20 Νοεμβρίου, 2017

Πώς να αρχίσω να εξηγώ για το WordCamp Athens! Από τις πρώτες συναντήσεις, 5 χρόνια πριν, για να ξεκινήσουμε ένα WordPress meetup στην Αθήνα, να το κάνουμε τακτικό, να μαζέψουμε και να οργανώσουμε την ελληνική κοινότητα του WordPress, να μεταδώσουμε το μήνυμα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, μέχρι πέρυσι, όπου οι προσπάθειες κορυφώθηκαν, έχει κυλήσει τόσο νερό στο αυλάκι, ώσπου να καταλήξουμε σε αυτό:

Είναι η οργανωτική ομάδα του WordCamp Athens 2016, του μεγάλου συνεδρίου του WordPress και των τεχνολογιών του διαδικτύου, που έγινε σαν σήμερα, ένα χρόνο πριν, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων. Το πιο όμορφο πράγμα σε μια τέτοια προσπάθεια είναι η αρμονική (ενίοτε όχι και τόσο αρμονική και καμιά φορά τρικυμιώδης, αλλά πάντα δημιουργική) συμμετοχή τόσων ωραίων ανθρώπων στην προσπάθεια για ένα κοινό στόχο (ακόμη κι αν λείπουν από τη φωτογραφία ή αν προστέθηκαν με Photoshop).

Σε λίγες μέρες, στις 9 Δεκεμβρίου, έρχεται το WordCamp Athens 2017 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αυτή τη φορά, και η Αθήνα βρίσκεται και φέτος δυναμικά μέσα στον παγκόσμιο χάρτη των WordCamps. Όταν ηρεμήσουμε λιγάκι από την πίεση των ημερών θα σας τα πω αναλυτικότερα.

ΥΓ: Στη διαδρομή αυτή αξίζουν να αναφερθούν και να ευχαριστήσουμε μια πληθώρα άλλων ανθρώπων, που, είτε σε μόνιμη βάση, είτε κατά περίσταση, βοήθησαν να γίνουν πραγματικότητα η ελληνική κοινότητα του WordPress, το WordPress Athens meetup και το WordCamp Athens. Φίλοι, συνεργάτες, ομιλητές, χορηγοί, υποστηρικτές. Θα τα πούμε αυτά κάποια στιγμή στο μέλλον αναλυτικά.

εκτύπωση Κατηγορίες: wordpress greek community, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
31 Δεκέμβριος, 2016

Αυτό δεν είναι ένα απαισιόδοξο post.

Η ρόδα στο Σύνταγμα δε γύρισε. Στήθηκε, ετοιμάστηκε, ο κόσμος περίμενε, αλλά η ρόδα δε γύρισε. Αδιάφορο το γιατί. Απλά δε γύρισε. Όμως ένα πράγμα επικράτησε. Η μαυρίλα στην ψυχή μας. Η απόλαυση να στεκόμαστε πάνω από το εθνικό μας πτώμα και να φτύνουμε αυτό που μισούμε. Το άθλιο κράτος μας, τους ανίκανους ανθρώπους του, εμάς τους ίδιους, όλους τους άλλους. Η ρόδα που δε γύρισε συμβόλισε την Ελλάδα της παρακμής και ικανοποίησε τα σαρκοβόρα ένστικτά μας για άλλη μια φορά.

Η ίδια παρακμή και απαισιοδοξία κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση και κυρίως σε κάθε συζήτηση οικονομικής φύσεως. Ω, λέτε να μην τα ξέρουμε; Τα τέλη επιτηδεύματος, τη φορολογία των επιχειρήσεων, την έλλειψη κινήτρων για επιχειρηματικότητα; Την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, την ύφεση που φέρνει κι άλλη ύφεση; Σας πληροφορώ ότι όλοι τα ξέρουμε όλα και τα ζούμε καθημερινά. Και όποιος προσπαθεί να μονοπωλήσει το δικαίωμα στις δυσκολίες και στα προβλήματα, ε, απλά στρουθοκαμηλίζει. Μάντεψε, δικέ μου, δεν είσαι μόνος σου και ούτε τραβάς τα χειρότερα. Υπάρχουν κι άλλοι και υπάρχουν και χειρότερα.

Μήπως όμως τραφήκαμε αρκετά από αυτή τη μαυρίλα; Δεν κουραστήκαμε ακόμη να επιρρίπτουμε τις ευθύνες για όλα μας τα δεινά κάπου αλλού; Δεν είναι λιγάκι μονότονο να μην φταίμε σε τίποτα και να είμαστε μονίμως τα θύματα αυτού του «κακού» κράτους που, βέβαια, ανήκει σε μια «υπέροχη» πατρίδα, την οι κακοί ξένοι επιβουλεύονται; Η τωρινή εθνική μας μεμψιμοιρία και μοιρολατρία είναι ισοδύναμες με την απραγία και την αφασία των προηγούμενων 40 ετών. Φτάνει με τους μοιραίους του Βάρναλη.

Όμως όοοχι!

Στη μοιρολατρία σας θα αντιπαραβάλλω πάντα αισιοδοξία και προσπάθεια. Στην άγρια χαρά σας για καταστροφή θα προτάσσω πάντοτε όρεξη για δουλειά. Στην ικανοποίησή σας που όλα είναι πραγματικά τόσο χάλια όσο τα προβλέψατε -και πέσατε μέσα- θα θυμίζω τα λόγια του Ε. Βενιζέλου «ο προκείμενος άνδρας … έκανε πολλά σφάλματα αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι ποτέ δεν επερίμενεν από τη μοίρα να ιδή την χώραν του προηγμένην».

Σε όσους βλέπουν καλές προοπτικές στο εξωτερικό θα λέω «ώρα καλή, σου εύχομαι τα καλύτερα, φύγε μια ώρα αρχύτερα». Δε σε θέλω εδώ, δε θέλω τη γκρίνια σου, δε θέλω ακόμη μία υπενθύμιση για το πόσο χάλια είναι τα πράγματα εδώ, για το πόσο σκατά τα έκαναν οι γονείς μας, για το πόσο φταίει το ΠΑΣΟΚ. Φτάνει! Αρκετά στενοχωρηθήκαμε, αρκετά λυπηθήκαμε, αρκετά θρηνήσαμε.

Σε όλους μας αυτό το κράτος φέρεται ληστρικά και εχθρικά, μάλιστα κάποιοι από εμάς ακόμη επιμένουν να του αποδίδουν αυτά που τους ζητάει, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, μη μου υπενθυμίζετε πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα, μπορεί για εμένα τα πράγματα να είναι πιο δύσκολα από εσάς. Δεν πρόκειται για διαγωνισμό κακοτυχίας. Κι αν δεν είμαι εγώ ο πιο κακότυχος από τους δυο μας, σίγουρα είναι κάποιος άλλος, πάντως όχι εσύ. Δεν είσαι τα πάντα εσύ, δεν περιστρέφονται τα πάντα γύρω από εσένα.

Αυτό που λέω είναι ότι «αρκετά με την απαισιοδοξία», ας το αποδεχθούμε, τα πράγματα δε θα αλλάξουν από μόνα τους, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα γίνουν χειρότερα από μόνα τους. Όσοι έχουν την παραμικρή ελπίδα για αυτή τη χώρα ή, έστω, την όρεξη για λίγη προσπάθεια ας συγκεντρωθούν και ας την καταβάλλουν. Οι υπόλοιποι αφήστε μας ήσυχους, σιωπήστε ή πηγαίνετε στη γη της επαγγελίας σας. Μείνετε και παλέψτε ή φύγετε και παλέψτε το αλλού. Είναι απλό και τίμιο.

Δεν έχω κάτι να χωρίσω μαζί σας, αντιθέτως, πιστεύω ότι μας ενώνουν πολλά. Μόνο αποφασίστε, θα μείνετε εδώ να παλέψουμε μαζί για κάτι; Αν όχι, τότε πραγματικά, ειλικρινά κι ολόψυχα σας εύχομαι να την «κάνετε» όσο πιο γρήγορα γίνεται, να κυνηγήσετε τα όνειρά σας και να με αφήσετε κι εμένα το δόλιο πατριώτη (πλην διεθνιστή) να επιδιώξω ό,τι όνειρα έχουν απομείνει εδώ.

Γλιτώστε με μόνο από από τη μαυρίλα.

Καλή Χρονιά!

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
8 Σεπτέμβριος, 2016

Σήμερα, ο8 Σεπτεμβρίου 2016 συνέβησαν τα εξής δύο:

1. Ο γκαζιλεκατομμυριούχος και γνωστός για την τελειότητά του άνθρωπος Αρτέμης Σώρρας, καταφέρθηκε εναντίον της ίδιας της ιδέας της Παραολυμπιάδας, επισημαίνοντας, εν μέσω άλλων,  ότι «τα υβρίδια και όλα αυτά τα ζώα φτιάχνουν τον πλανήτη των αναπήρων».

2. Η Παραολυμπιονικής του 1984 Marcia Malsar, μεταφέρει παραπαίοντας και βοηθούμενη από ειδικό μπαστούνι την Ολυμπιακή φλόγα στην τελετή έναρξης των Παραολυμπιακών του Ρίο, όπου γλιστράει και πέφτει. Σηκώνεται μόνη της, χαμογελά και το Μαρακανά σείεται.

Και σκατά στον τάφο τύπων σαν τον Σώρρα.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
21 Αύγουστος, 2016

[[ Διάβασε την Πράξη Α’ ]]

13925225_10209468661727546_1049728170992955406_n

Παιδάκια (ξ)απλωμένα ανά τρία καθίσματα. Τα πληγωμένα από τα αδίστακτα κουνούπια-τίγρεις του ελληνικού θέρους κορμάκια τους καταλαμβάνουν έκαστο ικανό χώρο, όπου θα μπορούσαν άνετα να καθίσουν ως και 3 ενήλικοι άντρες. Χαλάλι όμως, φαίνεται να το αξίζουν. Τα παιδάκια του μαλάκα αμαρτίαν ουκ έχουσι. Οι γονέοι όμως έχουσι και αμαρτίαν και κάποιου είδους κάλο στον εγκέφαλο. Θεωρούν τη νοητική τους υστέρηση κάτι το φυσιολογικό και καταπιέζουν κάθε έστω και δυνητικά θετική απόκλιση των απογόνων τους προς κάτι καλύτερο ως κάτι αφύσικο κι ανεπιθύμητο. Για να μάθουν κι αυτά από μικρά. Να ορμάνε και να αρπάζουν αυτό που τους ανήκει κι έπειτα να γραπώνονται σε αυτό για πάντα.

Ο μαλάκας πατέρας, λίγο πιο δίπλα, δεν κουνιέται ρούπι. Είναι καθισμένος στην άκρη της γειτονιάς του πλοίου που έχει οριοθετήσει. Πιθανώς να έχει κατουρήσει την περίμετρό της κιόλας. Ο ίδιος πιάνει άλλα τέσσερα καθίσματα χωρίς να είναι ξαπλωμένος. Κάνει τον αδιάφορο, δε συμβαίνει τίποτα. Ας μην τον κοιτάξει κανείς για πάνω από τρία συνεχόμενα δευτερόλεπτα. Ας μην καταλάβει κανείς το μεγάλο του κόλπο. Οι θέσεις δίπλα του στην πραγματικότητα είναι ελεύθερες, όμως τις έχει κατοχυρώσει αυτός ύπουλα μα και αποτελεσματικά. Έχει τοποθετήσει τσάντες με τσιπς, δρακουλίνια και τοστάκια, λυμένα σταυρόλεξα, μπιμπιμπό και αυτοκινητάκια ανά 15 εκατοστά, προς όλες τις κατευθύνσεις, έτσι ώστε ο χώρος να θυμίζει παρέα που πετάχτηκε για λίγο έξω να πάρει αέρα και θα επιστρέψει όπου να ‘ναι.

(Έχει σκεφτεί το σενάριο να στήσει μια μισοπαιγμένη παρτίδα τάβλι ή χαρτιών, για να πείσει για την ύπαρξη της φανταστικής παρέας, που μάταια όλοι θα περιμένουν να επιστρέψει. Είναι όμως ριψοκίνδυνο και δεν το έχει τελειοποιήσει ακόμα. Η παρέα οφείλει να εμφανίζεται πού και πού ώστε να αποδεικνύει την ύπαρξή της. Επιπλέον το σχέδιο απαιτεί και έξτρα υλικά, αλλά αυτό δεν τον τρομάζει. Είναι εφευρετικός αυτός. Του χρόνου ίσως. Ίσως με κέρινα ομοιώματα ή φουσκωτές κούκλες.)

Εντωμεταξύ, μπορεί να απλώσει τις υπέροχες, ελληνικές αρίδες του λίγο πιο πολύ από τους άλλους μισητούς συνταξιδιώτες του, αυτούς που επιμένουν να τον ακολουθούν όπου κι αν βρεθεί, αυτούς που θέλουν να κάθονται στην ίδια γενικότερη περιφέρεια με αυτόν, αυτούς που θέλουν να μοιράζονται μαζί του την ίδια παραλία, την ίδια ταβέρνα, το ίδιο πάρκινγκ, το ίδιο νησί, την ίδια πόλη, την ίδια χώρα. Μα γιατί δεν τον αφήνουν επιτέλους μόνο του να ζήσει ήσυχος στη χώρα του; Δε θα πάρει απάντηση ποτέ. Η αδικία όλου του κόσμου τον πνίγει.

Κάποια στιγμή αποκαμωμένος, λυγίζει ακόμη κι αυτός ο δόλιος μαλάκας. Γύρω στα 5 καθίσματα δεν του φτάνουν για να απλώσει την κορμάρα του σαν τον τραχανά. Κι είναι σκληρά αυτά τα καθίσματα του πλοίου και καθόλου εργονομικά κατασκευασμένα. Η στοργική γυναίκα-μάνα τον σκεπάζει με μια πετσέτα θαλάσσης πιο βρώμικη κι από τις πατούσες του. Το αιρκοντίσιον είναι δυνατό (όπως πρέπει σε ρωμαίικο ποστάλι). Δε θέλει η κολώνα του σπιτιού της να της κρυολογήσει. Ρίχνει μια κλεφτή ματιά αποδοκιμασίας στην πλέμπα που καταλαμβάνει τόσο άγαρμπα τα πατώματα και τις σκάλες του πλοίου. Λίγο πιο πέρα δύο όντα από το πλήρωμα του πλοίου συζητούν αδιάφορα και καπνίζουν, μισοί μέσα και μισοί έξω από το σαλόνι των επιβατών. Ο καπνός τους όλος μέσα. Ακόμη μια συνηθισμένη μέρα. Όλα καλά, καθημερινά.

Έχουν περάσει διακοπές κουφέτο. Κάθε μέρα έκαναν κατάληψη στην ίδια παραλία, έτρωγαν στην ίδια ταβέρνα διαφορετικά μπιφτέκια με πατάτες τηγανητές, τις οποίες απαθανάτιζαν στο κακόμοιρο το κινητό ή το τάμπλετ κι έπειτα ανέβαζαν σε Facebook, Instagram και Twitter. Οι σέλφις με τους διαδόχους έδιναν και έπαιρναν. Να, εδώ ο μπαμπάς με τον μικρό να μην κάνουν τίποτα στην παραλία, κι εκεί η μαμά με τη μικρή να λιώνουν άεργες στην ξαπλώστρα, μετά όλοι μαζί σε διαδοχικά ενσταντανέ απελπιστικής θερινής πλήξης.

Αλλά στο πλοίο ο μικρός και η μικρή βαριούνται πραγματικά. Όλες αυτές οι δημιουργικές δραστηριότητες που τους κρατούσαν απασχολημένους στις διακοπές τώρα τους λείπουν. Η ολίγων ιντσών, φλατ τηλεόραση του πλοίου, την οποία μπορείς οριακά να παρακολουθήσεις και μάξιμουμ υπό μηδέν γωνία -υπό κάθε άλλη ελάχιστα πλάγια γωνία απλά προσπαθείς να μαντέψεις ποια επανάληψη του Ζάχου Δόγκανου ή του Κωνσταντίνου και Ελένης παίζει τη στιγμή εκείνη (ή μήπως είναι το αειθαλές Ρετιρέ;) – αυτή την ώρα βασανίζεται με το λιγοστό σήμα που φτάνει μεσοπέλαγα. Ελάχιστες καταληπτές εικόνες περνούν ανάμεσα στα ηλεκτρομαγνητικά χιόνια, καθώς δύσμοιροι επιβάτες γυρνούν τα κανάλια πάνω κάτω, βρίσκοντας μόνο διαφημίσεις για αλόε βέρα για αιώνια ομορφιά, πόσιμο κολλαγόνο για πάσα νόσο και ασθένεια, των γηρατειών συμπεριλαμβανομένων, αλλά και Βελόπουλο ή Άδωνη να ξεπουλούν την πραμάτεια τους σε μοναδικές τιμές. Διόρθωση: καμία καταληπτή εικόνα.

Την ηρεμία σπάει ο εκκωφαντικός ήχος μηχανής μεγάλου κυβισμού που επιταχύνει σαν σε ράλι. Η τηλεόραση δεν έχει ήχο και μέσα στο σαλόνι των επιβατών είναι αδύνατον να έχει μπει μηχανή οποιουδήποτε κυβισμού. Δεν είναι μηχανή. Ο μικρός γιος του μαλάκα παίζει με τα αυτοκινητάκια και τα μηχανάκια του, μιμούμενος τους πραγματικούς τους θορύβους. Οι ήχοι που παράγει είναι κρυστάλλινοι και ρεαλιστικοί, τόσο που μηχανικοί ήχου του Χόλιγουντ ευχαρίστως θα ενδιαφέρονταν για τα δικαιώματα του μικρού από τώρα. «Σσστ», λέει ο μαλάκας, που υπερήφανα παίζει το ρόλο του. Ο μικρός μαζεύεται και ένα πηγαίο ταλέντο χαραμίζεται άδικα.

Τότε συμβαίνει κάτι εντελώς αναπάντεχο.

Έτερη παρέα τριών πλησιάζει το ζωτικό χώρο του μαλάκα. Δύο τρία ατυχή κουνήματα του πλοίου και τα στρατηγικά τοποθετημένα αντικείμενα που καθορίζουν την περιοχή δικαιοδοσίας του έχουν μετακινηθεί, δίνοντας την εντύπωση ότι υπάρχει λίγος ελεύθερος χώρος και για άλλους ανθρώπους! Οι βάρβαροι αιφνιδιαστικά κι ανερυθρίαστα τον ρωτούν αν μπορούν να καθίσουν. Ο μαλάκας βρίσκεται για μια στιγμή σε έκπληξη. Σε έκπληξη και απόγνωση. Η απόγνωση ακολουθείται από σιωπηλό πανικό. Πώς την έπαθε έτσι σαν πρωτάρης; Κοιτάζει δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να καταλάβει. Τα είχε όλα τόσο καλά σχεδιασμένα. Διατήρησε την επικράτειά του επί 3 συνεχόμενα διαφορετικά λιμάνια. Κατάφερε να κάνει κάνει την καρδιά του πέτρα, όταν καμώθηκε ότι δεν πρόσεξε την έγκυο που παραπατούσε ψάχνοντας για μια θέση. Γύρισε το κεφάλι του από την άλλη ηρωικά, με φόβο να τσακίσει το σβέρκο του όταν περνούσαν από μπροστά του εκείνο το ζευγάρι τρεκλιζόντων υπερηλίκων.

Και τώρα, τόσο απλά, από ένα ανόητο γύρισμα της τύχης ο χώρος του απειλείται. Κοιτάζει το κενό που έχει δημιουργηθεί αποσβολωμένος. Το κοιτάζει με φανερό εσωτερικό πόνο. Η στιγμή της απώλειας είναι οδυνηρή. Ο αποχωρισμός είναι αναπόφευκτος. Η αντίσταση είναι πλέον μάταια. Γυρίζει προς τους εισβολείς και γνέφει το πιο βαρύ κι αγελαδινό γνέψιμο της ζωής του. Τους επιτρέπει να κάτσουν! Μοιράζεται – αυτός! – το δικό του χώρο μαζί τους. Παραχωρεί ένα μέρος από τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Ξέρει τώρα πως νιώθει ένας πρόσφυγας μέσα στην ίδια του τη χώρα. Ξέρει πως νιώθει ένας που πληρώνει μια λίβρα από τη σάρκα του για ένα στιγμιαίο λάθος, για ένα ολίσθημα.

«Όχι, ρε μαλάκα μου», μονολογεί από μέσα του… και έχει απόλυτο δίκιο!

Έχει ηττηθεί. Τώρα πια σε αυτόν και την πολύτιμη οικογένειά του αναλογούν μόλις 1.5 θέσεις κατά άτομο. Τίποτα. Κι ας μην είναι καν ακόμα όλα τα μέλη της κανονικά άτομα. Γι αυτόν είναι άτομα ολοκληρωμένα κι αγαπημένα, που αξίζουν όλες τις ανέσεις και θέσεις του κόσμου, κι ας πάει αυτός ο κόσμος να κουρεύεται, ας βουλιάξει όλος αύριο μονοκόμματος. Μόνο αυτός να ναι καλά, η γυναικούλα του και τα παιδάκια του, με υγεία πάνω απ’ όλα, να τους έχει καλά η Παναγιά.

Το υπόλοιπο ταξίδι θα κυλήσει για το μαλάκα ανάμεσα στα όρια της κατάθλιψης και της κατατονίας. Είναι καταδικασμένος να κάθεται σε σχεδόν κανονική στάση πια. Χωρίς ξάπλα. Χωρίς άπλωμα των ποδιών. Σαν τους άλλους. Κι από πάνω είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τις συζητήσεις και τα γέλια των εισβολέων που τόλμησαν να βρεθούν δίπλα του και να καταχραστούν έτσι απρόκλητα την ανεκτικότητά του. Δε θα απολαύσει το υπόλοιπο ταξίδι. Δε θα τους χαμογελάσει ούτε μια φορά. Ακόμα και στην ερώτηση αν ξέρει πότε φτάνει το πλοίο στον προορισμό του, θα αποκριθεί ένα ξερό «όχι» και θα γυρίσει το κεφάλι του από την άλλη. Δε θα τους κάνει το χατήρι να συνδιαλεχθεί και μαζί τους. Είναι ένας περήφανος μαλάκας.

(Η ιστορία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα.)

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 2 Σχόλια
13 Αύγουστος, 2016

Με ελάχιστη τύχη κάθεσαι αρχικά κάπου κοντά του.

Ισχυρίζεται φωναχτά ότι τα γίδια «οι Ευρωπαίοι», αυτοί που κάνουνε ανακύκλωση ευλαβικά, «είναι κορόιδα», λέει, «γιατί τους εκμεταλλεύονται οι δήμοι τους», λέει «που τους βάζουνε και διαχωρίζουνε ένα-ένα τα σκουπίδια», λέει. «Και ότι θα έπρεπε να είναι δική τους δουλειά» -των δήμων ντε- «να κάνουν αυτό το διαχωρισμό». Δηλαδή, ο δήμος να μαζεύει τα σκουπίδια, γυαλιά, χαρτιά, πλαστικά ανακατεμένα με υπολείμματα γιαουρτιού στα όρια της τυροκόμησης, ζουμιά χωριάτικης σε διαδικασία σαπωνοποίησης και καμμένα λίπη που δεν αφαίρεσε στο Σβέλτο και να τα διαχωρίζει μεταξύ τους ωσάν αλχημιστής! Κορυφώνει λέγοντας «εγώ θα πλήρωνα για μια τέτοια υπηρεσία επιπλέον δημοτικά τέλη». Θα πλήρωνε! Ποιος; Αυτός ο «κίνημα δεν πληρώνω», ο «δεν κόβω απόδειξη, σου ‘χω κάνει ήδη καλύτερη τιμή και δεν το ξέρεις», ο «το κράτος μας κλέβει, θα το κλέψουμε κι εμείς». Αυτός ο μαλάκας ο Νεοέλληνας.

Μιας μαλακίας, βεβαίως, μύριες έπονται.

«Άκουσα», λέει, μιλώντας πιθανότατα για τις ειδήσεις του Star Channel, σε εκείνο το δεκάλεπτο λίγο πριν τα αφιερώματα στην έξαλλη νυχτερινή ζωή των ελληνικών νησιών και τον εντελώς αναπάντεχο καύσωνα, που ώθησε τους Αθηναίους απρόσμενα στις παραλίες και τις Αθηναίες στα brazilian [εικόνες, βίντεο, τα πάντα], «ότι στη Μυτιλήνη οι ΜΚΟ παίρνουν κάθε βδομάδα 100.000€»… παύση… γυρίζει προς το δεκάχρονο γιο του «πόσα ακούσαμε ότι παίρνουν ρε [όνομα δεκάχρονου γιου] ότι παίρνουν για κάθε πρόσφυγα» (ναι, ουάου, είπε πρόσφυγα, υπάρχει ελπίδα λες; ναι καλά!) «50€ την εβδομάδα;». Ο [δεκάχρονος γιος] αποκρίνεται με χαρά «50€ το μήνα», που συμπλήρωσε μια φορά το φωστήρα πατέρα! «Ε, 50€ το μήνα για κάθε πρόσφυγα», αναφωνεί δικαιωμένος! Και συνεχίζει «δηλαδή, μια τετραμελής οικογένεια προσφύγων παίρνει 200€ το μήνα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κανείς δεν το ξέρει» (τώρα αυτός πώς το ξέρει είναι άλλο θέμα). Ναι ρε μαλάκα, γαμώ την κωλοφαρδία τους, τους ρημάξανε τα σπίτια, διέσχισαν τη μισή μεσόγειο και όσοι δεν πνίγηκαν στη θάλασσα παίρνουν χαρτζιλίκι 50€ το μήνα.

Μαλακίας έπος ουκ έσται τέλος.

Λίγο πιο μετά διαβεβαιώνει κατηγορηματικά πως, βάσει στέρεων και διασταυρωμένων πληροφοριών, που οπωσδήποτε θα κυκλοφορούν στο γραφείο όπου ξύνεται ολημερίς, «υπάρχει κανονικό σχέδιο η Μυτιλήνη να γίνει νήσος Έλλις, να το ξέρετε» (η ατάκα συνοδεύεται από γούρλωμα ματιών τύπου αγελάδας, αργή περιστροφή τους προς καθέναν της παρέας προσωπικά και κατακόρυφη ταλάντευση φρυδιών με νόημα που δεν αφήνει χώρο για αμφισβήτηση) και τέλος «εκεί πια ξεχάστε τον τον τουρισμό». «Έχεις πάει Μυτιλήνη;» ρωτάει ένας άλλος. «Όχι απαντάει, αλλά, δεν ξέρω, από αυτά που έχω ακούσει δεν πρέπει να είναι και φοβερό νησί». «Εντάξει, έχει κάτι ωραία σημεία» του αντιπαραβάλουν. Εντάξει, το δέχεται!

Αυτός ο τύπος μεγαλώνει ένα άλλο μικρό Νεοέλληνα!

Η συζήτηση προχώρησε σε πιο ενδιαφέροντα ζητήματα, καθώς εξήγησαν στο [δεκάχρονο γιο] πώς δουλεύει ένα καλό αεροβόλο, ώστε να μη χάνει αέρα το χειμώνα και πού μπορείς να βρεις -ή να μη βρεις- καλή ψαριά άμα είσαι ντόπιος και ξέρεις, ενώ άμα δε ξέρεις, τι τα θες, πιάσε το πλέξιμο καλύτερα, οι αληθινοί οι άντρες σκοτώνουν ανθρωποφάγες μπεκάτσες και τσακίζουν αιμοδιψείς ροφούς. Επίσης, συζητήθηκαν ζητήματα βαρκάδας, ποδηλατάδας και άλλων θερινών δραστηριοτήτων, με δωρεάν συμβουλευτική για όλους τους επιβάτες του πλοίου, προς εντυπωσιασμό των δεκάχρονων και ανταγωνισμό των σαρανταπεντάχρονων για το ποιος τα κάνει πιο καλά και πολύωρα.

Και, ω, τι υπέροχη τύχη, η συζήτηση πήγε στην Κορακάκη.

«Οι δημοσιογράφοι», ξεφύσηξε φανερά αγανακτισμένος ο Νεοέλληνας, «τώρα τη θυμήθηκαν. Όπως και το μπάσκετ έγινε με το Γκάλη!» (στο μυαλό μου ο Μιθριδάτης πετάγεται πίσω από τον καναπέ στον κύρη του σπιτιού: «Μπάσκετ με το Γκάληηη!»). Αν γεμίσει από αύριο όλη η Ελλάδα σκοπευτήρια σε κάθε γειτονιά και πλατεία, τι να σας πω δε θα το χαρώ καθόλου, να το ξέρετε. Όχι ότι έχω κάτι με το σπορ, ούτε ότι δεν είμαι σούπερ υπερήφανος Έλλην τις τελευταίες ημέρες, αλλά δε βλέπω κάτι το αθλητικό ή ιδιαίτερα ευγενές κι ανώτερο σε όλο αυτό, συμπαθάτε με, όσο κι αν θεωρώ όλα τα αθλητικά ανδραγαθήματα εντυπωσιακά κι αποδεκτά. «Εμένα μου αρέσει και η ξιφασκία» λέει κορασίδα της παρέας και ο μέγας μαλάκας Νεοέλλην διορθώνει «εντάξει, τα αγόρια συνήθως παίζουν μπάλα και τα κορίτσια βόλλεϋ», ξεχνώντας και το Γκάλη και το Γιαννάκη και το Φιλίππου και τα άλλα παιδιά.

Οι κυρίες της παρέας, ενώ οι κύριοι πάνε για φρέντο εσπρέσσο.

Η μαλακία δεν είναι αντρικό προνόμιο, είναι πανανθρώπινη ιδιότητα που διέπει όλο το είδος, άνδρες, γυναίκες, L, G, B, T, κλπ. Οι κυρίες της παρέας ανέλυσαν τα ευεργετικά αποτελέσματα του βελονισμού, καθώς και τη θεραπεία με βδέλλες (διάολε, στ’ αλήθεια αυτό το πράγμα μοιάζει να υπάρχει!) καθώς και με τσιμπήματα μελισσών (πιάνει άραγε μόνο με μέλισσες η θεραπεία ή και με σφήκες, κόμπρες, σκορπιούς, κλπ;). Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για θεραπείες όπου σιχαίνεσαι τόσο την ύπαρξή σου και μόνο που τις κάνεις, ώστε ξεχνάς κάθε άλλο πόνο και ασθένεια. Η μέθοδος είναι αλάνθαστη και οι κυρίες το επιβεβαιώνουν. Επιπλέον 29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν Σκιπ, αυτοί ξέρουν. Τέλος, πίνοντας -και όχι βουτώντας,προσοχή, αλλιώς θα τον είχαμε εξαλείψει- λάδι ελιάς φεύγει ο καρκίνος και με δυο καλά ξεματιάσματα σε νύχτα με πανσέληνο από παρθένα κόρη εξαφανίζονται οι αιμορροΐδες. Τι; Το δοκίμασες και δεν έπιασε; Χα! Δε θα ήταν παρθένα η κόρη.

Το κόλπο με το δεκάρικο και τη γυμνή.

Δεν ξέρω γιατί το θυμήθηκα αυτό τώρα. Ίσως γιατί συμπυκνώνει υπέροχα το νεοελληνικό χιούμορ και την 80s βλακεία μας σε εκείνο το άκρο, που είναι τόσο κακό που μπορεί να είναι και καλό (αλλά μπορεί και να μην είναι). Είναι σαν τη γη σφαιρικό αυτό το χιούμορ. Πας προς το κακό άκρο, πας, πας, πας και στο τέλος φτάνεις στο καλό άκρο και εκεί τα όρια είναι δυσδιάκριτα, μπορεί πλέον να είναι και καλό. Πώς πάει το κόλπο αυτό λοιπόν: λες σε έναν δύστυχο φίλο σου να βγάλει ένα κέρμα. Στην παλιά Ελλάδα αυτό δούλευε καλά με ένα δεκάρικο, αλλά και εικοσάρικο έκανε. Το τρίβεις καλά-καλά ξέρω γω, το παίζεις λίγο μάγος και του λες να το γυρίσει από την ανάποδη (λες και έχει και καλή). Του λες να ψάξει να βρει εκεί μια γυμνή γυναίκα. Αυτός, αν είναι όσο στόκος περιμένεις ή έστω αγαθός ή απροετοίμαστος και πάει με τα νερά σου, ψάχνει λίγο και βέβαια δε βρίσκει τίποτα. Εσύ μετά του λες «σιγά, ρε μαλάκα, με ένα δεκάρικο θες να δεις και τσόντα;». Έπειτα γελάς καγχάζοντας, ενώ αυτός κοιτάει απορημένος, καθώς αναρωτιέται ποιος από τους δυο σας είναι ο πραγματικός μαλάκας. Αργότερα βρίσκεις άλλο μαλάκα και επαναλαμβάνεις τη διαδικασία. Μην ανησυχείς, δε θα βαρεθείς, υπάρχουν πολλοί.

Για την ιστορία: το κόλπο με το δεκάρικο δεν έλαβε χώρα στο πλοίο, το φαντάστηκα όλο 100%.

Καταλαβαίνεις πάντως το σατανικό χιούμορ που κρύβεται υποδόρια κάτω από το φοβερό και τρομερό αυτό τρυκ. Το κάνεις με ένα κέρμα μικρής αξίας! Εεε, το πιάνεις ή όχι ακόμα; Γιατί, αν το έκανες πχ με ένα πεντοχίλιαρο, δε θα μπορούσες να του πεις μετά του αλλουνού του χαϊβανιού ότι «με ένα πεντοχίλιαρο θες να δεις και τσόντα;» γιατί θα δικαιολογείτο και κι αυτός να σε αντικρούσει ότι «ε, ναι, ρε φίλε, κοτζάμ πεντοχίλιαρο έδωσα» και θα ‘χε και δίκιο. Καταλαβαίνεις τώρα. Ασύλληπτο κι αλάνθαστο.

Μόνη σωτηρία σου πια το λιμάνι.

Καθώς η συζήτηση παραδίπλα είναι σε φάση «τάβλι παλιά παίζαμε, τώρα έχουμε κολλήσει με τη μπιρίμπα… σκάκι, μπα όχι.» (άκου εκεί σκάκι, τι είναι, τίποτα βλαμμένοι;) αναρωτιέσαι πόσο τυχερός είσαι που αυτή τη φορά δεν έκατσε πάλι δίπλα σου ο άλλος ο πατέρας, αυτός που για να ησυχάσει το παιδάκι του του έβαλε στο τάμπλετ ίσαμε 20 φορές εκείνο το εξαιρετικό απόσπασμα επιθεώρησης του Σεφερλή, όπου ξεφτιλίζει με κάθε τρόπο που βάζει ο νους νάνους, γυναίκες-καθαρίστριες, γκέι-αδελφές, αλβανούς-εργάτες και λοιπούς ανεπιθύμητους της φυσιολογικής μας κοινωνίας. Η μόνη σωτηρία σου είναι το λιμάνι. Να κατέβεις ή να κατέβει αυτός και η παρέα του. Να γλιτώσεις έστω και για λίγο από την απύθμενη μαλακία του. Φυσικά, κατά πάσα πιθανότητα θα τον συναντήσεις ξανά, στην παραλία του νησιού, σε μια από τις ταβέρνες, στο φούρνο. Αν είσαι κάργα άτυχος μπορεί να μένει και κάπου κοντά σου ή στο ίδιο σύμπλεγμα ενοικιαζομένων με αλουμινένια παντζούρια. Όταν τον πετυχαίνεις κάπου έξω, ο λαιμός σου θα δένεται κόμπος αλλά θα ανεβοκατεβαίνει για να γνέψει το κεφάλι σου ένα «γεια» προς το φιλαράκο που έκανες θέλοντας και μη στο καράβι. Με αυτές τις σκέψεις πας να πάρεις το αυτοκίνητό σου στη βρωμερή από την κλεισούρα και τις αναθυμιάσεις μηχανών πλοίου και εξατμίσεων υπόγα του πλοίου. Όπου ο αθεόφοβος… ανάβει και τσιγάρο.

Διαπιστώνω με ανακούφιση ότι όσοι με κοιτούν επίμονα
τόση ώρα κοιτούν την τηλεόραση πάνω από το κεφάλι μου.

[[ Διάβασε την Πράξη Β’ ]]

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, ήμουν εκεί, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
10 Αύγουστος, 2016

Upd: γέρικο το μυαλό, έμπλεξε λίγο τις ημερομηνίες, τα υπόλοιπα γεγονότα όμως είναι αρκετά αληθή και ακριβή. Πάντως η Βούλα Πατουλίδου το χρυσό το πήρε πράγματι το καλοκαίρι του 1992 στην

(Προειδοποιώ ακολουθεί μια πολύ προσωπική ιστορία.)

Καρύδι beach, ευχαριστώ halkidiki.com

Καρύδι beach, ευχαριστώ halkidiki.com

Είναι 1988, καλοκαίρι κάργα, ΠΑΣΟΚ φουλ, Αύγουστος σαν και τώρα, καλή ώρα, με Ολυμπιακούς αγώνες στο παγκόσμιο προσκήνιο, σαν και τώρα, καλή ώρα, αλλά στη Σεούλ της Ν. Κορέας αυτή τη φορά. Είμαι μόλις 9 ετών και βρίσκομαι με τους γονείς για οικογενειακές διακοπές στην εξωτική Βουρβουρού της Χαλκιδικής. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα στο καταγάλανο Καρύδι. Όχι, σαν τη Χαλκιδική δεν είχε από τότε.

Είναι η εποχή που , όπως την ανακαλεί ολίγο ανακατεμένη πλέον το ενήλικο μυαλό μου, είναι γεμάτη ζέστη, τζιτζίκια, πράσινα και γαλάζια σημαιάκια, πολύ μπάλα κι ακόμα πιο πολύ μπάσκετ, μια εποχή όπου οι γονείς μπορούν να παίρνουν τα παιδιά τους και να πηγαίνουν 15 μέρες διακοπές μέσα στον πράσινο σκαραβαίο σχετικά άνετα. Δε μιλάμε για μεγάλη πολυτέλεια αλλά για μια «υπαρκτή» άνεση, δόξα στα πακέτα τα Ντελόρ.

Ένα υγρό μεσημέρι εκείνου του Αυγούστου η μισοχαλασμένη τηλεόραση του ενοικιαζόμενου όπου μέναμε, πάντα με ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες, να μπαίνει αέρας, χωρίς να φοβόμαστε για άλλους εισβολείς πέρα από τις μύγες και τα κουνούπια και όπου η μαμά, για να μην τρώμε κάθε μέρα μπριζόλες στις ταβέρνες, μαγείρευε από μακαρόνια με κιμά μέχρι κανονικά γεμιστά, ρε φίλε, τραντάζεται -η τηλεόραση, όχι η μαμά- με ένα συνταρακτικό νέο.

Η Βούλα η Πατουλίδου, η Ελληνίδα δρομέας, είναι πρώτη στον τελικό των 100 μέτρων μετ’ εμποδίων. Πρώτη. Γυναίκα. Ελληνίδα. Ολυμπιονίκης! Μικροί-μεγάλοι, μην πω περισσότερο οι μικροί, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του επιτεύγματος έκπληκτοι και συγκινημένοι. Πέρυσι πανευρωπαϊκό στο μπάσκετ με το Γκάλη και το Γιαννάκη και τώρα αυτό. Δε μπορεί να είναι τυχαίο, κάτι επιτέλους αλλάζει προς το καλύτερο.

Εκτός από την ασπρόμαυρη τηλεόραση του ενοικιαζόμενου, τραντάζεται και ολόκληρο το πανελλήνιο. Περηφάνια και συγκίνηση μαζί. Όλο το έθνος συσσωρεύεται πίσω από την κοπελιά που ήρθε πρώτη στον κόσμο και υψώνεται μαζί της στο βάθρο. Φωνάζει μαζί της δακρυσμένο το έθνος «για την Ελλάδα, ρε γαμώτο». Ναι! Ψυχική ανάταση. Ελπίδα. Μπορούμε να κάνουμε τόσα πολλά αν προσπαθήσουμε. Μπορούμε να πάρουμε κι άλλα πακέτα του Ντελόρ. Μπορούμε να κάνουμε κι Ολυμπιάδα 1996. Διάολε, ναι θα την κάνουμε κι αυτήν.

Σήμερα, για άλλη μια φορά, αλλά τώρα μέσα σε πολύ διαφορετικό κλίμα πολιτικά και οικονομικά και με πολλές αυταπάτες να έχουν καταρρεύσει, συσσωρευόμαστε πίσω από μια άλλη κοπέλα, πρώτη στη σκοποβολή, την Άννα Κορακάκη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται κι εγώ απλώς την παρατηρώ. Η καλοκαιρινή ζέστη μου φέρνει αυτόματα στο μυαλό την πρωτιά της Βούλας Πατουλίδου όταν ήμουν 9. Κοντεύω 39 και μας παρατηρώ καθώς κρυβόμαστε πίσω από ανθρώπους λαμπερούς που μας κάνουν περήφανους.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, ήμουν εκεί, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
20 Σεπτέμβριος, 2015

Ο Αλέξης Τσίπρας υπόσχεται ότι θα σκίσει το μνημόνιο. Κερδίζει τις εκλογές (Γενάρης). Συγκυβερνά με ένα ακροδεξιό κόμμα, τους ΑΝΕΛ. Ζητά παράταση του προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την παίρνει και έρχεται σε σύγκρουση μαζί της, ενώ βεβαιώνει συνεχώς ότι μια νέα συμφωνία είναι σχεδόν έτοιμη να υπογραφεί. Καταλήγει σε μια πλήρως αποτυχημένη διαπραγμάτευση.

Προκηρύσσει δημοψήφισμα (Ιούλιος), όπου ζητά από το λαό να πει ΟΧΙ, υποσχόμενος ότι αυτό σημαίνει ναι μεν στην Ευρώπη αλλά όχι στα μνημόνια. Ο λαός πράγματι υπερψηφίζει το ΟΧΙ με 62%. Τελικά ο Αλέξης Τσίπρας συνθηκολογεί, ενάντια στο δημοψήφισμά του, συμφωνώντας το 3ο μνημόνιο, το οποίο ισχυρίζεται πως είναι καλύτερο από τα 2 πρώτα. Ταυτόχρονα έχει επιφέρει capital controls.

Το κόμμα του, ο ΣΥΡΙΖΑ, διχάζεται σε εκείνους που δέχθηκαν την παραπάνω μεταστροφή και σε αυτούς που έμειναν συνεπείς στις αρχικές θέσεις του κόμματος (Αύγουστος). Στις εκλογές που εξ αυτού ακολουθούν (Σεπτέμβρης) ο Αλέξης Τσίπρας διατηρεί περίπου τα ποσοστά του, ενώ η συνεπής μερίδα του κόμματός τους, αυτή που αποσχίστηκε, δε μπαίνει καν στη βουλή. Τώρα διακηρύσσει ότι ο λαός τον ψήφισε εκ νέου, αλλά όχι για να εφαρμόσει το νέο, δικό του, το 3ο μνημόνιο.

Αυτή η απόλυτη και βροντερή απουσία λογικής κάνει την τρίχα μου να σηκώνεται.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
16 Αύγουστος, 2015

Ανήμερα 15αύγουστος. Επιστροφή από την Πετάλη, δυσπρόσιτη μα κρυστάλλινη παραλία στην κεντρική, ανατολική Εύβοια. Ο μισός δρόμος χώμα. Το μισό μέσα στο αμάξι. Το άλλο μισό πάνω του. Σχεδόν χαμένοι στα βουνά, σταματάμε σε ερημικό ξωκκλήσι. Ερημικό συνήθως, γιατί τώρα εκεί 20 άνθρωποι κάνουν πανηγύρι. Προφανώς το ξωκκλήσι είναι κάποια από τις χιλιάδες «Παναγίες». «- Πώς πάμε για Κύμη;«, ρωτάμε με κατεβασμένο παράθυρο. «- Κατέβα να το αναλύσουμε«, λέει κάποιος. Δεν το πιάνω με την πρώτη. «- Προς Κύμη θέλουμε να πάμε«, φωνάζουμε. «- Κατέβα να σου βάλουμε μια παγωμένη και να το αναλύσουμε«, επαναλαμβάνει.

Κατεβαίνουμε.

Κερνάνε παγωμένη μπύρα, μας εύχονται, τους ευχόμαστε, γελάμε και γελάνε.

Μας δείχνουν το δρόμο. Το αναλύουμε.

Με τι όρεξη, με τι διάθεση και τι κουράγιο πήραν τα βουνά, μέσα στο λιοπύρι, μέρες πριν να ασπροβάψουν το ξωκκλήσι, μετά να το λειτουργήσουν και να στήσουν το γλέντι στην αυλή του με κάνει να απορώ και να θαυμάζω. Θρήσκος ουδόλως είμαι, αλλά την ομορφιά έχω μάτια και τη βλέπω. Λίγο από αυτό το μεράκι και αυτή την αποφασιστικότητα να είχαμε στην καθημερινότητά μας, ετούτη η χώρα ίσως να προόδευε λιγάκι παραπάνω. Πού κρύβεται αυτό το μεράκι; Πού το καταπιέζουμε;

Το ξέρω ότι απλουστεύω τα πράγματα. Αλλά… κατέβα να το αναλύσουμε λίγο.

DSC_0604DSC_0550 DSC_0544 DSC_0541

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
25 Μάιος, 2015

Richard-Stallman-Greece-ELLAK-2015-05-20Ο Richard Stallman βρέθηκε στην Αθήνα, την περασμένη εβδομάδα κι έδωσε μια ομιλία στο Innovathens με τίτλο «The Danger of Software Patents», υπό την αιγίδα της ΕΛΛΑΚ, στις 20/05/2015. Ο Richard Stallman είναι μια από τις πιο συμβολικές μορφές της πληροφορικής του 20ου αιώνα, ιδρυτής του Free Software Foundation, του επιδραστικού GNU project και συγγραφέας της ευρύτατα διαδεδομένης άδειας ανοικτού λογισμικού GPL. Παράλληλα, είναι ένας ζηλωτής της ελευθερίας των χρηστών στο διαδίκτυο και υπέρμαχος των δικαιωμάτων τους ενάντια στους κολοσσούς που παραβιάζουν την ιδιωτικότητά μας (Google, Facebook, Apple, κοκ).

Παρακολουθώντας αυτό τον θρύλο της πληροφορικής να μιλά μέσα στο φαρδύ λουλουδάτο του πουκάμισο, ξυπόλητος, με τα παπούτσια του παραπεταμένα λίγο πιο δίπλα, σκεπτόμενος ότι κάποτε δήλωνε ως κατοικία (!) του το MIT, αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται για μια εκκεντρική προσωπικότητα. Εκκεντρική, φυσικά, με βάση αυτό που έχουμε συνηθίσει ως κανονικό και αποδεκτό. Δε θέλει να εμφανίζεται η φωτογραφία του στο Facebook, δε θέλει να μιλάει για open source αλλά για ελεύθερο λογισμικό (και το προφέρει στα ελληνικά «elefthero»), δε θέλει να αναφερόμαστε στις πατέντες λογισμικού με αυτό τον όρο γιατί είναι πατέντες ιδεών και αλγορίθμων και όχι πατέντες λογισμικού.

Μέσα στην εκκεντρικότητά του όμως, ο Stallman, είναι από τους ανθρώπους που επηρέασαν όσο λίγοι την πορεία του κόσμου της πληροφορικής, εισάγοντας και τυποποιώντας την ίδια την ιδέα του ελεύθερου λογισμικού, κάτω από την οποία βρήκαν στέγη project όπως το λειτουργικό σύστημα Linux ή ο browser Firefox και το CMS WordPress. Είτε συμφωνούμε είτε όχι με τη φυσιογνωμία του ή τις απόλυτες και στεγανά οριοθετημένες απόψεις του, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι του οφείλουμε πολλά.

Λίγο πιο δίπλα ο κύριος Γιάννης Νομικός τον σκιτσάρει πρόχειρα. Ο Stallman βγάζει το σκίτσο σε… δημοπρασία. Τα έσοδα θα πάνε στο GNU project. Ο σκοπός είναι ιερός και το σκίτσο μοναδικό. Το θέλω οπωσδήποτε. Είναι από τα 30 καλύτερα ξοδεμένα ευρώ που σπατάλησα.

«Happy Hacking»

εκτύπωση Κατηγορίες: διαδίκτυο, ήμουν εκεί, προσωπικά, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
7 Ιανουάριος, 2015

Δε συνηθίζω να κάνω αναδρομές στον εκάστοτε χρόνο που πέρασε, έπειτα από την κάθε πρωτοχρονιά. Αλλά η συγκεκριμένη χρονιά ήταν πολύ -δεν ξέρω πώς να την πω σωστότερα- πυκνή! Έγιναν πολλά. Πράγματα που χρειάστηκαν διαχείριση, τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Διάφορα άλλαξαν, είτε επειδή το θέλησα, είτε παρόλο που δεν το θέλησα αλλά δε μπορούσα και να το αποτρέψω. Κι αυτά τα ίδια τα Χριστούγεννα ήταν επίσης πυκνά. Μέσα σε 10 ημέρες διακοπών (ευφημισμός που σπρώχνει τα όρια της λέξης) έγιναν διάφορα χαρούμενα, διάφορα στενάχωρα και περίεργα, που επανέλαβαν σε συντομία όλη τη χρονιά.

Δε θα κάτσω να σας τα πω όλα ένα προς ένα αλλά θα προσπαθήσω να μείνω στο ζουμί, στο συμπέρασμα. Θα σας αποκαλύψω ένα μέρος από το νόημα της ζωής. (Το υπόλοιπο δεν το κρατάω κρυφό, απλά δεν το έχω ανακαλύψει. Ακόμα.) Για τους περισσότερους από εσάς, που σκέφτεστε κάπως πιο απλά από εμένα, ίσως αυτό το νόημα φανεί απλοϊκό. Αλλά μη βιαστείτε να κρίνετε. Είναι κι αυτό μέρος του ίδιου του νοήματος. Δηλαδή είτε ισχύει αυτό, είτε εσείς σκέφτεστε, όπως προείπα, πιο απλά από εμένα. Εν πάση περιπτώσει…

Το νόημα της ζωής, φίλοι μου, ή έστω το μέρος αυτού που ανακάλυψα, είναι [τα-τάααν] ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα. Πέσατε από τα σύννεφα; Εμένα μου πήρε 35 χρόνια να το καταλάβω αν και την ψυλλιαζόμουν τη δουλειά. (Θα έπρεπε να με είχατε ενημερώσει νωρίτερα, εφόσον το γνωρίζατε.) Δεν υπάρχει νόημα, δεν υπάρχει κόλαση, δεν υπάρχει παράδεισος, δεν υπάρχει θεός, δεν υπάρχει μαγεία, δεν υπάρχουν φαντάσματα. Όλα είναι εδώ, όλα είναι πραγματικά, όλα είναι ό,τι βλέπεις, ό,τι ακούς και ό,τι καταλαβαίνεις. Ειδικά εξαιτίας αυτού του τελευταίου, το νόημα δεν είναι ολόιδιο για τον καθένα μας.

Αλλά το μοτίβο είναι ένα και το ίδιο: δεν υπάρχει κανένα συγκεκριμένο νόημα!

Σας μπέρδεψα και θα νομίσετε ότι λέω ασυναρτησίες. Παρακολουθήστε με για λίγο και θα ωφεληθείτε. Είναι οξύμωρο αλλά λέω ότι υπάρχει νόημα στη ζωή! Όμως το νόημα δεν είναι κάποιο μυστικό, κρυμμένο νόημα που περιμένει να το ανακαλύψουμε σαν το δισκοπότηρο, έτσι ώστε μετά να ζήσουμε ευδαίμονες και γνωρίζοντες για πάντα στους αιώνες (αμήν). Και αυτό για μένα ισούται με «κανένα νόημα». Και αυτό είναι το νόημα. Ο νοών νοείτω. (Τώρα στο τέλος έκανα πλάκα, να με συμπαθάτε.)

Το νόημα της ζωής δε μπορεί να είναι άλλο παρά ένα ταξίδι. Μια αναζήτηση για το νόημα. Δεν το λέω καθόλου με ρομαντική ή ποιητική διάθεση αυτό. Είναι ένα ταξίδι υποχρεωτικό και καμιά φορά ολίγο βάρβαρο. Είναι μια αναζήτηση καταδικασμένη σε αποτυχία, με γνωστό, αμετάκλητο τέλος: το θάνατο. Μόνη ελπίδα μας η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας. Και, ναι, αυτή είναι εφικτή. Μισό λεπτό, δεν ισχυρίζομαι ντε και καλά ότι θα τα καταφέρω και θα ζω χαρούμενα κι ευτυχισμένα χωρίς να φοβάμαι το θάνατο από εδώ και μπρος. Είπαμε, είναι μια διαδρομή το νόημα. Ίσως αυτό είναι το δικό μου νόημα. Το δικό σας ίσως είναι κάτι άλλο. Όμως μην ξεχνάτε, το μοτίβο είναι το ίδιο: το ταξίδι, η αναζήτηση, χωρίς σκοπό, με τέλος.

Ξέρω ότι η πληροφορική μου έχει τζαζέψει λιγάκι το μυαλό αλλά αυτή η αναδρομικότητα (το ινσέψιο, κατά την ποπ κουλτούρα) είναι πανέμορφη. Νόημα είναι να μην υπάρχει νόημα και να αναζητείς το νόημα. Νόημα είναι το ταξίδι ως το τέλος, γνωρίζοντας το τέλος και παρά το τέλος. Κι αν ανακάλυψα το νόημα δεν είναι ότι το κατέχω αλλά ότι το αναζητώ. Και φτου κι απ’ την αρχή.

Πρόσφατα, είχα μια συζήτηση με ένα φίλο που είναι αποφασισμένος να κατακτήσει την ψυχική ηρεμία. Τη νιρβάνα. Ή κάτι τέτοιο. Δεν έχει σημασία, δεν ειρωνεύομαι και δεν το κοροϊδεύω. Η αντίρρησή μου είναι ότι η νιρβάνα του δεν είναι εφικτή και το κυνήγι της είναι ένα επιπλέον άγχος, μια νεύρωση. Κι αν δεν την κατακτήσει, τι πειράζει; Θα πεθάνει λιγότερο ή περισσότερο από τους υπόλοιπους; Δεν είναι κακό αυτό. Αντιθέτως, αν αναζητώντας την γίνει λίγο καλύτερος άνθρωπος αυτό ακριβώς είναι (καλά μαντέψατε) το νόημα.

Όλη αυτή η σκέψη δεν απλοποιεί τα πράγματα. Μακάρι να το έκανε. Τα τακτοποιεί όμως λίγο, τα κατατάσσει. Ο κόσμος μας είναι αυτό που βλέπουμε και αυτό που αντιλαμβανόμαστε και αυτό μονίμως επεκτείνεται χωρίς να είναι πάντα εντελώς αντικειμενικό. Η ζωή κάνει κύκλους και τελειώνει. Το νόημα της ζωής είναι να τη ζήσεις ελεύθερος από καταπιέσεις. Είναι αυτό απλό; Καθόλου. Αλλά είναι μια θεμελιώδης διαπίστωση και την έχουμε ανάγκη.

Ελευθερία είναι να γνωρίζεις τα όρια και να πράττεις μέσα σε αυτά. Ελεύθερος πολιορκημένος μέσα σε ένα κλοιό από θάνατο, που μονίμως πλησιάζει. Άγνωστο το πότε αλλά βέβαιο ως επικείμενο γεγονός. Ελευθερία είναι να απαλλαγείς από αυτό το άγχος και να το δεχτείς. Τα όρια δεν είναι γνωστά εξαρχής και ούτε οριστικά. Είναι μαθηματικές ασύμπτωτες. Πάντα τις πλησιάζεις αλλά ποτέ δεν τις αγγίζεις.

Εντάξει, μιλάμε για ζόρικα νοήματα, φίλε.

Ορίστε, λοιπόν, να ‘το, πάρ’ το, χωρίς καμία χρέωση, χωρίς καν μια διαφήμιση ή κάποιο άλλο προσωπικό όφελος, σας αποκάλυψα το (μισό) νόημα της ζωής. Θα πρέπει να μου είστε αιώνια ευγνώμονες. Τώρα έρχονται εκλογές. (Πάλι.) Θα κληθείτε να ψηφίσετε κάτι. Να ψηφίσετε κάτι. Να μην απέχετε. Και να μην ξεχνάτε: μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία, άιντε να αρρωστήσει ο άγιος Πέτρος, να τη βγάλουμε και φέτος.

Καλή χρονιά, φέτος είμαι αποφασισμένος. (Μάλλον.)

ΥΓ: Μείνετε μακριά από το πατέ σολωμού.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια