4 Δεκέμβριος, 2016

Τελευταία φορά που τσέκαρα, η απάντηση ήταν «ναι».

Γιατί, αν όχι, τότε μήπως δε μπορεί ένας παχύσαρκος να είναι καθηγητής γυμναστικής; Μπορεί ένας που τραυλίζει να είναι καθηγητής φιλολογικών μαθημάτων; Μπορεί, άραγε, ένας που ντύνεται άσχημα να είναι καθηγητής καλλιτεχνικών; Επιτρέπεται ένας νάνος να διδάσκει Βιολογία; Μπορεί, ακόμη, ένας μαύρος να είναι καθηγητής μαθηματικών; Μπορεί ένας Πακιστανός να είναι καθηγητής Φυσικής; Μπορεί ένας Νιγηριανός να διδάσκει Χημεία; Να διδάσκει ένας χριστιανός οικονομικά; Ένας μωαμεθανός πληροφορική; Ένας άθεος έκθεση;

Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι προφανώς «ναι»!

Ή μήπως δεν πρέπει, έτσι κι αλλιώς, ο κάθε παιδαγωγός, όπου παιδαγωγός υποθέτω εννοούμε εκπαιδευτικός διορισμένος από την πολιτεία ως δάσκαλος ή καθηγητής, να αφήνει στο σπίτι του τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του, τις αδυναμίες του και τα πάθη του; Μήπως είναι λίγοι αυτοί οι εκπαιδευτικοί, που και τώρα νόμιμα ασκούν το επάγγελμά τους ενώ καλύπτουν, όχι πάντα με επιτυχία, τα πάθη τους κάτω από τα «φυσιολογικά» παντελόνια και φούστες τους;

Από την άλλη, την ίδια εποχή, επιτρέπεται μια χαρά κάποιος να είναι «νευροχειρουργός – βελονιστής».

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
19 Σεπτέμβριος, 2016

Παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και, χωρίς να αρνούμαι ότι ίσως κι εγώ να είμαι θύμα των ίδιων αδυναμιών μερικές φορές χωρίς να το συνειδητοποιώ, διαπιστώνω έντονα δύο χαρακτηριστικά που εντοπίζω με ανησυχητικά μεγάλη συχνότητα. Συχνότητα που δεν ταιριάζει στο επίπεδο του πολιτισμού, της επιστήμης και της τεχνολογίας που θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε αγγίξει ως κοινωνίες του περίφημου 20ου αιώνα που πριν λίγα χρόνια ολοκληρώσαμε. Τα δύο χαρακτηριστικά αυτά είναι η ευπιστία και η ευελπισία.

(Το ξέρω ότι στην ελληνική γλώσσα η λέξη «ευελπισία» θα μπορούσε να τεχνικά να υπάρχει ως σύνθετη του «ευ» και της «ελπίδας», αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει γιατί δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ. Όμως θα τη χρησιμοποιήσω καταχρηστικά, όπως έχει φαίνεται κάνει και ο Βιζυηνός πολύ πριν από μένα.

Αντιλαμβάνομαι τα δύο αυτά χαρακτηριστικά ως εξής (και αυτό επουδενί δεν είναι ορισμός, απλά τα μεταφέρω στο πλαίσιο της σκέψης μου): η ευπιστία είναι εκείνη η ιδιότητα του χαρακτήρα που κάνει έναν άνθρωπο να πείθεται εύκολα για κάτι για το οποίο δεν έχει χειροπιαστές αποδείξεις, ενώ η ευελπισία είναι εκείνη η ιδιότητα του χαρακτήρα που κάνει έναν άνθρωπο να ελπίζει σε κάτι καλό χωρίς να έχει χειροπιαστές αποδείξεις.

Προσοχή, η ευελπισία -στο μυαλό μου, εκεί δηλαδή όπου υφίσταται- δεν ταυτίζεται με την αισιοδοξία. Η αισιοδοξία είναι κι αυτή ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, όπου αυτός που το διαθέτει μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο ενστικτωδώς, από τη φύση του, ακόμη κι αν γνωρίζει ότι αυτό το καλύτερο μάλλον δε θα έρθει. Το κάνει αυτό, όχι από αφέλεια, αν και μπορεί και η αφέλεια να βοηθά σε αυτό καμιά φορά (μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι) αλλά επειδή διαθέτει μια έμφυτη ενέργεια που του επιτρέπει να επιλέγει να βλέπει τη θετική πτυχή των πραγμάτων, όχι επειδή αυτά είναι καθαυτά θετικά, αλλά επειδή ο ίδιος θα πράξει το θετικότερο δυνατό μέσα στην όποια κατάσταση βρεθεί να αντιμετωπίσει. Η αισιοδοξία είναι λιγάκι στάση ζωής, ενώ η ευελπισία είναι χαρακτηριστικό σαν την ευπιστία. Συμπαθάτε με για το word game, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου, απλώς προσπαθώ να θέσω τη βάση μιας σκέψης.

Η ευπιστία συνήθως χρησιμοποιείται με αρνητική χροιά για να περιγράψει κάποιον που εύκολα πέφτει θύμα κάποιας εξαπάτησης, επειδή ακριβώς πείθεται εύκολα. Η ευελπισία αποδίδει την ελπίδα για βελτίωση, για κάτι καλύτερο. Κι ενώ η ευπιστία μπορεί να είναι τόσο φυσικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό όσο και αποτέλεσμα ελλιπούς μόρφωσης και ενημέρωσης του ατόμου, η ευελπισία είναι νομίζω κάτι άλλο: είναι ανθρώπινη ανάγκη!

Αυτή η τελευταία παρατήρηση έχει ιδιαίτερη αξία. Ο άνθρωπος δεν ελπίζει από παραξενιά ή από ανοησία αλλά ελπίζει από ανάγκη. Έχει ανάγκη να γραπωθεί από κάποιες σταθερές για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του και να διάγει το βίο του. Είτε είναι επιστήμονας που βασίζεται στις αλήθειες της επιστήμης του, είτε είναι ένας απλός άνθρωπος που ανάβει κερί στην εκκλησία προσευχόμενος σε ένα ανώτερο ον, και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο άνθρωπος βρίσκει (ή εφευρίσκει) κάποια σταθερά σημεία, σαν μοχλούς ή τροχαλίες, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την καθημερινότητά του. Φυσικά, αυτή η ανάγκη δεν υπάρχει στην ίδια ένταση μέσα στον καθένα.

Όταν όμως αυτά τα δύο χαρακτηριστικά συνυπάρχουν το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ οδυνηρό για τον άνθρωπο. Όταν δηλαδή κάποιος είναι εύπιστος και διαθέτει και έντονη ευελπισία, αυτός ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος στόχος των επίδοξων εξαπατητών. Γιατί όχι μόνο μόνο πείθεται εύκολα αλλά έχει και ανάγκη για να πειστεί. Θέλει να πειστεί. Δε θέλει να αμφισβητήσει, δε θέλει να αμφιβάλλει και να κάνει δύσκολους υπολογισμούς και να κρίνει. Θέλει απλά να ελπίσει. Αν η ελπίδα του ευοδωθεί έχει καλώς. Αν πάλι όχι, έχει κάποιον άλλο να κατηγορήσει για το γεγονός ότι τον εξαπάτησε.

Το συνδυασμό αυτών των δύο χαρακτηριστικών τον βλέπω τριγύρω μου ιδιαίτερα τακτικά. Ανησυχητικά τακτικά, για να είμαι ειλικρινής. Μερικά απλά παραδείγματα είναι η θρησκεία, η πολιτική, η υγεία. Μπείτε στο μυαλό του ανθρώπου που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά και κοιτάξτε: Ένας εύπιστος άνθρωπος, με έντονη την ανάγκη να δει κάτι καλύτερο να συμβαίνει, που είναι προετοιμασμένος να πιστέψει σε θεούς, δαίμονες, κληρονομικά χαρίσματα, σε πολιτικούς και τοπικούς άρχοντες που υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια, σε ξεματιάσματα, θαυματουργές μεθόδους θεραπείας, κοκ.

Μέσα στο μυαλό αυτού του ανθρώπου η πίστη σε αυτό που τον εξαπατά είναι μια αχτίδα φωτός. Είναι μια ελπίδα την οποία έχει τεράστια ανάγκη και, ελλείψει πνεύματος αμφισβήτησης, κριτικής ικανότητας και σε συνδυασμό με ένα λιγάκι βραχύ μνημονικό που δε μετατρέπει την εμπειρία σε γνώση, είναι μια ελπίδα στην οποία θέλει τόσο πολύ να στηριχτεί. Θέλει τόσο πολύ να πιστέψει σε αυτήν. Είναι το Μωλντεριανό σύμπλεγμα (τα πνευματικά δικαιώματα του όρου μου ανήκουν ολοκληρωτικά). Σαν το Μώλντερ, των X-Files, θέλει να πιστέψει!

Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται γύρω μας νομίζω σε συντριπτική πλειοψηφία. Στελεχώνει εταιρείες, εφορείες, τράπεζες, ταχυδρομεία, σχολεία, νοσοκομεία. Ψηφίζει, παίρνει αποφάσεις. Ίσως κι εγώ είμαι ένας τέτοιος. Δεν υπάρχει τρόπος να το διαπιστώσω. Αυτός είναι ο μέσος άνθρωπος, ο μέσος Έλληνας, ένας Μώλντερ.

Του-ρούτου-του-τουτούουου 🎶🎵

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
8 Σεπτέμβριος, 2016

Σήμερα, ο8 Σεπτεμβρίου 2016 συνέβησαν τα εξής δύο:

1. Ο γκαζιλεκατομμυριούχος και γνωστός για την τελειότητά του άνθρωπος Αρτέμης Σώρρας, καταφέρθηκε εναντίον της ίδιας της ιδέας της Παραολυμπιάδας, επισημαίνοντας, εν μέσω άλλων,  ότι «τα υβρίδια και όλα αυτά τα ζώα φτιάχνουν τον πλανήτη των αναπήρων».

2. Η Παραολυμπιονικής του 1984 Marcia Malsar, μεταφέρει παραπαίοντας και βοηθούμενη από ειδικό μπαστούνι την Ολυμπιακή φλόγα στην τελετή έναρξης των Παραολυμπιακών του Ρίο, όπου γλιστράει και πέφτει. Σηκώνεται μόνη της, χαμογελά και το Μαρακανά σείεται.

Και σκατά στον τάφο τύπων σαν τον Σώρρα.

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
21 Αύγουστος, 2016

[[ Διάβασε την Πράξη Α’ ]]

13925225_10209468661727546_1049728170992955406_n

Παιδάκια (ξ)απλωμένα ανά τρία καθίσματα. Τα πληγωμένα από τα αδίστακτα κουνούπια-τίγρεις του ελληνικού θέρους κορμάκια τους καταλαμβάνουν έκαστο ικανό χώρο, όπου θα μπορούσαν άνετα να καθίσουν ως και 3 ενήλικοι άντρες. Χαλάλι όμως, φαίνεται να το αξίζουν. Τα παιδάκια του μαλάκα αμαρτίαν ουκ έχουσι. Οι γονέοι όμως έχουσι και αμαρτίαν και κάποιου είδους κάλο στον εγκέφαλο. Θεωρούν τη νοητική τους υστέρηση κάτι το φυσιολογικό και καταπιέζουν κάθε έστω και δυνητικά θετική απόκλιση των απογόνων τους προς κάτι καλύτερο ως κάτι αφύσικο κι ανεπιθύμητο. Για να μάθουν κι αυτά από μικρά. Να ορμάνε και να αρπάζουν αυτό που τους ανήκει κι έπειτα να γραπώνονται σε αυτό για πάντα.

Ο μαλάκας πατέρας, λίγο πιο δίπλα, δεν κουνιέται ρούπι. Είναι καθισμένος στην άκρη της γειτονιάς του πλοίου που έχει οριοθετήσει. Πιθανώς να έχει κατουρήσει την περίμετρό της κιόλας. Ο ίδιος πιάνει άλλα τέσσερα καθίσματα χωρίς να είναι ξαπλωμένος. Κάνει τον αδιάφορο, δε συμβαίνει τίποτα. Ας μην τον κοιτάξει κανείς για πάνω από τρία συνεχόμενα δευτερόλεπτα. Ας μην καταλάβει κανείς το μεγάλο του κόλπο. Οι θέσεις δίπλα του στην πραγματικότητα είναι ελεύθερες, όμως τις έχει κατοχυρώσει αυτός ύπουλα μα και αποτελεσματικά. Έχει τοποθετήσει τσάντες με τσιπς, δρακουλίνια και τοστάκια, λυμένα σταυρόλεξα, μπιμπιμπό και αυτοκινητάκια ανά 15 εκατοστά, προς όλες τις κατευθύνσεις, έτσι ώστε ο χώρος να θυμίζει παρέα που πετάχτηκε για λίγο έξω να πάρει αέρα και θα επιστρέψει όπου να ‘ναι.

(Έχει σκεφτεί το σενάριο να στήσει μια μισοπαιγμένη παρτίδα τάβλι ή χαρτιών, για να πείσει για την ύπαρξη της φανταστικής παρέας, που μάταια όλοι θα περιμένουν να επιστρέψει. Είναι όμως ριψοκίνδυνο και δεν το έχει τελειοποιήσει ακόμα. Η παρέα οφείλει να εμφανίζεται πού και πού ώστε να αποδεικνύει την ύπαρξή της. Επιπλέον το σχέδιο απαιτεί και έξτρα υλικά, αλλά αυτό δεν τον τρομάζει. Είναι εφευρετικός αυτός. Του χρόνου ίσως. Ίσως με κέρινα ομοιώματα ή φουσκωτές κούκλες.)

Εντωμεταξύ, μπορεί να απλώσει τις υπέροχες, ελληνικές αρίδες του λίγο πιο πολύ από τους άλλους μισητούς συνταξιδιώτες του, αυτούς που επιμένουν να τον ακολουθούν όπου κι αν βρεθεί, αυτούς που θέλουν να κάθονται στην ίδια γενικότερη περιφέρεια με αυτόν, αυτούς που θέλουν να μοιράζονται μαζί του την ίδια παραλία, την ίδια ταβέρνα, το ίδιο πάρκινγκ, το ίδιο νησί, την ίδια πόλη, την ίδια χώρα. Μα γιατί δεν τον αφήνουν επιτέλους μόνο του να ζήσει ήσυχος στη χώρα του; Δε θα πάρει απάντηση ποτέ. Η αδικία όλου του κόσμου τον πνίγει.

Κάποια στιγμή αποκαμωμένος, λυγίζει ακόμη κι αυτός ο δόλιος μαλάκας. Γύρω στα 5 καθίσματα δεν του φτάνουν για να απλώσει την κορμάρα του σαν τον τραχανά. Κι είναι σκληρά αυτά τα καθίσματα του πλοίου και καθόλου εργονομικά κατασκευασμένα. Η στοργική γυναίκα-μάνα τον σκεπάζει με μια πετσέτα θαλάσσης πιο βρώμικη κι από τις πατούσες του. Το αιρκοντίσιον είναι δυνατό (όπως πρέπει σε ρωμαίικο ποστάλι). Δε θέλει η κολώνα του σπιτιού της να της κρυολογήσει. Ρίχνει μια κλεφτή ματιά αποδοκιμασίας στην πλέμπα που καταλαμβάνει τόσο άγαρμπα τα πατώματα και τις σκάλες του πλοίου. Λίγο πιο πέρα δύο όντα από το πλήρωμα του πλοίου συζητούν αδιάφορα και καπνίζουν, μισοί μέσα και μισοί έξω από το σαλόνι των επιβατών. Ο καπνός τους όλος μέσα. Ακόμη μια συνηθισμένη μέρα. Όλα καλά, καθημερινά.

Έχουν περάσει διακοπές κουφέτο. Κάθε μέρα έκαναν κατάληψη στην ίδια παραλία, έτρωγαν στην ίδια ταβέρνα διαφορετικά μπιφτέκια με πατάτες τηγανητές, τις οποίες απαθανάτιζαν στο κακόμοιρο το κινητό ή το τάμπλετ κι έπειτα ανέβαζαν σε Facebook, Instagram και Twitter. Οι σέλφις με τους διαδόχους έδιναν και έπαιρναν. Να, εδώ ο μπαμπάς με τον μικρό να μην κάνουν τίποτα στην παραλία, κι εκεί η μαμά με τη μικρή να λιώνουν άεργες στην ξαπλώστρα, μετά όλοι μαζί σε διαδοχικά ενσταντανέ απελπιστικής θερινής πλήξης.

Αλλά στο πλοίο ο μικρός και η μικρή βαριούνται πραγματικά. Όλες αυτές οι δημιουργικές δραστηριότητες που τους κρατούσαν απασχολημένους στις διακοπές τώρα τους λείπουν. Η ολίγων ιντσών, φλατ τηλεόραση του πλοίου, την οποία μπορείς οριακά να παρακολουθήσεις και μάξιμουμ υπό μηδέν γωνία -υπό κάθε άλλη ελάχιστα πλάγια γωνία απλά προσπαθείς να μαντέψεις ποια επανάληψη του Ζάχου Δόγκανου ή του Κωνσταντίνου και Ελένης παίζει τη στιγμή εκείνη (ή μήπως είναι το αειθαλές Ρετιρέ;) – αυτή την ώρα βασανίζεται με το λιγοστό σήμα που φτάνει μεσοπέλαγα. Ελάχιστες καταληπτές εικόνες περνούν ανάμεσα στα ηλεκτρομαγνητικά χιόνια, καθώς δύσμοιροι επιβάτες γυρνούν τα κανάλια πάνω κάτω, βρίσκοντας μόνο διαφημίσεις για αλόε βέρα για αιώνια ομορφιά, πόσιμο κολλαγόνο για πάσα νόσο και ασθένεια, των γηρατειών συμπεριλαμβανομένων, αλλά και Βελόπουλο ή Άδωνη να ξεπουλούν την πραμάτεια τους σε μοναδικές τιμές. Διόρθωση: καμία καταληπτή εικόνα.

Την ηρεμία σπάει ο εκκωφαντικός ήχος μηχανής μεγάλου κυβισμού που επιταχύνει σαν σε ράλι. Η τηλεόραση δεν έχει ήχο και μέσα στο σαλόνι των επιβατών είναι αδύνατον να έχει μπει μηχανή οποιουδήποτε κυβισμού. Δεν είναι μηχανή. Ο μικρός γιος του μαλάκα παίζει με τα αυτοκινητάκια και τα μηχανάκια του, μιμούμενος τους πραγματικούς τους θορύβους. Οι ήχοι που παράγει είναι κρυστάλλινοι και ρεαλιστικοί, τόσο που μηχανικοί ήχου του Χόλιγουντ ευχαρίστως θα ενδιαφέρονταν για τα δικαιώματα του μικρού από τώρα. «Σσστ», λέει ο μαλάκας, που υπερήφανα παίζει το ρόλο του. Ο μικρός μαζεύεται και ένα πηγαίο ταλέντο χαραμίζεται άδικα.

Τότε συμβαίνει κάτι εντελώς αναπάντεχο.

Έτερη παρέα τριών πλησιάζει το ζωτικό χώρο του μαλάκα. Δύο τρία ατυχή κουνήματα του πλοίου και τα στρατηγικά τοποθετημένα αντικείμενα που καθορίζουν την περιοχή δικαιοδοσίας του έχουν μετακινηθεί, δίνοντας την εντύπωση ότι υπάρχει λίγος ελεύθερος χώρος και για άλλους ανθρώπους! Οι βάρβαροι αιφνιδιαστικά κι ανερυθρίαστα τον ρωτούν αν μπορούν να καθίσουν. Ο μαλάκας βρίσκεται για μια στιγμή σε έκπληξη. Σε έκπληξη και απόγνωση. Η απόγνωση ακολουθείται από σιωπηλό πανικό. Πώς την έπαθε έτσι σαν πρωτάρης; Κοιτάζει δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να καταλάβει. Τα είχε όλα τόσο καλά σχεδιασμένα. Διατήρησε την επικράτειά του επί 3 συνεχόμενα διαφορετικά λιμάνια. Κατάφερε να κάνει κάνει την καρδιά του πέτρα, όταν καμώθηκε ότι δεν πρόσεξε την έγκυο που παραπατούσε ψάχνοντας για μια θέση. Γύρισε το κεφάλι του από την άλλη ηρωικά, με φόβο να τσακίσει το σβέρκο του όταν περνούσαν από μπροστά του εκείνο το ζευγάρι τρεκλιζόντων υπερηλίκων.

Και τώρα, τόσο απλά, από ένα ανόητο γύρισμα της τύχης ο χώρος του απειλείται. Κοιτάζει το κενό που έχει δημιουργηθεί αποσβολωμένος. Το κοιτάζει με φανερό εσωτερικό πόνο. Η στιγμή της απώλειας είναι οδυνηρή. Ο αποχωρισμός είναι αναπόφευκτος. Η αντίσταση είναι πλέον μάταια. Γυρίζει προς τους εισβολείς και γνέφει το πιο βαρύ κι αγελαδινό γνέψιμο της ζωής του. Τους επιτρέπει να κάτσουν! Μοιράζεται – αυτός! – το δικό του χώρο μαζί τους. Παραχωρεί ένα μέρος από τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Ξέρει τώρα πως νιώθει ένας πρόσφυγας μέσα στην ίδια του τη χώρα. Ξέρει πως νιώθει ένας που πληρώνει μια λίβρα από τη σάρκα του για ένα στιγμιαίο λάθος, για ένα ολίσθημα.

«Όχι, ρε μαλάκα μου», μονολογεί από μέσα του… και έχει απόλυτο δίκιο!

Έχει ηττηθεί. Τώρα πια σε αυτόν και την πολύτιμη οικογένειά του αναλογούν μόλις 1.5 θέσεις κατά άτομο. Τίποτα. Κι ας μην είναι καν ακόμα όλα τα μέλη της κανονικά άτομα. Γι αυτόν είναι άτομα ολοκληρωμένα κι αγαπημένα, που αξίζουν όλες τις ανέσεις και θέσεις του κόσμου, κι ας πάει αυτός ο κόσμος να κουρεύεται, ας βουλιάξει όλος αύριο μονοκόμματος. Μόνο αυτός να ναι καλά, η γυναικούλα του και τα παιδάκια του, με υγεία πάνω απ’ όλα, να τους έχει καλά η Παναγιά.

Το υπόλοιπο ταξίδι θα κυλήσει για το μαλάκα ανάμεσα στα όρια της κατάθλιψης και της κατατονίας. Είναι καταδικασμένος να κάθεται σε σχεδόν κανονική στάση πια. Χωρίς ξάπλα. Χωρίς άπλωμα των ποδιών. Σαν τους άλλους. Κι από πάνω είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τις συζητήσεις και τα γέλια των εισβολέων που τόλμησαν να βρεθούν δίπλα του και να καταχραστούν έτσι απρόκλητα την ανεκτικότητά του. Δε θα απολαύσει το υπόλοιπο ταξίδι. Δε θα τους χαμογελάσει ούτε μια φορά. Ακόμα και στην ερώτηση αν ξέρει πότε φτάνει το πλοίο στον προορισμό του, θα αποκριθεί ένα ξερό «όχι» και θα γυρίσει το κεφάλι του από την άλλη. Δε θα τους κάνει το χατήρι να συνδιαλεχθεί και μαζί τους. Είναι ένας περήφανος μαλάκας.

(Η ιστορία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα.)

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 2 Σχόλια
13 Αύγουστος, 2016

Με ελάχιστη τύχη κάθεσαι αρχικά κάπου κοντά του.

Ισχυρίζεται φωναχτά ότι τα γίδια «οι Ευρωπαίοι», αυτοί που κάνουνε ανακύκλωση ευλαβικά, «είναι κορόιδα», λέει, «γιατί τους εκμεταλλεύονται οι δήμοι τους», λέει «που τους βάζουνε και διαχωρίζουνε ένα-ένα τα σκουπίδια», λέει. «Και ότι θα έπρεπε να είναι δική τους δουλειά» -των δήμων ντε- «να κάνουν αυτό το διαχωρισμό». Δηλαδή, ο δήμος να μαζεύει τα σκουπίδια, γυαλιά, χαρτιά, πλαστικά ανακατεμένα με υπολείμματα γιαουρτιού στα όρια της τυροκόμησης, ζουμιά χωριάτικης σε διαδικασία σαπωνοποίησης και καμμένα λίπη που δεν αφαίρεσε στο Σβέλτο και να τα διαχωρίζει μεταξύ τους ωσάν αλχημιστής! Κορυφώνει λέγοντας «εγώ θα πλήρωνα για μια τέτοια υπηρεσία επιπλέον δημοτικά τέλη». Θα πλήρωνε! Ποιος; Αυτός ο «κίνημα δεν πληρώνω», ο «δεν κόβω απόδειξη, σου ‘χω κάνει ήδη καλύτερη τιμή και δεν το ξέρεις», ο «το κράτος μας κλέβει, θα το κλέψουμε κι εμείς». Αυτός ο μαλάκας ο Νεοέλληνας.

Μιας μαλακίας, βεβαίως, μύριες έπονται.

«Άκουσα», λέει, μιλώντας πιθανότατα για τις ειδήσεις του Star Channel, σε εκείνο το δεκάλεπτο λίγο πριν τα αφιερώματα στην έξαλλη νυχτερινή ζωή των ελληνικών νησιών και τον εντελώς αναπάντεχο καύσωνα, που ώθησε τους Αθηναίους απρόσμενα στις παραλίες και τις Αθηναίες στα brazilian [εικόνες, βίντεο, τα πάντα], «ότι στη Μυτιλήνη οι ΜΚΟ παίρνουν κάθε βδομάδα 100.000€»… παύση… γυρίζει προς το δεκάχρονο γιο του «πόσα ακούσαμε ότι παίρνουν ρε [όνομα δεκάχρονου γιου] ότι παίρνουν για κάθε πρόσφυγα» (ναι, ουάου, είπε πρόσφυγα, υπάρχει ελπίδα λες; ναι καλά!) «50€ την εβδομάδα;». Ο [δεκάχρονος γιος] αποκρίνεται με χαρά «50€ το μήνα», που συμπλήρωσε μια φορά το φωστήρα πατέρα! «Ε, 50€ το μήνα για κάθε πρόσφυγα», αναφωνεί δικαιωμένος! Και συνεχίζει «δηλαδή, μια τετραμελής οικογένεια προσφύγων παίρνει 200€ το μήνα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κανείς δεν το ξέρει» (τώρα αυτός πώς το ξέρει είναι άλλο θέμα). Ναι ρε μαλάκα, γαμώ την κωλοφαρδία τους, τους ρημάξανε τα σπίτια, διέσχισαν τη μισή μεσόγειο και όσοι δεν πνίγηκαν στη θάλασσα παίρνουν χαρτζιλίκι 50€ το μήνα.

Μαλακίας έπος ουκ έσται τέλος.

Λίγο πιο μετά διαβεβαιώνει κατηγορηματικά πως, βάσει στέρεων και διασταυρωμένων πληροφοριών, που οπωσδήποτε θα κυκλοφορούν στο γραφείο όπου ξύνεται ολημερίς, «υπάρχει κανονικό σχέδιο η Μυτιλήνη να γίνει νήσος Έλλις, να το ξέρετε» (η ατάκα συνοδεύεται από γούρλωμα ματιών τύπου αγελάδας, αργή περιστροφή τους προς καθέναν της παρέας προσωπικά και κατακόρυφη ταλάντευση φρυδιών με νόημα που δεν αφήνει χώρο για αμφισβήτηση) και τέλος «εκεί πια ξεχάστε τον τον τουρισμό». «Έχεις πάει Μυτιλήνη;» ρωτάει ένας άλλος. «Όχι απαντάει, αλλά, δεν ξέρω, από αυτά που έχω ακούσει δεν πρέπει να είναι και φοβερό νησί». «Εντάξει, έχει κάτι ωραία σημεία» του αντιπαραβάλουν. Εντάξει, το δέχεται!

Αυτός ο τύπος μεγαλώνει ένα άλλο μικρό Νεοέλληνα!

Η συζήτηση προχώρησε σε πιο ενδιαφέροντα ζητήματα, καθώς εξήγησαν στο [δεκάχρονο γιο] πώς δουλεύει ένα καλό αεροβόλο, ώστε να μη χάνει αέρα το χειμώνα και πού μπορείς να βρεις -ή να μη βρεις- καλή ψαριά άμα είσαι ντόπιος και ξέρεις, ενώ άμα δε ξέρεις, τι τα θες, πιάσε το πλέξιμο καλύτερα, οι αληθινοί οι άντρες σκοτώνουν ανθρωποφάγες μπεκάτσες και τσακίζουν αιμοδιψείς ροφούς. Επίσης, συζητήθηκαν ζητήματα βαρκάδας, ποδηλατάδας και άλλων θερινών δραστηριοτήτων, με δωρεάν συμβουλευτική για όλους τους επιβάτες του πλοίου, προς εντυπωσιασμό των δεκάχρονων και ανταγωνισμό των σαρανταπεντάχρονων για το ποιος τα κάνει πιο καλά και πολύωρα.

Και, ω, τι υπέροχη τύχη, η συζήτηση πήγε στην Κορακάκη.

«Οι δημοσιογράφοι», ξεφύσηξε φανερά αγανακτισμένος ο Νεοέλληνας, «τώρα τη θυμήθηκαν. Όπως και το μπάσκετ έγινε με το Γκάλη!» (στο μυαλό μου ο Μιθριδάτης πετάγεται πίσω από τον καναπέ στον κύρη του σπιτιού: «Μπάσκετ με το Γκάληηη!»). Αν γεμίσει από αύριο όλη η Ελλάδα σκοπευτήρια σε κάθε γειτονιά και πλατεία, τι να σας πω δε θα το χαρώ καθόλου, να το ξέρετε. Όχι ότι έχω κάτι με το σπορ, ούτε ότι δεν είμαι σούπερ υπερήφανος Έλλην τις τελευταίες ημέρες, αλλά δε βλέπω κάτι το αθλητικό ή ιδιαίτερα ευγενές κι ανώτερο σε όλο αυτό, συμπαθάτε με, όσο κι αν θεωρώ όλα τα αθλητικά ανδραγαθήματα εντυπωσιακά κι αποδεκτά. «Εμένα μου αρέσει και η ξιφασκία» λέει κορασίδα της παρέας και ο μέγας μαλάκας Νεοέλλην διορθώνει «εντάξει, τα αγόρια συνήθως παίζουν μπάλα και τα κορίτσια βόλλεϋ», ξεχνώντας και το Γκάλη και το Γιαννάκη και το Φιλίππου και τα άλλα παιδιά.

Οι κυρίες της παρέας, ενώ οι κύριοι πάνε για φρέντο εσπρέσσο.

Η μαλακία δεν είναι αντρικό προνόμιο, είναι πανανθρώπινη ιδιότητα που διέπει όλο το είδος, άνδρες, γυναίκες, L, G, B, T, κλπ. Οι κυρίες της παρέας ανέλυσαν τα ευεργετικά αποτελέσματα του βελονισμού, καθώς και τη θεραπεία με βδέλλες (διάολε, στ’ αλήθεια αυτό το πράγμα μοιάζει να υπάρχει!) καθώς και με τσιμπήματα μελισσών (πιάνει άραγε μόνο με μέλισσες η θεραπεία ή και με σφήκες, κόμπρες, σκορπιούς, κλπ;). Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για θεραπείες όπου σιχαίνεσαι τόσο την ύπαρξή σου και μόνο που τις κάνεις, ώστε ξεχνάς κάθε άλλο πόνο και ασθένεια. Η μέθοδος είναι αλάνθαστη και οι κυρίες το επιβεβαιώνουν. Επιπλέον 29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν Σκιπ, αυτοί ξέρουν. Τέλος, πίνοντας -και όχι βουτώντας,προσοχή, αλλιώς θα τον είχαμε εξαλείψει- λάδι ελιάς φεύγει ο καρκίνος και με δυο καλά ξεματιάσματα σε νύχτα με πανσέληνο από παρθένα κόρη εξαφανίζονται οι αιμορροΐδες. Τι; Το δοκίμασες και δεν έπιασε; Χα! Δε θα ήταν παρθένα η κόρη.

Το κόλπο με το δεκάρικο και τη γυμνή.

Δεν ξέρω γιατί το θυμήθηκα αυτό τώρα. Ίσως γιατί συμπυκνώνει υπέροχα το νεοελληνικό χιούμορ και την 80s βλακεία μας σε εκείνο το άκρο, που είναι τόσο κακό που μπορεί να είναι και καλό (αλλά μπορεί και να μην είναι). Είναι σαν τη γη σφαιρικό αυτό το χιούμορ. Πας προς το κακό άκρο, πας, πας, πας και στο τέλος φτάνεις στο καλό άκρο και εκεί τα όρια είναι δυσδιάκριτα, μπορεί πλέον να είναι και καλό. Πώς πάει το κόλπο αυτό λοιπόν: λες σε έναν δύστυχο φίλο σου να βγάλει ένα κέρμα. Στην παλιά Ελλάδα αυτό δούλευε καλά με ένα δεκάρικο, αλλά και εικοσάρικο έκανε. Το τρίβεις καλά-καλά ξέρω γω, το παίζεις λίγο μάγος και του λες να το γυρίσει από την ανάποδη (λες και έχει και καλή). Του λες να ψάξει να βρει εκεί μια γυμνή γυναίκα. Αυτός, αν είναι όσο στόκος περιμένεις ή έστω αγαθός ή απροετοίμαστος και πάει με τα νερά σου, ψάχνει λίγο και βέβαια δε βρίσκει τίποτα. Εσύ μετά του λες «σιγά, ρε μαλάκα, με ένα δεκάρικο θες να δεις και τσόντα;». Έπειτα γελάς καγχάζοντας, ενώ αυτός κοιτάει απορημένος, καθώς αναρωτιέται ποιος από τους δυο σας είναι ο πραγματικός μαλάκας. Αργότερα βρίσκεις άλλο μαλάκα και επαναλαμβάνεις τη διαδικασία. Μην ανησυχείς, δε θα βαρεθείς, υπάρχουν πολλοί.

Για την ιστορία: το κόλπο με το δεκάρικο δεν έλαβε χώρα στο πλοίο, το φαντάστηκα όλο 100%.

Καταλαβαίνεις πάντως το σατανικό χιούμορ που κρύβεται υποδόρια κάτω από το φοβερό και τρομερό αυτό τρυκ. Το κάνεις με ένα κέρμα μικρής αξίας! Εεε, το πιάνεις ή όχι ακόμα; Γιατί, αν το έκανες πχ με ένα πεντοχίλιαρο, δε θα μπορούσες να του πεις μετά του αλλουνού του χαϊβανιού ότι «με ένα πεντοχίλιαρο θες να δεις και τσόντα;» γιατί θα δικαιολογείτο και κι αυτός να σε αντικρούσει ότι «ε, ναι, ρε φίλε, κοτζάμ πεντοχίλιαρο έδωσα» και θα ‘χε και δίκιο. Καταλαβαίνεις τώρα. Ασύλληπτο κι αλάνθαστο.

Μόνη σωτηρία σου πια το λιμάνι.

Καθώς η συζήτηση παραδίπλα είναι σε φάση «τάβλι παλιά παίζαμε, τώρα έχουμε κολλήσει με τη μπιρίμπα… σκάκι, μπα όχι.» (άκου εκεί σκάκι, τι είναι, τίποτα βλαμμένοι;) αναρωτιέσαι πόσο τυχερός είσαι που αυτή τη φορά δεν έκατσε πάλι δίπλα σου ο άλλος ο πατέρας, αυτός που για να ησυχάσει το παιδάκι του του έβαλε στο τάμπλετ ίσαμε 20 φορές εκείνο το εξαιρετικό απόσπασμα επιθεώρησης του Σεφερλή, όπου ξεφτιλίζει με κάθε τρόπο που βάζει ο νους νάνους, γυναίκες-καθαρίστριες, γκέι-αδελφές, αλβανούς-εργάτες και λοιπούς ανεπιθύμητους της φυσιολογικής μας κοινωνίας. Η μόνη σωτηρία σου είναι το λιμάνι. Να κατέβεις ή να κατέβει αυτός και η παρέα του. Να γλιτώσεις έστω και για λίγο από την απύθμενη μαλακία του. Φυσικά, κατά πάσα πιθανότητα θα τον συναντήσεις ξανά, στην παραλία του νησιού, σε μια από τις ταβέρνες, στο φούρνο. Αν είσαι κάργα άτυχος μπορεί να μένει και κάπου κοντά σου ή στο ίδιο σύμπλεγμα ενοικιαζομένων με αλουμινένια παντζούρια. Όταν τον πετυχαίνεις κάπου έξω, ο λαιμός σου θα δένεται κόμπος αλλά θα ανεβοκατεβαίνει για να γνέψει το κεφάλι σου ένα «γεια» προς το φιλαράκο που έκανες θέλοντας και μη στο καράβι. Με αυτές τις σκέψεις πας να πάρεις το αυτοκίνητό σου στη βρωμερή από την κλεισούρα και τις αναθυμιάσεις μηχανών πλοίου και εξατμίσεων υπόγα του πλοίου. Όπου ο αθεόφοβος… ανάβει και τσιγάρο.

Διαπιστώνω με ανακούφιση ότι όσοι με κοιτούν επίμονα
τόση ώρα κοιτούν την τηλεόραση πάνω από το κεφάλι μου.

[[ Διάβασε την Πράξη Β’ ]]

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, ήμουν εκεί, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | 1 σχόλιο
10 Αύγουστος, 2016

Upd: γέρικο το μυαλό, έμπλεξε λίγο τις ημερομηνίες, τα υπόλοιπα γεγονότα όμως είναι αρκετά αληθή και ακριβή. Πάντως η Βούλα Πατουλίδου το χρυσό το πήρε πράγματι το καλοκαίρι του 1992 στην

(Προειδοποιώ ακολουθεί μια πολύ προσωπική ιστορία.)

Καρύδι beach, ευχαριστώ halkidiki.com

Καρύδι beach, ευχαριστώ halkidiki.com

Είναι 1988, καλοκαίρι κάργα, ΠΑΣΟΚ φουλ, Αύγουστος σαν και τώρα, καλή ώρα, με Ολυμπιακούς αγώνες στο παγκόσμιο προσκήνιο, σαν και τώρα, καλή ώρα, αλλά στη Σεούλ της Ν. Κορέας αυτή τη φορά. Είμαι μόλις 9 ετών και βρίσκομαι με τους γονείς για οικογενειακές διακοπές στην εξωτική Βουρβουρού της Χαλκιδικής. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα στο καταγάλανο Καρύδι. Όχι, σαν τη Χαλκιδική δεν είχε από τότε.

Είναι η εποχή που , όπως την ανακαλεί ολίγο ανακατεμένη πλέον το ενήλικο μυαλό μου, είναι γεμάτη ζέστη, τζιτζίκια, πράσινα και γαλάζια σημαιάκια, πολύ μπάλα κι ακόμα πιο πολύ μπάσκετ, μια εποχή όπου οι γονείς μπορούν να παίρνουν τα παιδιά τους και να πηγαίνουν 15 μέρες διακοπές μέσα στον πράσινο σκαραβαίο σχετικά άνετα. Δε μιλάμε για μεγάλη πολυτέλεια αλλά για μια «υπαρκτή» άνεση, δόξα στα πακέτα τα Ντελόρ.

Ένα υγρό μεσημέρι εκείνου του Αυγούστου η μισοχαλασμένη τηλεόραση του ενοικιαζόμενου όπου μέναμε, πάντα με ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες, να μπαίνει αέρας, χωρίς να φοβόμαστε για άλλους εισβολείς πέρα από τις μύγες και τα κουνούπια και όπου η μαμά, για να μην τρώμε κάθε μέρα μπριζόλες στις ταβέρνες, μαγείρευε από μακαρόνια με κιμά μέχρι κανονικά γεμιστά, ρε φίλε, τραντάζεται -η τηλεόραση, όχι η μαμά- με ένα συνταρακτικό νέο.

Η Βούλα η Πατουλίδου, η Ελληνίδα δρομέας, είναι πρώτη στον τελικό των 100 μέτρων μετ’ εμποδίων. Πρώτη. Γυναίκα. Ελληνίδα. Ολυμπιονίκης! Μικροί-μεγάλοι, μην πω περισσότερο οι μικροί, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του επιτεύγματος έκπληκτοι και συγκινημένοι. Πέρυσι πανευρωπαϊκό στο μπάσκετ με το Γκάλη και το Γιαννάκη και τώρα αυτό. Δε μπορεί να είναι τυχαίο, κάτι επιτέλους αλλάζει προς το καλύτερο.

Εκτός από την ασπρόμαυρη τηλεόραση του ενοικιαζόμενου, τραντάζεται και ολόκληρο το πανελλήνιο. Περηφάνια και συγκίνηση μαζί. Όλο το έθνος συσσωρεύεται πίσω από την κοπελιά που ήρθε πρώτη στον κόσμο και υψώνεται μαζί της στο βάθρο. Φωνάζει μαζί της δακρυσμένο το έθνος «για την Ελλάδα, ρε γαμώτο». Ναι! Ψυχική ανάταση. Ελπίδα. Μπορούμε να κάνουμε τόσα πολλά αν προσπαθήσουμε. Μπορούμε να πάρουμε κι άλλα πακέτα του Ντελόρ. Μπορούμε να κάνουμε κι Ολυμπιάδα 1996. Διάολε, ναι θα την κάνουμε κι αυτήν.

Σήμερα, για άλλη μια φορά, αλλά τώρα μέσα σε πολύ διαφορετικό κλίμα πολιτικά και οικονομικά και με πολλές αυταπάτες να έχουν καταρρεύσει, συσσωρευόμαστε πίσω από μια άλλη κοπέλα, πρώτη στη σκοποβολή, την Άννα Κορακάκη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται κι εγώ απλώς την παρατηρώ. Η καλοκαιρινή ζέστη μου φέρνει αυτόματα στο μυαλό την πρωτιά της Βούλας Πατουλίδου όταν ήμουν 9. Κοντεύω 39 και μας παρατηρώ καθώς κρυβόμαστε πίσω από ανθρώπους λαμπερούς που μας κάνουν περήφανους.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, ήμουν εκεί, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
4 Ιούλιος, 2016

Δεν είναι δα και εύκολο.

Πρέπει, καταρχάς, να μην έχεις ιδέα για την αγορά και για τις τιμές της. Εντάξει, οι τιμές της αγοράς των ιστοσελίδων κυμαίνονται απίστευτα αλλά το ίδιο απίστευτα κυμαίνονται και οι προδιαγραφές τους. Αν πχ θες μια ιστοσελίδα να έχει custom design, μάλιστα με 3 σχεδιαστικές εκδοχές, και να είναι και πολυγλωσσική και να υποστηρίζει και full-text-search, ε, τότε κάπως οφείλεις να γνωρίζεις ότι ο προϋπολογισμός των 2000€ -μαζί με το ΦΠΑ, το 24%- είναι κομματάκι λιγοστός.

Ακόμη, χρήσιμο είναι να μην ξέρεις θα θα πει «full text search«. Αν πραγματικά ζητάς έργο με full-text-search στα επίπεδα των 2000€, τότε είτε έχεις κάνει λάθος, είτε δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Full-text-search δε σημαίνει γράφω στην αναζήτηση «διαγωνισμός» και μου έρχονται αποτελέσματα που περιέχουν κυριολεκτικά τη λέξη «διαγωνισμός». Σημαίνει έναν έξυπνο αλγόριθμο που έχει αναλύσει ποιοτικά τα κείμενά σου και βγάζει σύνθετα συμπεράσματα για το τι ζητάς. (Να, όπως η Google. Εντάξει, όχι τόσο έξυπνα και όχι τόσο σύνθετα, όπως η Google, αλλά σε αυτή τη λογική.)

Τέλος. αγνοείς πλήρως την εποχή σου και δεν κάνεις καμία αναφορά σε κινητές συσκευές, αυτό το ρημάδι το responsive που έχει μάθει πλέον και η κουτσή-Μαρία. Μάλιστα, όχι μόνο δεν το θέτεις ως προδιαγραφή αλλά, αντιθέτως, θέτεις ως προδιαγραφή η νέα σου ιστοσελίδα να υποστηρίζει flash animations! ΟΚ, το έκανες το copy-paste από άλλο διαγωνισμό, αλλά χάθηκε ο κόσμος να είναι ένας διαγωνισμός αυτής της δεκαετίας;

Πώς να στο πω, αλλά για μια υποτυπωδώς σοβαρή εταιρεία, με πάνω από μισό άτομο προσωπικό, με γραφεία και καρέκλες, με φως/νερό/καφέ/τηλέφωνο, άντε και μια τουαλέτα, και χωρίς ούτε να συζητώ καν αν κάνει καλή δουλειά ή όχι, απλά υπάρχοντας εκεί έξω, το να μπει και μόνο στη διαδικασία να κάνει όλη τη χαρτούρα για να συμμετάσχει στο διαγωνισμό σου, με την ελπίδα να πληρωθεί αρκετούς μήνες μετά, είναι τόσο μα τόσο ασύμφορο που μάλλον θα είναι ήδη απελπισμένη ή θα αναζητά τη σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι και θα τη στείλει στη Βουλγαρία ή την Κύπρο.

Εύ γε ΚΕΜΕΑ, έκανες ένα γαμάτο διαγωνισμό για τη νέα σου ιστοσελίδα!

Δηλώνω υπεύθυνα ότι «δεν έχω καταδικασθεί µε αµετάκλητη απόφαση για κάποιο αδίκηµα από τα αδικήµατα της παρ. 1 του άρθρου 43 του ΠΔ 60/2007″ και ότι » «δεν τελώ σε πτώχευση» ή «σε διαδικασία κήρυξης πτώχευσης» (ακόμη).

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, διαδίκτυο, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
5 Δεκέμβριος, 2015

«Πρόκειται για μείζον πολιτικό ζήτημα που δε μπορούμε να αφήσουμε στα χέρια της τεχνολογίας» δήλωσε σήμερα ο Βαγγέλης ο Μεϊμαράκης, αναφερόμενος στις εκλογές της Νέας Δημοκρατίας. Ουσιαστικά πράγματι πρόκειται για μείζον πολιτικό ζήτημα, μην κοιτάτε που έχει υποτιμηθεί σε στόχο για χίλιες μύριες ειρωνείες. Αλλά, κύριε Μεϊμαράκη, δε σας επιτρέπω.

Δε σας επιτρέπω να πιάνετε στο στόμα σας την τεχνολογία και να κρίνετε αν είναι ικανή να διαχειριστεί και να φέρει εις πέρας ένα τόσο «μείζον», όπως λέτε, πολιτικό ζήτημα. Γιατί η τεχνολογία είναι ικανότατη, κύριε Μεϊμαράκη, εσείς δεν είστε ικανοί. Ούτε να την καταλάβετε ούτε να την αξιοποιήσετε. Αλίμονο αν τα μείζονα ζητήματα τα αφήναμε στην ανθρώπινη κρίση της στιγμής, στην κρίση και την ικανότητα ανθρώπων όπως εσείς και αυτοί που εκπροσωπείτε.

Αλίμονο αν σταματούσαμε να εμπιστευόμαστε την τεχνολογία και τις διαδικασίες της. Να σταματούσαμε να εμπιστευόμαστε τις ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές, την πλοήγηση μέσω GPS σε αεροπλάνα, πλοία και διαστημόπλοια, τις ηλεκτρονικές εκλογές, την τηλεϊατρική, την επιστήμη, βρε παιδί μου. Να βάζαμε ξεματιάστρες και χαρτορίχτρες να μας κάνουν αξιόπιστες εκλογές, να προσλαμβάναμε αστρολόγους να συλλέγουν αποδείξεις και πνευματιστές να εισπράττουν φόρους. Αλίμονο!

Αυτό που είπατε σήμερα, αγαπητέ μου κύριε Μεϊμαράκη, είναι το απαύγασμα, η πεμπτουσία, η αποκρυστάλλωση της τεχνοφοβίας σε δυο λέξεις. Μπορεί να σας ξεγλίστρησε η φράση αλλά περάσατε ένα πολύ λάθος μήνυμα και δικαιώσατε το -μέχρι τώρα απλά χιουμοριστικό- εξής τρολάρισμα:

meimarakhs-sygxwra-me-pou-den-katalabainw

Μακάρι να ‘ξερα ποιος το σκέφτηκε πρώτος να του δώκω τα credits του.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, γενικά, δε βαριέσαι, διαδίκτυο, πολιτικά, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
23 Νοέμβριος, 2015

Στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών παρουσιάζεται αυτές τις μέρες η έκθεση Digital Revolution με γενικό θέμα την εξέλιξη των ψηφιακών τεχνολογιών. Να πάτε να τη δείτε, είναι ωραία. Με κέρδισε εύκολα το πρώτο τμήμα της, αυτό με τον τίτλο Digital Archaeology: Pong, Mario, Altair, Apple II, NEXT. Ιδού:

pong next8 next6 next4 next3 next2 next1 mario2 mario1 macintosh fairlight-CMI2 fairlight-CMI1 apple-II altair-8800

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, διαδίκτυο, ήμουν εκεί, τεχνολογία | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
16 Αύγουστος, 2015

Ανήμερα 15αύγουστος. Επιστροφή από την Πετάλη, δυσπρόσιτη μα κρυστάλλινη παραλία στην κεντρική, ανατολική Εύβοια. Ο μισός δρόμος χώμα. Το μισό μέσα στο αμάξι. Το άλλο μισό πάνω του. Σχεδόν χαμένοι στα βουνά, σταματάμε σε ερημικό ξωκκλήσι. Ερημικό συνήθως, γιατί τώρα εκεί 20 άνθρωποι κάνουν πανηγύρι. Προφανώς το ξωκκλήσι είναι κάποια από τις χιλιάδες «Παναγίες». «- Πώς πάμε για Κύμη;«, ρωτάμε με κατεβασμένο παράθυρο. «- Κατέβα να το αναλύσουμε«, λέει κάποιος. Δεν το πιάνω με την πρώτη. «- Προς Κύμη θέλουμε να πάμε«, φωνάζουμε. «- Κατέβα να σου βάλουμε μια παγωμένη και να το αναλύσουμε«, επαναλαμβάνει.

Κατεβαίνουμε.

Κερνάνε παγωμένη μπύρα, μας εύχονται, τους ευχόμαστε, γελάμε και γελάνε.

Μας δείχνουν το δρόμο. Το αναλύουμε.

Με τι όρεξη, με τι διάθεση και τι κουράγιο πήραν τα βουνά, μέσα στο λιοπύρι, μέρες πριν να ασπροβάψουν το ξωκκλήσι, μετά να το λειτουργήσουν και να στήσουν το γλέντι στην αυλή του με κάνει να απορώ και να θαυμάζω. Θρήσκος ουδόλως είμαι, αλλά την ομορφιά έχω μάτια και τη βλέπω. Λίγο από αυτό το μεράκι και αυτή την αποφασιστικότητα να είχαμε στην καθημερινότητά μας, ετούτη η χώρα ίσως να προόδευε λιγάκι παραπάνω. Πού κρύβεται αυτό το μεράκι; Πού το καταπιέζουμε;

Το ξέρω ότι απλουστεύω τα πράγματα. Αλλά… κατέβα να το αναλύσουμε λίγο.

DSC_0604DSC_0550 DSC_0544 DSC_0541

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια