19 Μάρτιος, 2018

Αυτός ο δύστυχος χώρος της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα πάσχει από σοβαρή έλλειψη ανανέωσης και δημιουργικότητας. Τώρα έχει και νέο φορέα/κόμμα, το Κίνημα Αλλαγής. Να σχολιάσω δύο σημεία, από καθαρά και μόνο επικοινωνιακή άποψη, που όμως νομίζω ότι δίνουν ένα στίγμα:

Το όνομα/Κίνημα Αλλαγής:

Φαντασία μηδέν. Αλλαγή ήταν το σύνθημα του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 και πάλι (νέα) αλλαγή ήταν το σύνθημα του Γιώργου Παπανδρέου από το 2004 και μετά. Αλλαγή και τώρα! Μόνο που αλλαγή με τα ίδια και τα ίδια δε γίνεται.

Το λογότυπο/Το τρίχρωμο ρόδο:

Αυτό το ρόδο-ανεμιστήρας είναι το λιγότερο εμπνευσμένο λογότυπο μεγάλου κόμματος που έχω δει. Ο συμβολισμός του είναι τόσο αφόρητα και αβάσταχτα προφανής, που σχεδόν πονάω. Σου φωνάζει από μακριά ότι είναι 3/5 ΣΥΡΙΖΑ, 1/5 ΠΑΣΟΚ και 1/5 ΝΔ. Φωνάζει τις προφανείς εκλογικές προσδοκίες του κόμματος. Φίλε designer, που το σχεδίασες, σε νιώθω, σε καταλαβαίνω, δε σε κατηγορώ για τίποτα, έκανες τη δουλειά σου, έκανες ό,τι σου είπαν.

«Η φαντασία στην εξουσία», φώναζαν το Μάη του ’68, όσο παρεξηγημένη κι αν είναι η έννοια αυτής. Σίγουρα πάντως φαντασία δε σημαίνει να μένεις καθηλωμένος στις ίδιες κι απαράλλαχτες ιδέες, να μην εξελίσσεσαι. Το ίδιο τραγουδάει και ένα ρεμπετομπλούζ του Στέλιου Βαμβακάρη. Τουλάχιστον αυτός, στο δικό του πεδίο, επέδειξε και δημιουργικότητα και νεωτερισμό.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, πολιτικά, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
18 Μάρτιος, 2018

Ο μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος αθωώθηκε από τις κατηγορίες για υποκίνηση βίας και μίσους, που τον βάραιναν βάση του λεγόμενου αντιρατσιστικού νόμου. Καλώς και αθωώθηκε. Ο αντιρατσιστικός νόμος είναι ένας νόμος, που, αν και αρχικά μοιάζει να εκφράζει κάτι δίκαιο, δηλαδή την εναντίωση στη βία και το μίσος, τελικά είναι ένας νόμος ηθικολογικός, που ποτέ δεν έχει αξιοποιηθεί για κάτι που έστω και να πλησιάζει τον σκοπό του. Τα πταίσματα που περιγράφει οφείλουμε ως ώριμη και φιλελεύθερη κοινωνία (που θα θέλαμε να είμαστε) να τα αντιμετωπίζουμε στο δημόσιο στίβο και όχι στα δικαστήρια.

Άρα, τόσο ο Αμβρόσιος, όσο και όλοι όσοι βρίσκονται κατηγορούμενοι με βάση αυτό το νόμο, καλό θα είναι να αθωωθούν και επιπλέον να μην ξανακατηγορηθεί κανείς πολίτης εξαιτίας του. Ας καταργηθεί ο ίδιος ο νόμος μια και καλή να τελειώνουμε. Θα πολεμούμε ανελέητα το μίσος και την ανοησία αλλά ειρηνικά και από άλλα μέτωπα.

Φυσικά, προσωπικά δεν έχω καμία αμφιβολία ότι όλα όσα ευθαρσώς έγραψε ο Αμβρόσιος ενάντια ανθρώπων με διαφορετικό σεξουαλικό και φυλετικό προσανατολισμό α) πράγματι τα έγραψε, β) απευθύνονταν σε αυτούς που απευθύνονταν και γ) είναι απολύτως απαράδεκτα λόγια μίσους, ρατσισμού και σκοταδισμού.

Πέραν από τα παραπάνω βρίσκω τρία θεμελιώδη προβλήματα:

Πρόβλημα 1: Ένας ιερέας, και μάλιστα μητροπολίτης, μιας θρησκείας που διδάσκει την αγάπη εκφέρει δημόσια τέτοιο λόγο και μάλιστα η Εκκλησία την οποία εκπροσωπεί δεν κουνάει ούτε δαχτυλάκι για να τον συνετίσει. Είσαι δεν είσαι χριστιανός, η αγάπη και η αλληλεγγύη που η θρησκεία αυτή διδάσκει, καλό θα ήταν να σε διαπερνούν.

Πρόβλημα 2: Η ελληνική κοινή γνώμη, από τη μια δείχνει κατά πλειοψηφία να εναντιώνεται στη ρητορική του μίσους του Αμβροσίου, πράγμα θετικό, από την άλλη όμως δείχνει απογοητευμένη που ο ηθικολογικός αντιρατσιστικός νόμος τελικά δεν εφαρμόστηκε, πράγμα που δείχνει ότι δεν είναι τόσο ώριμη σε παρόμοια ζητήματα. Πιστεύει στο χέρι του μπαμπούλα που θα τιμωρήσει και θα υποχρεώσει τον πολίτη σε καλή διαγωγή.

Πρόβλημα 3: Αυτή η ρημάδα η δικαιοσύνη που (το ανέφερα και στην αρχή) καλώς αθώωσε μεν τον Αμβρόσιο, αλλά ενώ τα δεδομένα δείχνουν ότι η περίπτωσή του έκανε μπαμ από χιλιόμετρα ότι ταιριάζει στον αντιρατσιστικό νόμο. Οξύμωρο, το ξέρω. Είτε, λοιπόν, ο δικαστής έπραξε πολιτικά (τη χάρισε στον Αμβρόσιο; δεν πιστεύει στο αντιρατσιστικό νόμο;) είτε είναι απλά ανόητος, ε, τελικά δεν εφάρμοσε το νόμο.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι περιπτώσεις αυτές είναι ορόσημα για το δημόσιο διάλογο της χώρας και φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα, τα οποία έχουμε την ελπίδα να συζητηθούν και να αναλυθούν και, ίσως κάποτε, να βελτιωθούν.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
4 Φεβρουάριος, 2018

Ναι, η Μακεδονία είναι ελληνική. Ελληνικότατη! Τόσο ελληνική όσο δεν παίρνει. Όμως υπάρχει δυστυχώς και ένα «αλλά», το οποίο δε μπορούμε πλέον να αγνοούμε ή να του εναντιωνόμαστε στα τυφλά, όσα συλλαλητήρια κι αν κάνουμε κι όσες εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου κι αν συμμετάσχουν σε αυτά.

Δε μπορούμε να αρνηθούμε απλά και πεισματικά ότι ο γεωγραφικός χώρος που αποκαλείται Μακεδονία τελειώνει ξαφνικά στα σύνορά μας. Ούτε ότι κάποιοι άνθρωποι πίσω από αυτά, ελλείψει άλλης εθνικής ταυτότητας και σε ανάγκη του όποιου -στρεβλού ίσως κατ ‘εμάς- αυτοπροσδιορισμού τους, και μέσα στο απίθανο αυτό καζάνι λαών που λέγεται Βαλκάνια, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες. Ούτε ότι αργότερα ονομάζουν τη χώρα τους Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας και μετά απλώς Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αυτά είναι ιστορικά, πολιτικά και γεωγραφικά δεδομένα! Πρέπει αναγκαστικά να κινούμαστε βάσει αυτών, γνωρίζοντάς τα κι αυτό δεν είναι μειοδοσία, είναι ρεαλισμός.

Στο θέμα, δε, του ονόματος υπάρχουν πολλές μάχες που έχουν πλέον κριθεί στο παγκόσμιο σκηνικό από το 1992 κι έπειτα. Το όνομα Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ) είναι κάτι που η χώρα μας έχει ήδη επισήμως αποδεχθεί σε πρόσφατες και όχι παλαιές διεθνείς συνθήκες. Η όποια θεωρητική επιμονή μας στην αφαίρεση του όρου Μακεδονία από το όνομα της γείτονος αποτελεί πλέον απλώς δείγμα άγνοιας και εσωστρέφειας, που οι διεθνείς σχέσεις δεν κατανοούν και δεν συγχωρούν.

Από την άλλη, κανείς δεν ισχυρίζεται ότι πρέπει να αποδεχθούμε τη στρέβλωση της ιστορίας και την προσβολή των εθνικών μας συμβόλων. Σε καμία περίπτωση! Όμως η μάχη για αυτά δεν κρίνεται εδώ, δεν κρίνεται στο όνομα, κρίνεται αλλού, στο χώρο της επιστήμης (η ιστορία, η γλώσσα, τα σύμβολα) στο χώρο των διεθνών σχέσεων (τα αδιαπραγμάτευτα σύνορα και άλλα εθνικά συμφέροντα) και βέβαια στο χώρο της οικονομίας (όπου η γείτων δεν είναι παρά ένα μικρό κλάσμα του μεγέθους της ελληνικής).

Φυσικά, ένα συλλαλητήριο αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών και τρόπο έκφρασης του συναισθήματός τους. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει Έλληνας που δεν αισθάνεται έστω κάποιου είδους ελάχιστο αρνητικό συναίσθημα στο άκουσμα ενός ονόματος όπως το ΠΓΔΜ. Πόσο μάλλον στην όποια σκέψη καπηλείας εθνικών, ιστορικών συμβόλων μας. Το λαϊκό συναίσθημα, ακόμη και το πιο αυθόρμητο και αδόμητο, πρέπει να εκφράζεται. Όσο έχει δικαίωμα ο πολίτης της γείτονος να αυτοπροσδιοριστεί με τον τρόπο που επιθυμεί, άλλο τόσο έχει δικαίωμα και ο πολίτης αυτής της χώρας να διαδηλώσει το δικό του συναίσθημα εντός και εκτός της χώρας του. Ως προς αυτό, το αίτημα «η Μακεδονία είναι ελληνική» είναι -όχι μόνο ιστορικά- ορθό αλλά είναι πάντα επίκαιρο και, ναι, ας ακούγεται.

Βέβαια, είναι ένα σύνθημα βαθιά συναισθηματικό, που δε μπορεί να καθορίζει στην κυριολεξία την εξωτερική μας πολιτική. Τη Μακεδονία θα τη διατηρήσουμε ελληνική, στο βαθμό που είναι ελληνική ιστορικά, συμβολικά και γλωσσικά. Αλλά θα πρέπει να αποδεχθούμε τη δεδομένη πολιτική γεωγραφία του σήμερα, τις τρέχουσες διεθνείς διαδικασίες, συνεχίζοντας να αγωνιζόμαστε για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα μέσω και εντός αυτών.

Ελπίζω σε 10 χρόνια να μην έχουμε ξεχάσει τα όσα συμβαίνουν σήμερα. Να μην τα ξεχάσουμε ούτε σε 100 χρόνια. Αλλά να έχουμε ξεπεράσει την εσωστρέφεια και την τάση για εθνική απομόνωση και να συνυπάρχουμε ειρηνικά με μια γειτονική χώρα που, από ότι φαίνεται θα έχει πράγματι τον όρο Μακεδονία στο όνομά της, αλλά η οποία θα είναι αδύνατον να μας επιβληθεί πολιτισμικά και οικονομικά ή να έχει τις όποιες άλλες αλυτρωτικές αξιώσεις απέναντί μας. Να είναι αδύνατον να μας επιβληθεί, γιατί θα είμαστε μια χώρα με οικονομία που αναπτύσσεται δυναμικά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(Δεν ασχολούμαι καν με την πολιτική εργαλειοποίηση και εκμετάλλευση του συλλαλητηρίου ή τις όποιες γραφικότητες συμβαίνουν σε αυτό ή με την ανάδειξη ακροδεξιών πολιτικών τάσεων, ακραίων εθνικοφρόνων και δειγμάτων θρησκευτικού παρεμβατισμού με αφορμή αυτό. Αυτά είναι παραφυάδες.)

Ποια μπορεί να είναι η εθνική μας γραμμή; Μόνο μία: σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες και μια κάποια κοινή, υπερκομματική, ψύχραιμη εθνική στρατηγική που να εξασφαλίζει πρώτα από όλα τα σύνορα της χώρας κι έπειτα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντά της στον κόσμο, την Ευρώπη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

[Photo credit συλλαλητήριο στο Σύνταγμα, 1909, κίνημα στο Γουδί, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο]

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
3 Φεβρουάριος, 2018

Το GDPR μπαίνει για τα καλά στη ζωή μας από το Μάιο του 2018. Μέσα στη ζωή μας ήταν δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια, ως Ευρωπαϊκή νομοθεσία σε περίοδο προσαρμογής, αλλά τώρα η νομοθεσία αυστηροποιείται, συμπυκνώνεται και συνοδεύεται από αυστηρά πρόστιμα. Έχει, δε, άμεση ισχύ από τις 25/05/2018.

Θα αφορά κάθε -μα κάθε- εταιρεία ή επαγγελματία, που με οποιονδήποτε τρόπο διαχειρίζεται προσωπικά δεδομένα άλλων ατόμων. Προσωπικά δεδομένα είναι ονόματα, διευθύνσεις (φυσικές και ηλεκτρονικές), φωτογραφίες και γενικά οτιδήποτε μπορεί να αξιοποιηθεί για την ταυτοποίηση ενός προσώπου.

Σκοπός του GDPR (General Data Protection Regulation) είναι πάνω απ’ όλα η προστασία του ατόμου και των προσωπικών του δεδομένων, η ενεργή ευαισθητοποίηση της αγοράς γύρω από τα ζητήματα αυτά, η τακτοποίηση θεμάτων εξαγωγής προσωπικών δεδομένων εκτός ΕΕ αλλά και η εναρμόνιση όλων των χωρών της ΕΕ υπό αυτό το ενιαίο καθεστώς.

Για το GDPR θα μιλήσουμε πολύ τον επόμενο καιρό, όμως αυτή τη στιγμή θα ήθελα να σου διαλύσω μερικούς μύθους που ήδη έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν με τρόπο αρκετά προκλητικό και υπερβολικό. Μύθοι που αφορούν το τι είναι, τι δεν είναι, το τι πρέπει να κάνουμε για αυτό, το πόσο θα κοστίσει.

ΜΥΘΟΣ 1: Ο DATA PROTECTION OFFICER (DPO)

Κυκλοφορεί εσχάτως ο όρος «Data Protection Officer» για να προσδιορίσει τον άνθρωπο εκείνο μέσα σε μια εταιρεία, ο οποίος θα είναι γενικά υπεύθυνος για το πώς η εταιρεία εφαρμόζει σωστά τον κανονισμό. Στην πραγματικότητα είναι ένας ρόλος και όχι μια θέση. Παρουσιάζεται ως θέση από αυτούς που πωλούν χαρτιά, πιστοποιήσεις και σεμινάρια για να σε κάνουν… DPO. Γενικά η αγορά δεν έχει κάποια γενικά αποδεκτή περιγραφή για τον όρο αυτό και, αν τον αναζητήσετε στο διαδίκτυο, δε θα βρείτε τίποτα αντίστοιχο του CEO, του CTO, του CIO, κοκ.

ΜΥΘΟΣ 2: Ο DPO ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ

Όχι δεν είναι υποχρεωτικό και δεν είναι υποχρεωτικό αυτός να είναι οργανικό μέλος της εταιρείας. Όμως, ναι, η εταιρεία οφείλει να έχει δηλωμένη πολιτική επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και ως προς αυτό ο νόμος είναι πράγματι αυστηρός.  Άλλο όμως το ένα και άλλο το άλλο. Εικάζω ότι μόνο οι πολύ μεγάλες εταιρείες και πολυεθνικές, ακριβώς λόγω του μεγέθους τους, θα θελήσουν να καλύψουν αυτό το ρόλο αυτό εσωτερικά. Οι υπόλοιπες είτε θα το κάνουν outsource είτε θα το καλύψουν με τα υπάρχοντα άτομά τους.

ΜΥΘΟΣ 3: Η ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

Εδώ τραβάμε τα μαλλιά μας. Κυκλοφορούν ήδη πιστοποιήσεις για τον παραπάνω ρόλο. Περιττό είναι να πούμε ότι οι  πιστοποιήσεις αυτές έχουν τόση αξία όση το χαρτί πάνω στο οποίο τυπώνονται. Δεν υπάρχει κανενός είδους επίσημη αναγνώριση για αυτές τις πιστοποιήσεις, εγχώρια ή Ευρωπαϊκή. Πρόκειται για μια αγορά που στήνεται γύρω από ένα κατά τα άλλα υπαρκτό ζήτημα αλλά με σκοπό την κερδοσκοπία.

ΜΥΘΟΣ 4: ΤΟ «ΣΥΣΤΗΜΑ» ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΟΥ

Το σύστημα! Κυκλοφορούν άρθρα από μεγάλα ειδησεογραφικά website και αναφέρουν πράγματα όπως ότι «Έως τις 25 Μαΐου, θα πρέπει όλες οι εταιρείες που διαχειρίζονται προσωπικά δεδομένα, να εντάξουν ένα ηλεκτρονικό σύστημα προστασίας των δεδομένων, όπως ισχύει σε άλλες χώρες της ΕΕ. Το νέο σύστημα κοστίζει 5.000-6.000€». Σας διαβεβαιώ ότι ένα τέτοιο καθολικό σύστημα διαχείρισης και προστασίας προσωπικών δεδομένων πολύ απλά δεν υπάρχει. Και δεν είναι σχήμα λόγου αυτό. Δεν υπάρχει!

Αν θες να πάρεις έγκυρη πληροφορία για το GDPR μπορείς να διαβάζεις το Lawspot αλλά και τον επίσημο σχετικό ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόμη, καλό θα είναι να διαβάζεις τις υπερβολές με λίγη καχυποψία.

Τελικά το GDPR είναι κάτι σημαντικό και είναι βέβαιο ότι θα μας απασχολήσει μέσα στο 2018. Κι αυτό είναι καλό. Θα πρέπει όμως να μας απασχολήσει επιτέλους στα σοβαρά και με σοβαρό τρόπο, χωρίς υπερβολές και ακρότητες. Τον επόμενο καιρό θα έχουμε να πούμε πολλά σχετικά, γι’ αυτό μείνετε συντονισμένοι.

[photo credit]

εκτύπωση Κατηγορίες: GDPR, απόψεις, διαδίκτυο, πολιτικά, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
16 Νοέμβριος, 2017

Μέρες που είναι, 17 Νοέμβρη, ζεσταμένοι από την πρόσφατη δημόσια συζήτηση για την προσωρινή άδεια αποφυλάκισης του Κουφοντίνα της πάλαι ποτέ 17Ν, για 7η χρονιά σε οικονομική ύφεση, ακόμη εντός μνημονίων και υπό την κυβέρνηση μιας «πρώτης φοράς αριστερά», που μόλις φορτώθηκε και μια πολύνεκρη φυσική καταστροφή (Μάνδρα), είναι αναμενόμενο να αναζωπυρωθεί και η συζήτηση για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο; Η απάντησή μου είναι ότι δεν ξέρω από πρώτο χέρι, αλλά θα ανατρέξω σε αυτά που γράφονται. Είναι κάπως εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτά που γράφονται συμφωνούν μεταξύ τους. Οι διαφωνίες είτε είναι τόσο μικρές, που σε κάνει να απορείς γιατί το θέμα συζητιέται τόσο και με τόση εριστικότητα, είτε είναι τόσο φορτισμένες με πολιτικό πρόσημο που εύκολα τις φιλτράρεις.

Οι πηγές δείχνουν να συμφωνούν ότι α) μέσα στο Πολυτεχνείο κατά τη διάρκεια της κατάληψης ή την έφοδο των τανκς δεν υπήρξε κάποιος νεκρός β) η βίαιη είσοδος των τανκς συνέβη γ) υπάρχουν 24 διαπιστωμένοι νεκροί που προέκυψαν από την επέμβαση στρατού και αστυνομίας στη γύρω περιοχή του Πολυτεχνείου κατά τη διάρκεια των γεγονότων γ) αναφέρονται 16 αγνώστων στοιχείων νεκροί και ε) υπάρχουν 1103 διαπιστωμένοι τραυματίες.

Οι πηγές λοιπόν (Wikipedia με τις σχετικές παραπομπές, το πόρισμα βασιλόφρονος εισαγγελέα Τσεβά το 1974, τ0 Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, κλπ) συμφωνούν πάνω-κάτω στα παραπάνω νούμερα. Το ίδιο το καθεστώς στις 19/11/1973, δυο μέρες μετά, παραδέχεται έναν πρώτο αριθμό 11 νεκρών. Αυτός ο αριθμός δεν αποδεικνύει την αλήθεια των 24 νεκρών, αλλά αποτελεί σαφώς θετική ένδειξη. Από την άλλη, η απέναντι πλευρά δεν κάνει άλλους πιο υπερβολικούς ισχυρισμούς ισχυρισμούς για τους νεκρούς αυτούς, αν δει κανείς πχ τον αριθμό του προσκλητηρίου των νεκρών στη ιστοσελίδα του Ριζοσπάστη (88 νεκροί για όλη την περίοδο της χούντας).

Επομένως, εδώ έχουμε μια κατασκευασμένη διαφωνία με σκοπό προφανή και μικροπολιτικό. Οι νεκροί και οι τραυματίες υπάρχουν. Δεν προέκυψαν από την ίδια την είσοδο των τανκς αλλά η βίαιη είσοδος των τανκς είναι κάτι που συνέβη. Βέβαια, οι νεκροί και οι τραυματίες προέκυψαν από τα ευρύτερα γεγονότα στην περιοχή του Πολυτεχνείου και τις δυνάμεις που στάλθηκαν στην περιοχή. Πρακτικά δεν υπάρχει καν ιστορική διαφωνία σε αυτό το θέμα.

Η μόνη διαφωνία βρίσκεται στην προσπάθεια της αριστεράς να αναδείξει και να δραματοποιήσει επιπλέον το γεγονός, αναφερόμενη με το γενικό όρο «νεκροί του Πολυτεχνείου» και η προσπάθεια της δεξιάς να μειώσει το γεγονός επισημαίνοντας αυτή την υπερβολή της αριστεράς. Τι θα άλλαζε δηλαδή αν έστω και ένας φοιτητής είχε πράγματι πατηθεί από τα τανκς; Δεν είναι αρκετά νεκροί και θύματα της βίας οι άλλοι που έχασαν τη ζωή τους από κακοποίηση, σφαίρες ή τα δακρυγόνα τριγύρω από το Πολυτεχνείο; Θα έπρεπε να είναι είτε όλοι ήρωες και αγωνιστές (αριστερή υπερβολή) ή απλοί τυχαίοι περαστικοί (δεξιά υπερβολή);

Αν η ιστορική έρευνα μπορέσει να αποδώσει κάποια άλλα αποτελέσματα, διαφορετικά από αυτά που παραθέτω παραπάνω, ασφαλώς ας το κάνει, καθαρά και απαλλαγμένη από πολιτικές φορτίσεις. Εφόσον όμως κάποια πράγματα μοιάζουν να μην είναι πρακτικά αντικείμενο ουσιαστικής διαφωνίας, γιατί να μην επικρατήσει εντωμεταξύ η ψυχραιμότερη άποψη, ότι έγινε μια εξέγερση, ενάντια σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και στα πλαίσια αυτής υπήρξαν τόσοι περίπου νεκροί και τραυματίες και τελοσπάντων να καταλήξουμε ότι σε κανέναν δεν αρέσουν οι χούντες, που είναι και το πιο σημαντικό και να τσακωθούμε για το τι είναι καλύτερο να κάνουμε σήμερα;

Γιατί πρέπει να επιμένουμε μονίμως στο διχασμό και όχι σε αυτά που μας ενώνουν;

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
11 Νοέμβριος, 2017

Η υπέροχη ελληνική πραγματικότητα, που τόσες αφορμές για απογοήτευση αλλά και στιγμές ψυχικής ανάτασης μας έχει χαρίσει τα τελευταία χρόνια, μας έδωσε ακόμη μία, λιγάκι επική αυτή τη φορά, με τον «Κώστα» από το Δήμο Περιστερίου και το δημόσιο διαγωνισμό, που έφτασε να δημοσιευτεί στη Διαύγεια, έχοντας οι συντάκτες του ξεχάσει μέσα σχόλια ο ένας προς τον άλλον, τα οποία φανερώνουν ότι ο διαγωνισμός ήταν αυτό που λέμε «φωτογραφικός».

Το internet και τα social media πήραν αμέσως φωτιά, κυρίως για να αστειευτούν με το θέμα, να το σατιρίσουν, να το κοροϊδέψουν. Άλλωστε πρόκειται για κοινό μυστικό. Όλοι ξέρουμε ότι οι διαγωνισμοί στήνονται, ότι οι γιατροί παίρνουν φακελάκια, κλπ. Δε μπορεί βέβαια να αρνηθεί κανείς ότι υπήρχε και μια εγγενής φαιδρότητα στην υπόθεση, με την ατάκα «Κώστα, τις έχουν οι προμηθευτές που θέλουμε;». Ο Κώστας και αυτός που του μιλά θα πρέπει να εύχονται να ανοίξει η γη να τους καταπιεί. Ελπίζω, δηλαδή.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή η πρακτική «στησίματος» διαγωνισμών είναι τόσο κοινή και συνηθισμένη, που η αποκάλυψή της δε συνιστά καν νέο. Είναι κωμικοτραγικό αλλά δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Εντύπωση προκαλεί μόνο ο τρόπος με τον οποίο έγινε η αποκάλυψη και το γεγονός ότι όλα πλέον βρίσκονται υπό το μεγεθυντικό φακό του internet και των social media.

Το στήσιμο όμως, δε χρησιμοποιείται μόνο για να δοθούν τα έργα στους «δικούς» μας ή, ακόμα πιο σωστά στους «συνεργάτες» μας. Μην ξεχνάμε ότι το στήσιμο συνοδεύεται συχνά και από μίζα και λάδωμα. Στις καλές δεκαετίες του ’90 και του ’00 οι εταιρείες που ζούσαν από δημόσια έργα περιλάμβαναν εξαρχής -υπογείως φυσικά- στο budget τους και την αμοιβή αυτού που συνεργαζόταν μαζί τους από την απέναντι πλευρά. Αυτό ήταν κοινό μυστικό και πάγια τακτική μιας διαστρεβλωμένης αγοράς, που οπωσδήποτε δεν εφευρέθηκε σήμερα και ούτε από την τρέχουσα κυβέρνηση.

Όμως υπάρχει και άλλη μια παράμετρος στη στρέβλωση, που την κάνει ακόμη πιο διεστραμμένη. Στις περιπτώσεις όπου κάποιο δημόσιο έργο ερχόταν σε δημόσιο διαγωνισμό με καθαρές και τίμιες προθέσεις, είχε να αντιμετωπίσει αυτήν ακριβώς την ίδια νοοτροπία και μια αγορά που είχε επί χρόνια στηθεί και προσαρμοστεί σε αυτές τις τακτικές. Έτσι, ο τίμιος δημόσιος λειτουργός, που ήθελε η δουλειά του πραγματικά να γίνει, ερχόταν στην περίεργη θέση να αναγκάζεται να κάνει πρώτα έρευνα αγοράς, πιθανώς να ζητήσει βοήθεια από την ίδια την αγορά για να συντάξει προδιαγραφές κι έπειτα, έχοντας καταλήξει σε προμηθευτή, να «στήσει» το διαγωνισμό έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι αυτός που έχει προ-επιλέξει θα τον κερδίσει κιόλας.

Αν το δει κανείς αυτό το τελευταίο με όρους ελεύθερης αγοράς, είναι και φυσικό. Ένας διευθυντής έχει κάθε δικαίωμα να επιλέξει με βάση την κρίση και την εμπειρία του όποιον προμηθευτή θεωρεί πιο ταιριαστό και φυσικά να πάρει πάνω του το βάρος της ευθύνης της επιλογής του. Αλλά στο δημόσιο τομέα ευθύνη δεν υπάρχει, αξιολόγηση δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η επιθυμία για «τέλειους» διαγωνισμούς, με πολλούς κανόνες και λίγα αποτελέσματα, που είναι ανέφικτο να διοργανωθούν και έτσι όλοι προσαρμόζονται τριγύρω τους αντιστοίχως.

Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την ελλιπή στελέχωση του ανθρώπινου δυναμικού του δημοσίου για την οποία δε φταίνε πάντα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι σε αυτό. Δεν είναι δυνατόν πχ ένας δήμος ή μια υπηρεσία να έχει μέσα της ανθρώπους που να είναι ικανοί να συντάξουν αποτελεσματικές προδιαγραφές για πάσης φύση έργο, από την αποχέτευση και τα σκουπίδια μέχρι τον πολιτισμό και την πληροφορική. Όμως είναι αναγκασμένοι να το κάνουν, δίνοντας έτσι ακόμη περισσότερο χώρο στην τακτική της ρεμούλας και της μίζας. Από μια άποψη δηλαδή και πάλι το σύστημα προσαρμόζεται αυθόρμητα στις συνθήκες που κανείς του θέτει.

Ένα καλό, παράπλευρο συμπέρασμα που βγαίνει από αυτή την υπόθεση είναι ότι τα δημόσια και ανοικτά δεδομένα είναι μείζονος σημασίας για τη λειτουργία ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους. (Λίγο ακόμα και θα καταφέρουμε να έχουμε και αξιολόγηση!) Το εν λόγω θέμα, για παράδειγμα, έγινε αντιληπτό ακριβώς επειδή κάθε δημόσιος διαγωνισμός αναρτάται υποχρεωτικά στο σύστημα της Διαύγειας, έτσι ώστε να είναι διαθέσιμος σε κάθε πολίτη, δημοσιογράφο, ερευνητή, κοκ.

Και τα δεδομένα του κράτους θα πρέπει Α) να είναι δημόσια, δηλαδή να διατίθενται ελεύθερα και δωρεάν και μάλιστα σε μέσο εύκολα προσβάσιμο από όλους, αυτό είναι το internet στις μέρες μας και Β) να είναι ανοικτά, δηλαδή άμεσα αξιοποιήσιμα, με δυνατότητες για ανάκτησή τους τεχνικά (APIs), χωρίς κρυπτογραφήσεις ή άλλα κρυπτικές μεθόδους που κάνουν την επεξεργασία τους δύσκολη.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, διαδίκτυο, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
18 Ιούλιος, 2017

Η υπόθεση της Ηριάννας, της κοπέλας που γνωρίζουμε χωρίς το επίθετό της και κατηγορείται για ανάμιξη στην υπόθεση της τρομοκρατικής οργάνωσης «Πυρήνες της φωτιάς», καταδεικνύει ότι ζούμε μια δημοκρατία σε φαύλο κύκλο. Από τη μια πλευρά, όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι κατά πάσα πιθανότητα οι υποστηρικτές της αθωότητάς της έχουν δίκιο. Η ετυμηγορία ανήκει οπωσδήποτε στη δικαιοσύνη, όμως κάθε αναφορά στην υπόθεση δείχνει να συμφωνεί και ακόμη και οι σκεπτικιστές δεν μοιάζουν να έχουν κάτι να αντιτάξουν ενάντιά της. Αν είναι πράγματι έτσι τα πράγματα, τότε μιλάμε για μια απίστευτη αδικία προς ένα συνάνθρωπό μας που αιτιολογημένα ξεσηκώνει την κοινή γνώμη.

Από την άλλη πλευρά, ο χειρισμός της υπόθεσης από τα ΜΜΕ και την κυβέρνηση, είναι τουλάχιστον απαράδεκτος. Παρατηρούμε μέλη της κυβέρνησης να δηλώνουν δημόσια και ευθαρσώς, χωρίς υπαινιγμούς, σε ένα παραλήρημα θεσμικής εκτροπής, την άποψή τους για το πώς θα έπρεπε να αποδοθεί η δικαιοσύνη! Βλέπουμε τον ίδιο τον υπουργό δικαιοσύνης αλλά και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να μη διστάζουν να εκφέρουν γνώμη για την κατά τη γνώμη τους σωστή έκβαση μιας δικαστικής υπόθεσης.

Ταυτόχρονα, τα αντιπολιτευτικά μέσα ενημέρωσης, όπως το ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ, φωνάζουν δικαίως από το πρωί σχετικά με το πόσο καταλύεται η διάκριση των εξουσιών. Όμως την ίδια ώρα, η ιστοσελίδα του ΣΚΑΙ (τη στιγμή που γράφω αυτές τις λέξεις) σε ένα αντίστοιχο παραλήρημα μονόπλευρης ενημέρωσης διαθέτει συνολικά 6 άρθρα σχετικά με τις παραπάνω δηλώσεις των μελών της κυβέρνησης και κανένα για την ίδια την υπόθεση και την ουσία της. Εντωμεταξύ, σε εντελώς αντίθετο πνεύμα βρίσκονται μέσα όπως ή φίλα προσκείμενη στην κυβέρνηση ΑΥΓΗ.

Τρεις, λοιπόν, από τους βασικούς πυλώνες της δημοκρατίας (δικαιοσύνη, κεντρική εξουσία και ΜΜΕ) χειρίζονται μια υπόθεση με ένα τρόπο είτε κατά τα φαινόμενα άδικο, είτε ακραία μικροπολιτικό και συμφεροντολογικό. Φυσικά, αδυνατώ να βγάλει κανείς κάποιο βέβαιο πόρισμα για την αθωότητα της Ηριάννας. Διαβάζει σχετικά με την υπόθεση, κρίνει και σχηματίζει μια κάποια άποψη. Όμως αυτός ο φαύλος κύκλος δεν είναι καθόλου, μα καθόλου υγιής και, βέβαια, δεν ωφελεί καθόλου να αναζητήσουμε ποια πλευρά έχει το «περισσότερο» άδικο. Μόνος βέβαιος χαμένος είναι η δημοκρατία.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
31 Δεκέμβριος, 2016

Αυτό δεν είναι ένα απαισιόδοξο post.

Η ρόδα στο Σύνταγμα δε γύρισε. Στήθηκε, ετοιμάστηκε, ο κόσμος περίμενε, αλλά η ρόδα δε γύρισε. Αδιάφορο το γιατί. Απλά δε γύρισε. Όμως ένα πράγμα επικράτησε. Η μαυρίλα στην ψυχή μας. Η απόλαυση να στεκόμαστε πάνω από το εθνικό μας πτώμα και να φτύνουμε αυτό που μισούμε. Το άθλιο κράτος μας, τους ανίκανους ανθρώπους του, εμάς τους ίδιους, όλους τους άλλους. Η ρόδα που δε γύρισε συμβόλισε την Ελλάδα της παρακμής και ικανοποίησε τα σαρκοβόρα ένστικτά μας για άλλη μια φορά.

Η ίδια παρακμή και απαισιοδοξία κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση και κυρίως σε κάθε συζήτηση οικονομικής φύσεως. Ω, λέτε να μην τα ξέρουμε; Τα τέλη επιτηδεύματος, τη φορολογία των επιχειρήσεων, την έλλειψη κινήτρων για επιχειρηματικότητα; Την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, την ύφεση που φέρνει κι άλλη ύφεση; Σας πληροφορώ ότι όλοι τα ξέρουμε όλα και τα ζούμε καθημερινά. Και όποιος προσπαθεί να μονοπωλήσει το δικαίωμα στις δυσκολίες και στα προβλήματα, ε, απλά στρουθοκαμηλίζει. Μάντεψε, δικέ μου, δεν είσαι μόνος σου και ούτε τραβάς τα χειρότερα. Υπάρχουν κι άλλοι και υπάρχουν και χειρότερα.

Μήπως όμως τραφήκαμε αρκετά από αυτή τη μαυρίλα; Δεν κουραστήκαμε ακόμη να επιρρίπτουμε τις ευθύνες για όλα μας τα δεινά κάπου αλλού; Δεν είναι λιγάκι μονότονο να μην φταίμε σε τίποτα και να είμαστε μονίμως τα θύματα αυτού του «κακού» κράτους που, βέβαια, ανήκει σε μια «υπέροχη» πατρίδα, την οι κακοί ξένοι επιβουλεύονται; Η τωρινή εθνική μας μεμψιμοιρία και μοιρολατρία είναι ισοδύναμες με την απραγία και την αφασία των προηγούμενων 40 ετών. Φτάνει με τους μοιραίους του Βάρναλη.

Όμως όοοχι!

Στη μοιρολατρία σας θα αντιπαραβάλλω πάντα αισιοδοξία και προσπάθεια. Στην άγρια χαρά σας για καταστροφή θα προτάσσω πάντοτε όρεξη για δουλειά. Στην ικανοποίησή σας που όλα είναι πραγματικά τόσο χάλια όσο τα προβλέψατε -και πέσατε μέσα- θα θυμίζω τα λόγια του Ε. Βενιζέλου «ο προκείμενος άνδρας … έκανε πολλά σφάλματα αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι ποτέ δεν επερίμενεν από τη μοίρα να ιδή την χώραν του προηγμένην».

Σε όσους βλέπουν καλές προοπτικές στο εξωτερικό θα λέω «ώρα καλή, σου εύχομαι τα καλύτερα, φύγε μια ώρα αρχύτερα». Δε σε θέλω εδώ, δε θέλω τη γκρίνια σου, δε θέλω ακόμη μία υπενθύμιση για το πόσο χάλια είναι τα πράγματα εδώ, για το πόσο σκατά τα έκαναν οι γονείς μας, για το πόσο φταίει το ΠΑΣΟΚ. Φτάνει! Αρκετά στενοχωρηθήκαμε, αρκετά λυπηθήκαμε, αρκετά θρηνήσαμε.

Σε όλους μας αυτό το κράτος φέρεται ληστρικά και εχθρικά, μάλιστα κάποιοι από εμάς ακόμη επιμένουν να του αποδίδουν αυτά που τους ζητάει, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, μη μου υπενθυμίζετε πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα, μπορεί για εμένα τα πράγματα να είναι πιο δύσκολα από εσάς. Δεν πρόκειται για διαγωνισμό κακοτυχίας. Κι αν δεν είμαι εγώ ο πιο κακότυχος από τους δυο μας, σίγουρα είναι κάποιος άλλος, πάντως όχι εσύ. Δεν είσαι τα πάντα εσύ, δεν περιστρέφονται τα πάντα γύρω από εσένα.

Αυτό που λέω είναι ότι «αρκετά με την απαισιοδοξία», ας το αποδεχθούμε, τα πράγματα δε θα αλλάξουν από μόνα τους, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα γίνουν χειρότερα από μόνα τους. Όσοι έχουν την παραμικρή ελπίδα για αυτή τη χώρα ή, έστω, την όρεξη για λίγη προσπάθεια ας συγκεντρωθούν και ας την καταβάλλουν. Οι υπόλοιποι αφήστε μας ήσυχους, σιωπήστε ή πηγαίνετε στη γη της επαγγελίας σας. Μείνετε και παλέψτε ή φύγετε και παλέψτε το αλλού. Είναι απλό και τίμιο.

Δεν έχω κάτι να χωρίσω μαζί σας, αντιθέτως, πιστεύω ότι μας ενώνουν πολλά. Μόνο αποφασίστε, θα μείνετε εδώ να παλέψουμε μαζί για κάτι; Αν όχι, τότε πραγματικά, ειλικρινά κι ολόψυχα σας εύχομαι να την «κάνετε» όσο πιο γρήγορα γίνεται, να κυνηγήσετε τα όνειρά σας και να με αφήσετε κι εμένα το δόλιο πατριώτη (πλην διεθνιστή) να επιδιώξω ό,τι όνειρα έχουν απομείνει εδώ.

Γλιτώστε με μόνο από από τη μαυρίλα.

Καλή Χρονιά!

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
16 Σεπτέμβριος, 2016

14292449_862931583842841_4189113057131256448_nΕιλικρινά νιώθω κόμπο στο λαιμό γράφοντάς τα αυτά. Δεν έχω σκοπό να προσβάλλω κανέναν αλλά θα όφειλε και ο καθένας μας να συλλογιστεί τι απόψεις εκφράζει και τι αντίκτυπο αυτές έχουν. Συζητήθηκε έντονα αυτές τις μέρες το θέμα των παιδιών των προσφύγων και αν θα πρέπει να πάνε στο σχολείο με τη νέα σχολική περίοδο. Αφορμή για την ένταση στη συζήτηση στάθηκε η περιβόητη ανακοίνωση των γονέων του Ωραιόκαστρου Θεσσαλονίκης ότι θα προβούν σε κατάληψη του σχολείου αν γίνει κάτι τέτοιο στη δική τους περιοχή (βλ. φωτό δεξιά).

Καταρχάς υπάρχει το αυτονόητο: τα παιδιά πρέπει να πηγαίνουν στο σχολείο και αυτό δε θα έπρεπε να είναι ζήτημα κανενός διαλόγου. Να συζητήσουμε τους όρους υπό τους οποίους θα γίνει αυτό; Ναι! Να δούμε πώς θα γίνει σωστότερα και ασφαλέστερα; Ναι! Αλλά θα έπρεπε να βγαίνουμε από τα ρούχα μας και να κινητοποιούμαστε αν συνέβαινε το αντίθετο και όχι αυτό. Αν θέλουμε να λεγόμαστε πολιτισμένη κοινωνία κάτι τέτοιο δε θα έπρεπε να είναι θέμα συζήτησης.

Βέβαια, στα χρόνια της κρίσης, ίσως είναι πολυτέλεια να απαιτεί κανείς υψηλό αίσθημα πολιτισμού τη στιγμή που πιο στοιχειώδεις αξίες και ανάγκες μας πλήττονται καθημερινά και οι προτεραιότητές μας στρέφονται στην επιβίωση. Θα πρέπει όμως να αναλογιστούμε ότι αυτό το επίπεδο του πολιτισμού μας είναι το τελευταίο πράγμα που δεν πρέπει να χάσουμε. Γιατί τότε η κρίση θα μας έχει πράγματι αλλοτριώσει ανεπανόρθωτα.

Θα ήθελα πριν εξετάσω τα επιχειρήματα που ακούστηκαν να πω ότι πολλές φορές ήταν λογικά και βάσιμα. Δηλαδή, είχαν ουσία και απευθύνονταν σε πραγματικά προβλήματα. Η ένστασή μου -είναι έντονη και τίθεται επί της αρχής- είναι ότι αυτά τα προβλήματα πρέπει μεν να τα δούμε και να τα αντιμετωπίσουμε αλλά μέγιστη προτεραιότητά μας θα πρέπει να είναι το γεγονός ότι αποδεχόμαστε, για την ακρίβεια απαιτούμε, τα παιδιά αυτά να πάνε στο σχολείο!

Ο κίνδυνος λοιμωδών νόσων

Δεν έχουμε πουθενά στοιχεία ότι οι πρόσφυγες αυτοί φέρουν τέτοιες νόσους σε αριθμό που να συνιστά πρόβλημα, παρά μόνο μεμονωμένα περιστατικά. Επιπλέον, οι καμπάνιες εμβολιασμού τους ήταν πολύ επιτυχείς. Αν κανείς θέλει να το αμφισβητήσει αυτό μπορεί να το κάνει αλλά ας γνωρίζει ότι επιλέγει να το κάνει βασιζόμενος σε ψυχολογικούς παράγοντες και όχι σε στοιχεία. Είτε αυτό είτε σε προπαγάνδα!

Να θυμίσω ότι σημαντικό μερίδιο της ελληνικής κοινωνίας εναντιώνεται στην ίδια την ιδέα του εμβολιασμού γενικότερα, πιστεύοντας -και δεν το κρίνω αυτό τώρα- ότι υπάρχει κάποια παγκόσμια συνωμοσία των φαρμακευτικών εταιρειών. Άραγε αυτοί οι γονείς σε ποια σχολεία στέλνουν τα παιδιά τους; Αποτελούν αυτά κίνδυνο;

Ας ακούσουμε εδώ μια ωραία Ωραιοκαστρίτισσα, πρώην νοσοκόμα, να εξηγεί πόσο εύκολα αντιμετωπίζεται ακόμη και ο τελευταίος, ελάχιστος φόβος για την υγεία των παιδιών στα σχολεία, όταν δίνουμε προτεραιότητα σε αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, δηλαδή τον ανθρωπισμό μας:

Και ας διαβάσουμε τους Γιατρούς του Κόσμου να επιβεβαιώνουν ότι «[…] η εικόνα από τα ιστορικά και τις μετρήσεις των παιδιών δείχνει έναν παιδικό πληθυσμό απολύτως υγιή! […] Οι δε εμβολιασμοί στα παιδιά του κέντρου με την συνεργασία του Υπουργείου Υγείας έγιναν κανονικά. Σε συνδυασμό δε με αυτούς της Ειδομένης από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα στον ίδιο παιδικό πληθυσμό πριν καθιστά τα παιδιά πρόσφυγες, συγκεκριμένα στο Ωραιόκαστρο από τα πιο πλήρως καλυμμένα, από όλα τα κέντρα. […] Γιατί για αυτά τα παιδιά έχουμε την ευθύνη. Και θα υπερασπιστούμε το ανθρώπινο δικαίωμά τους να πάνε σχολείο.»

Να θυμίσουμε, τέλος, ότι το σχέδιο λέει πως τα παιδιά των προσφύγων δε θα αναμιχθούν στις τάξεις άμεσα με τα ελληνόπουλα αλλά σε ξεχωριστά τμήματα και με άλλο ωράριο, απογευματινό. Αλλά αυτή είναι μια λεπτομέρεια που έντεχνα αποσιωπάται από τους υποστηρικτές του αποκλεισμού.

Η κοινωνική ενσωμάτωση

Είναι γνωστό και αποδεκτό ότι το σχολείο είναι -εκτός από χώρος εκπαίδευσης- και χώρος κοινωνικοποίησης, απαραίτητος για ένα παιδί. Δεν έχουμε το δικαίωμα να του το αρνούμαστε. Το επιχείρημα ότι αυτά τα παιδιά βρίσκονται σε «ταραγμένη» κατάσταση και ίσως να μη μπορούν να συμπεριφερθούν «σωστά» (τι να σημαίνει εδώ «σωστά»; μήπως να τα κλείσουμε 24 ώρες το 24ωρο σε κοντέινερ;) δε στέκει. Καταρχάς κανένα παιδί δε συμπεριφέρεται «σωστά» και κατά δεύτερον τα παιδιά έχουν υψηλή ικανότητα προσαρμοστικότητας, κάτι που πρέπει να εκμεταλλευτούμε και να μην αφήσουμε αυτά τα παιδιά να γκετοποιηθούν.

Από την άλλη έχει αποδειχτεί περίτρανα ότι η γκετοποίηση και η απομόνωση μόνο σε κακά οδηγεί. Ο φόβος για το διπλανό μας αυξάνει την απόστασή μας από αυτόν κάνει την κοινωνία μας λιγότερο δεμένη, δίνει λιγότερες ευκαιρίες, αυξάνει την παραβατικότητα, οδηγεί σε χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, κλπ. Όλα αυτά είναι καταμετρημένα, υπάρχει παγκόσμια εμπειρία που το επιβεβαιώνει και δε μπορεί να τα αρνηθεί ούτε και ο πιο συντηρητικός νους.

Ενδεχομένως να σας ενδιαφέρουν και μικρές καθημερινές ιστορίες, όπως ετούτη εδώ, που αν μην τι άλλο αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: ότι δηλαδή η συμμετοχή και η ενσωμάτωση έχει μύριες φορές πιο ωφέλιμα αποτελέσματα από τον αποκλεισμό και την απομόνωση.

Η δυσκολία της γλώσσας

Το επιχείρημα ότι τα παιδιά αυτά δε γνωρίζουν τη γλώσσα ακούστηκε κι αυτό πολύ. Απλά δεν ισχύει. Τα παιδιά προσαρμόζονται στη νέα γλώσσα ταχύτατα. (Ο ξενόφοβος νους, βέβαια, αντιδρά αυτομάτως σε αυτό, γιατί σκέφτεται ότι, αν μάθουν τη γλώσσα, τότε παγιώνεται και η παραμονή τους στη χώρα μας.) Υπάρχουν τα χιλιάδες παραδείγματα μεταναστών της δεκαετίας του ’90 που οι ίδιοι προλάβαμε και τα ζήσαμε. Φτάσαμε μάλιστα να συζητάμε αν κάποια από εκείνα τα παιδιά θα είχαν το δικαίωμα στην παρέλαση και στο να κρατούν σημαία. Ποια; Αυτά τα παιδιά που μέχρι πριν μια μέρα δεν ήξεραν τη γλώσσα και πλέον την είχαν μάθει και διαπρέψει στα σχολεία μας.

Προσωπικά έχω περισσότερα από ένα παραδείγματα από το πολύ κοντινό μου περιβάλλον που δείχνουν ότι ένα παιδί προσαρμόζεται στη νέα γλώσσα μέσα σε ένα με δύο χρόνια, ιδίως αν πηγαίνει στο σχολείο. Και κάθε χώρα της Ευρώπης έχει σοβαρά προγράμματα για  την ενσωμάτωση αυτών των παιδιών. (Τι; εμείς δεν έχουμε; να φτιάξουμε, αλλά δε θα περιμένουμε μέχρι τότε να πάνε τα παιδιά σχολείο.)

Και μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο για επιστημονικές μελέτες σχετικά με αυτό το αποδεικνύει (παιδιά που μεγαλώνουν δίγλωσσα, ενσωμάτωση παιδιών μεταναστών στη γλώσσα και την κουλτούρα της χώρας, προσαρμογή παιδιών μεταναστών).

Στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη, ο παπα-Γρηγόρης διώχνει από
το χωριό του τον παπα-Φώτη και τους πρόσφυγές του γιατί κουβαλούν αρρώστιες.
Στο "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" του Καζαντζάκη, ο παπα-Γρηγόρης διώχνει από το χωριό του τον παπα-Φώτη και τους πρόσφυγές του γιατί κουβαλούν αρρώστιες.

Ρατσισμός/φασισμός

Και γεννάται το ρώτημα: είναι αυτή η συμπεριφορά ρατσιστική και φασιστική; Η τεχνική απάντηση είναι ναι και ναι. Φυσικά επί της ουσίας τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Πράγματι μπορεί κανείς εύκολα να δεχθεί ότι τα ελατήρια των γονέων αυτών δεν είναι άμεσα ιδιοτελή αλλά, ως σωστοί νυκοκυραίοι, ήθελαν απλώς να προστατέψουν τα παιδιά τους. Ότι οι περισσότεροι από αυτούς είναι ήδη τρομερά πιεσμένοι από την οικονομική κρίση. Ακόμη και ότι δεν είναι σωστά ενημερωμένοι για την κατάσταση των εμβολιασμών ή για τους πραγματικούς κινδύνους της δημιουργίας ενός γκέτο.

Όλα αυτά είναι κατανοητά και κανείς δε θα έπρεπε να σπεύσει να κατηγορήσει ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι συλλήβδην ρατσιστές και φασίστες. Αυτό είναι ένα λάθος που η απέναντι πλευρά κάνει εύκολα μέσα στο δικό της φανατισμό. Όμως η πράξη καθαυτή ήταν ρατσιστική και φασιστική. Θέλω να πω ότι από μία και μόνο πράξη, αν και κατ’ εμέ ιδιαζόντως συμβολική, δε θα πρέπει να κρίνουμε συνολικά ανθρώπους. Ούτε όμως και να αφήνουμε την πράξη ελεύθερη και ασχολίαστη. Η πράξη καθαυτή έχει το χαρακτήρα της, όσο κι αν μπορεί να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί αργότερα σε βάθος.

Αυτοί που ενοχλούνται από το χαρακτηρισμό αυτό κρύβονται πίσω από δικαιολογίες λογικής «μετά τον πόλεμο θα γυρίσουν σπίτια τους» και «παράνομα μπήκαν στη χώρα εξαρχής» ή «η εκπαίδευση στην Ελλάδα έχει ήδη αρκετά προβλήματα» και «εδώ υπάρχουν ελληνικά σχολεία σε κοντέινερς, ας τους βάλουμε κι αυτούς σε τέτοια». Εύκολες δικαιολογίες και πρόχειρες. Ειδικά αυτοί οι πρόσφυγες δεν έφυγαν για τουρισμό από τη χώρα τους και ούτε ήταν στους σκοπούς τους να μείνουν για πάντα εδώ, όμως από ότι φαίνεται θα το κάνουν.

Άλλοι, πάλι, απλώς προφασίζονται έντονο σκεπτικισμό και περίσκεψη για τα ουσιαστικά προβλήματα του εγχειρήματος της ενσωμάτωσης. Ο σκεπτικισμός τους όμως γίνεται συχνά τόσο έντονος που παίζουν το παιχνίδι των αρνητών και των υπερασπιζομένων τον αποκλεισμό. Προβάλλουν δηλαδή τα υπρκτά προβλήματα ως γιγαντιαία και άλυτα και άρα, τι μένει αν βασιστούμε στη λογική αυτή και μόνο, παρά να μην προβούμε τελικά σε αυτό που η ηθική και ο πολιτισμός μας μας προστάζουν.

Κάτι σαν κατακλείδα

Οποιοσδήποτε μπορεί να δεχθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει και φόβος και έγνοια και πολλά πραγματικά προβλήματα που  μας φέρνουν κοντά στα -και δοκιμάζουν- τα όριά μας. Αλλά μερικά πράγματα είναι αδιαπραγμάτευτες αξίες, στις οποίες οφείλουμε ως πολιτισμένη κοινωνία να δίνουμε προτεραιότητα. Αυτό οφείλουμε να το διασφαλίσουμε πάση θυσία, με ψυχραιμία και χωρίς μικρότητες. Πρέπει να διασφαλίσουμε την ταυτότητά μας ως κοινωνία που βάζει πάνω από όλα τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, όχι μόνο τον πρόσφυγα, αλλά εδώ τώρα για αυτόν μιλάμε. Αυτή η οικονομική κρίση δοκιμάζει την ταυτότητά μας.

Ειρωνεία της τύχης: Η περιοχή του Ωραιοκάστρου επιλέχθηκε από την επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων, το 1922, για να εγκατασταθούν πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο.

Στη φαιδρή κατηγορία ότι τυχόν υποστηρίζω την παρούσα κυβέρνηση, δεν έχει κανείς παρά να χαζέψει λίγο σε τούτο εδώ το blog για να το απαντήσει μοναχός του.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
20 Ιανουάριος, 2016

Φαίνεται ότι ακόμη τα τραύματα του εμφυλίου δεν τα έχουμε γιατρέψει. Ακόμη και τώρα που ένα αριστερό κόμμα συγκυβερνά με ένα ακροδεξιό (θα μου πεις, μήπως δεν είναι μια καθαρά συγκυριακή συνεργασία;), ο εμφύλιος σπαραγμός είναι εδώ να μας διχάζει και να μας χωρίζει στους από εδώ και στους από εκεί. Στους καλούς Έλληνες και στους κακούς Έλληνες. Όπου το καλό και το κακό ορίζονται με απλοϊκά κομματικά κριτήρια.

«…το κόμμα μας ζήτησε να βάλουμε πλάτη και βάλαμε, γιατί αυτό είναι το σωστό, γιατί πάντα στην αριστερά χρωστάμε και δεν μας χρωστάει…»

Λόγια του ίδιου του γραμματέα της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πραγματικά θλιβερό να ακούς αυτά τα λόγια από ένα νέο άνθρωπο. Να βλέπεις το εμφύλιο πάθος ζωντανό σε έναν άνθρωπο που δεν το έζησε και, που γεννήθηκε 40 χρόνια μετά τον εμφύλιο, που θα ήθελες να ελπίζεις ότι δε μπορεί να ταυτιστεί με αυτή την τόσο μαύρη σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Αντί να είναι δημιουργικός και παραγωγικός να διαιωνίζει και να καλλιεργεί ένα παλαιό μίσος.

«…τη γιαγιά μου, την περήφανη επονήτισσα, βασανισμένη… τον προπάππο μου, δικαστή του ΕΑΜ… τον παππού μου, αντάρτη… οι φασίστες του λέγαν πως θα τον ξυρίσουν… την μάνα μου να μου λέει πως της μάθαινε αντάρτικα… Για τον δολοφονημένο θείο του πατέρα μου από φασίστες… Για τον θείο-παππού Θοδωρή και τα μακρονήσια, την εξορία…»

Με ποιο δικαίωμα ετούτος ο νέος επικαλείται τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων του; Μήπως μόνο οι δικοί του πρόγονοι πόνεσαν; Μήπως οι αγώνες αυτών των προγόνων και των συναγωνιστών τους έγιναν μόνο για τον ίδιο και την οικογένειά του; Τους καπηλεύεται για να αιτιολογήσει τι; Τη νέα τάξη πραγμάτων που πρεσβεύει; Τη νέα κομματοκρατία; Το νέο νεποτισμό; Αλλά, βέβαια, τον διαφορετικό, τον ηθικό, τον αριστερό νεποτισμό!

«…θυμάμαι τους γονείς μου να μου λένε για την αριστερά, για το κίνημα, για τις ρίζες μας και πως δεν πρέπει να ξεχνάμε από που προερχόμαστε. Τότε ήμουν 10 χρονών και ακούγαμε το άξιον εστί και μου έλεγαν ιστορίες»

Αυτη είναι η απάντηση του γραμματέα της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ στα δημοσιεύματα που, κατά πως φαίνεται αληθώς, φέρουν το αδερφό, την μητέρα και μια κοντινή του φίλη να έχουν διοριστεί στο δημόσιο τον τελευταίο χρόνο. Αυτή είναι η απάντησή του στις κατηγορίες περί οικογενειοκρατίας. Ένα τεράστιο «περιφρονώ», ένα παλιό μίσος που δε λέει να πεθάνει. ‘Οχι κάποια αιτιολόγηση, όχι κάποια αναφορά σε αξιοκρατικές διαδικασίες που ο κίτρινος τύπος αγνόησε. Παρά μόνο ένα «καλά να πάθετε, τώρα είναι ο καιρός μας».

«Και δεν θα απολογηθώ σε κανέναν…»

Δε θα απολογήθεί νομίζει. Αμ θα απολογηθεί! Τώρα πια είναι δημόσιο πρόσωπο σε ένα κράτος που ευτυχώς του έχουν μείνει μερικά ευρωπαϊκά αντακλαστικά όπως η Διαύγεια, που δεν αφήνει διορισμό στο δημόσιο αδημοσίευτο. Μπορεί να μην το θέλει αλλά έχει να απολογηθεί σε ένα λαό, μέρος του οποίου πίστεψε σε κάποιες υποσχέσεις και βάσισε στο κόμμα του κάποιες ελπίδες. Πώς μπορεί να νομίζει ότι δε θα απολογηθεί; Πώς μπορεί να είναι τόσο σίγουρος;

Στο κόκκινο, γόβα στιλέτο και το φάρμακο για τη φαλάκρα, όλα μαζί στο αριστερό σουρεαλισμό που επωλήθη φθηνά

Στο κόκκινο, γόβα στιλέτο και το φάρμακο για τη φαλάκρα, όλα μαζί ανακατεμένα στον αριστερό σουρεαλισμό που επωλήθη φθηνά αλλά τον πληρώνουμε πολύ ακριβά κάθε μέρα.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια