "Μητέρα Φάλαινα Τυφλή" και τον "επισκέπτη" Φοίβο Δεληβοριά.

Η παρουσία του στη σκηνή είναι άξια παρατήρησης. Θαρρείς ότι όλες οι ανασφάλειες του εύθραυστου καλλιτέχνη έχουν συγκεντρωθεί πάνω του την ώρα που αμήχανα ετοιμάζεται από τραγούδι σε τραγούδι ή όταν αθώα βυθίζεται στη μουσική που παίζει και το κομμάτι που τραγουδά. Και βγάζει αυτή τη βαθιά, αισθαντική φωνή που, αν δεν τον έβλεπες μπροστά σου, θα πίστευες ότι ανήκει σε ώριμο τραγουδιστή. Όμορφα πράματα!

Για να πειστείς ότι αξίζει την προσοχή σου άκου το "Now cry":

Δες και τα ντοκουμέντα μου:

ΥΓ: Πρέπει να αναφέρω ότι, παρόλο που όλοι οι μουσικοί που βρίσκονται μαζί του φαίνονται πραγματικά καλοί και δεμένοι μεταξύ τους, ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε ο κιθαρίστας (δεν ξέρω το όνομα του). Είχε ένα παίξιμο τόσο γλυκό και γαλήνιο και μάλλον τόσο στα γούστα μου που τον συμπάθησα πολύ. Έπαιζε τακτικά και μια υπέροχη lap steel κιθάρα.

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, ήμουν εκεί, μουσική | rss 2.0 | trackback | 2 σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

16 Δεκεμβρίου, 2009

Ο Terry Gilliam, το πέμπτο μέλος της θρυλικής πεντάδας των "Monty Python's Flying Circus", ο Αμερικάνος ανάμεσα στους Βρεττανούς, σκηνοθέτης του "Βαρόνου Μυνχάουζεν" και των "12 πιθήκων" επέστρεψε φέτος με την ταινία "Ο φανταστικός κόσμος του δρ. Παρνάσσους". Ο δρ Παρνάσσους ένας ξεπεσμένος γυρολόγος στην εποχή μας, σχεδόν από προσωπική επιλογή όμως, πώς να τον πείς, ας τον πω μάγο ή γκουρού, με την ικανότητα να ελέγχει την φαντασία των ανθρώπων έρχεται αντιμέτωπος για πολλοστή φορά στη χιλιόχρονη ζωή του με το σατανά, όταν ο τελευταίος έρχεται να του πάρει ό,τι πολυτιμότερο έχει, αποτέλεσμα μιας παλιάς συμφωνίας. Αλλά, ο σατανάς δεν αρκείται σε ένα έπαθλο. Γουστάρει το παιχνίδι και το τζόγο και βάζει ένα τελευταίο στοίχημα με το δρ. Παρνάσσους.

Η ταινία είναι γεμάτη από νοήματα για τη ζωή και τη στάση μας απέναντί της ("Ο δρ Παρνάσσους δε θέλει να κυβερνήσει τον κόσμο, θέλει ο κόσμος να κυβερνά τον εαυτό του" κα) αλλά τόσο γεμάτη που μάλλον αποτυγχάνει να τα χωνέψει όλα ταυτόχρονα και να τα αποκρυσταλλώσει σε κάποιο μήνυμα – όχι ότι κάτι τέτοιο θα ήταν απαραίτητο. Το σενάριο αφήνει αρκετά κενά και κάνει καμπόσα άλματα αφήνοντας τους χαρακτήρες σε ανεξήγητες και, φαινομενικά, μυστηριακές πράξεις.

Αλλά δεν πειράζει. Οι φαν θα αναγνωρίσουν μέσα στο πλήθος από φαντασμαγορικές εικόνες και αλλόκοτους χαρακτήρες αυτό που τους έκανε να τον αγαπήσουν. Η αγάπη προς το όμορφα δοσμένα και αθώο γκροτέσκο, η καλπάζουσα, σουρρεαλιστική φαντασία, το ιδιότυπο χιούμορ είναι όλα εκεί. Πας να δεις την ταινία αυτή πιο πολύ για να δεις τι κατέβασε αυτό το κεφάλι τούτη τη φορά και όχι τόσο γιατί είναι μια ταινία που δεν πρέπει να χάσεις. Πρόκειται για ένα δημιουργό που προσωπικά καταχωρώ στο πλευρό του Tim Burton. Σας αφήνω με ένα από τα ασυνήθιστα, αλλοπρόσαλα, αυθάδη μα και τόσο γοητευτικά καρτούν που σχεδίαζε τακτικά για τους "Monty Python" ο Terry Gilliam στις αρχές της δεκαετίας του '70.

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, σινεμά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια

Τάκης Μπουγιούρης

20 Οκτωβρίου, 2009

Τελευταία μας έχουν κάνει περισσότερη εντύπωση μικρές και ολιγομελείς παραστάσεις παρά μεγάλες θεατρικές παραγωγές. Στις δεύτερες διακρίνεις ένα ασήκωτο βάρος, μια ακατανίκητη φόρμα που δεν ξεπερνιέται και καθορίζεται, συνήθως, από τα μεγάλα ονόματα ηθοποιών και σκηνοθετών που τις απαρτίζουν. Αντιθέτως, στις πρώτες αναγνωρίζεις μιαν άλλη διάθεση για για πρωτοτυπία (όχι απαραίτητα πειραματισμό) και μια όρεξη για να παραχθεί κάτι νέο και όμορφο. Οπωσδήποτε η ειδοποιός διαφορά είναι ο ενθουσιασμός.

Το "Χωρίς Μουσική" (ναι, να πας να το δείς, στη Θεμιστοκλέους 104, στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης) είναι μια τέτοια παράσταση. Γραμμένο, σκηνοθετημένο και παιγμένο από την ίδια ομάδα με πολύ κέφι και αξιοσημείωτη εφευρετικότητα, αποδεικνύει ότι με ελάχιστα μέσα μπορείς να κάνεις μια υπέροχη παράσταση, που θα την αδικήσεις αν την αποκαλέσεις "μικρή" ή "μικρού βεληνεκούς" απλά επειδή παίζεται σε μικρό χώρο και για λίγους θεατές. Υπό άλλες συνθήκες, σε μιαν άλλη χώρα τόσο γέλιο, τόση μουσική, συγκίνηση και χορογραφία θα τύχαινει άλλης αναγνώρισης.

Δε μπορώ να μην κρατήσω στη μνήμη μου το ύφος του κ. Κ. Γάκη στην αρχή της παράστασης την ώρα που παίζει μόνος του το αυτοσχέδιο πιάνο που μου θύμισε κάτι σαν την εικόνα δεξιά. Κι επίσης τον κομβικό χαρακτήρα μα και ανεκδιήγητο βαρκάρη!

εκτύπωση Κατηγορίες: είδα, θέατρο | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια