16 Νοεμβρίου, 2017

Μέρες που είναι, 17 Νοέμβρη, ζεσταμένοι από την πρόσφατη δημόσια συζήτηση για την προσωρινή άδεια αποφυλάκισης του Κουφοντίνα της πάλαι ποτέ 17Ν, για 7η χρονιά σε οικονομική ύφεση, ακόμη εντός μνημονίων και υπό την κυβέρνηση μιας «πρώτης φοράς αριστερά», που μόλις φορτώθηκε και μια πολύνεκρη φυσική καταστροφή (Μάνδρα), είναι αναμενόμενο να αναζωπυρωθεί και η συζήτηση για τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Υπήρξαν νεκροί στο Πολυτεχνείο; Η απάντησή μου είναι ότι δεν ξέρω από πρώτο χέρι, αλλά θα ανατρέξω σε αυτά που γράφονται. Είναι κάπως εντυπωσιακό το γεγονός ότι αυτά που γράφονται συμφωνούν μεταξύ τους. Οι διαφωνίες είτε είναι τόσο μικρές, που σε κάνει να απορείς γιατί το θέμα συζητιέται τόσο και με τόση εριστικότητα, είτε είναι τόσο φορτισμένες με πολιτικό πρόσημο που εύκολα τις φιλτράρεις.

Οι πηγές δείχνουν να συμφωνούν ότι α) μέσα στο Πολυτεχνείο κατά τη διάρκεια της κατάληψης ή την έφοδο των τανκς δεν υπήρξε κάποιος νεκρός β) η βίαιη είσοδος των τανκς συνέβη γ) υπάρχουν 24 διαπιστωμένοι νεκροί που προέκυψαν από την επέμβαση στρατού και αστυνομίας στη γύρω περιοχή του Πολυτεχνείου κατά τη διάρκεια των γεγονότων γ) αναφέρονται 16 αγνώστων στοιχείων νεκροί και ε) υπάρχουν 1103 διαπιστωμένοι τραυματίες.

Οι πηγές λοιπόν (Wikipedia με τις σχετικές παραπομπές, το πόρισμα βασιλόφρονος εισαγγελέα Τσεβά το 1974, τ0 Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, κλπ) συμφωνούν πάνω-κάτω στα παραπάνω νούμερα. Το ίδιο το καθεστώς στις 19/11/1973, δυο μέρες μετά, παραδέχεται έναν πρώτο αριθμό 11 νεκρών. Αυτός ο αριθμός δεν αποδεικνύει την αλήθεια των 24 νεκρών, αλλά αποτελεί σαφώς θετική ένδειξη. Από την άλλη, η απέναντι πλευρά δεν κάνει άλλους πιο υπερβολικούς ισχυρισμούς ισχυρισμούς για τους νεκρούς αυτούς, αν δει κανείς πχ τον αριθμό του προσκλητηρίου των νεκρών στη ιστοσελίδα του Ριζοσπάστη (88 νεκροί για όλη την περίοδο της χούντας).

Επομένως, εδώ έχουμε μια κατασκευασμένη διαφωνία με σκοπό προφανή και μικροπολιτικό. Οι νεκροί και οι τραυματίες υπάρχουν. Δεν προέκυψαν από την ίδια την είσοδο των τανκς αλλά η βίαιη είσοδος των τανκς είναι κάτι που συνέβη. Βέβαια, οι νεκροί και οι τραυματίες προέκυψαν από τα ευρύτερα γεγονότα στην περιοχή του Πολυτεχνείου και τις δυνάμεις που στάλθηκαν στην περιοχή. Πρακτικά δεν υπάρχει καν ιστορική διαφωνία σε αυτό το θέμα.

Η μόνη διαφωνία βρίσκεται στην προσπάθεια της αριστεράς να αναδείξει και να δραματοποιήσει επιπλέον το γεγονός, αναφερόμενη με το γενικό όρο «νεκροί του Πολυτεχνείου» και η προσπάθεια της δεξιάς να μειώσει το γεγονός επισημαίνοντας αυτή την υπερβολή της αριστεράς. Τι θα άλλαζε δηλαδή αν έστω και ένας φοιτητής είχε πράγματι πατηθεί από τα τανκς; Δεν είναι αρκετά νεκροί και θύματα της βίας οι άλλοι που έχασαν τη ζωή τους από κακοποίηση, σφαίρες ή τα δακρυγόνα τριγύρω από το Πολυτεχνείο; Θα έπρεπε να είναι είτε όλοι ήρωες και αγωνιστές (αριστερή υπερβολή) ή απλοί τυχαίοι περαστικοί (δεξιά υπερβολή);

Αν η ιστορική έρευνα μπορέσει να αποδώσει κάποια άλλα αποτελέσματα, διαφορετικά από αυτά που παραθέτω παραπάνω, ασφαλώς ας το κάνει, καθαρά και απαλλαγμένη από πολιτικές φορτίσεις. Εφόσον όμως κάποια πράγματα μοιάζουν να μην είναι πρακτικά αντικείμενο ουσιαστικής διαφωνίας, γιατί να μην επικρατήσει εντωμεταξύ η ψυχραιμότερη άποψη, ότι έγινε μια εξέγερση, ενάντια σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και στα πλαίσια αυτής υπήρξαν τόσοι περίπου νεκροί και τραυματίες και τελοσπάντων να καταλήξουμε ότι σε κανέναν δεν αρέσουν οι χούντες, που είναι και το πιο σημαντικό και να τσακωθούμε για το τι είναι καλύτερο να κάνουμε σήμερα;

Γιατί πρέπει να επιμένουμε μονίμως στο διχασμό και όχι σε αυτά που μας ενώνουν;

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
11 Νοεμβρίου, 2017

Η υπέροχη ελληνική πραγματικότητα, που τόσες αφορμές για απογοήτευση αλλά και στιγμές ψυχικής ανάτασης μας έχει χαρίσει τα τελευταία χρόνια, μας έδωσε ακόμη μία, λιγάκι επική αυτή τη φορά, με τον «Κώστα» από το Δήμο Περιστερίου και το δημόσιο διαγωνισμό, που έφτασε να δημοσιευτεί στη Διαύγεια, έχοντας οι συντάκτες του ξεχάσει μέσα σχόλια ο ένας προς τον άλλον, τα οποία φανερώνουν ότι ο διαγωνισμός ήταν αυτό που λέμε «φωτογραφικός».

Το internet και τα social media πήραν αμέσως φωτιά, κυρίως για να αστειευτούν με το θέμα, να το σατιρίσουν, να το κοροϊδέψουν. Άλλωστε πρόκειται για κοινό μυστικό. Όλοι ξέρουμε ότι οι διαγωνισμοί στήνονται, ότι οι γιατροί παίρνουν φακελάκια, κλπ. Δε μπορεί βέβαια να αρνηθεί κανείς ότι υπήρχε και μια εγγενής φαιδρότητα στην υπόθεση, με την ατάκα «Κώστα, τις έχουν οι προμηθευτές που θέλουμε;». Ο Κώστας και αυτός που του μιλά θα πρέπει να εύχονται να ανοίξει η γη να τους καταπιεί. Ελπίζω, δηλαδή.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτή η πρακτική «στησίματος» διαγωνισμών είναι τόσο κοινή και συνηθισμένη, που η αποκάλυψή της δε συνιστά καν νέο. Είναι κωμικοτραγικό αλλά δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Εντύπωση προκαλεί μόνο ο τρόπος με τον οποίο έγινε η αποκάλυψη και το γεγονός ότι όλα πλέον βρίσκονται υπό το μεγεθυντικό φακό του internet και των social media.

Το στήσιμο όμως, δε χρησιμοποιείται μόνο για να δοθούν τα έργα στους «δικούς» μας ή, ακόμα πιο σωστά στους «συνεργάτες» μας. Μην ξεχνάμε ότι το στήσιμο συνοδεύεται συχνά και από μίζα και λάδωμα. Στις καλές δεκαετίες του ’90 και του ’00 οι εταιρείες που ζούσαν από δημόσια έργα περιλάμβαναν εξαρχής -υπογείως φυσικά- στο budget τους και την αμοιβή αυτού που συνεργαζόταν μαζί τους από την απέναντι πλευρά. Αυτό ήταν κοινό μυστικό και πάγια τακτική μιας διαστρεβλωμένης αγοράς, που οπωσδήποτε δεν εφευρέθηκε σήμερα και ούτε από την τρέχουσα κυβέρνηση.

Όμως υπάρχει και άλλη μια παράμετρος στη στρέβλωση, που την κάνει ακόμη πιο διεστραμμένη. Στις περιπτώσεις όπου κάποιο δημόσιο έργο ερχόταν σε δημόσιο διαγωνισμό με καθαρές και τίμιες προθέσεις, είχε να αντιμετωπίσει αυτήν ακριβώς την ίδια νοοτροπία και μια αγορά που είχε επί χρόνια στηθεί και προσαρμοστεί σε αυτές τις τακτικές. Έτσι, ο τίμιος δημόσιος λειτουργός, που ήθελε η δουλειά του πραγματικά να γίνει, ερχόταν στην περίεργη θέση να αναγκάζεται να κάνει πρώτα έρευνα αγοράς, πιθανώς να ζητήσει βοήθεια από την ίδια την αγορά για να συντάξει προδιαγραφές κι έπειτα, έχοντας καταλήξει σε προμηθευτή, να «στήσει» το διαγωνισμό έτσι ώστε να εξασφαλίσει ότι αυτός που έχει προ-επιλέξει θα τον κερδίσει κιόλας.

Αν το δει κανείς αυτό το τελευταίο με όρους ελεύθερης αγοράς, είναι και φυσικό. Ένας διευθυντής έχει κάθε δικαίωμα να επιλέξει με βάση την κρίση και την εμπειρία του όποιον προμηθευτή θεωρεί πιο ταιριαστό και φυσικά να πάρει πάνω του το βάρος της ευθύνης της επιλογής του. Αλλά στο δημόσιο τομέα ευθύνη δεν υπάρχει, αξιολόγηση δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η επιθυμία για «τέλειους» διαγωνισμούς, με πολλούς κανόνες και λίγα αποτελέσματα, που είναι ανέφικτο να διοργανωθούν και έτσι όλοι προσαρμόζονται τριγύρω τους αντιστοίχως.

Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε και την ελλιπή στελέχωση του ανθρώπινου δυναμικού του δημοσίου για την οποία δε φταίνε πάντα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι σε αυτό. Δεν είναι δυνατόν πχ ένας δήμος ή μια υπηρεσία να έχει μέσα της ανθρώπους που να είναι ικανοί να συντάξουν αποτελεσματικές προδιαγραφές για πάσης φύση έργο, από την αποχέτευση και τα σκουπίδια μέχρι τον πολιτισμό και την πληροφορική. Όμως είναι αναγκασμένοι να το κάνουν, δίνοντας έτσι ακόμη περισσότερο χώρο στην τακτική της ρεμούλας και της μίζας. Από μια άποψη δηλαδή και πάλι το σύστημα προσαρμόζεται αυθόρμητα στις συνθήκες που κανείς του θέτει.

Ένα καλό, παράπλευρο συμπέρασμα που βγαίνει από αυτή την υπόθεση είναι ότι τα δημόσια και ανοικτά δεδομένα είναι μείζονος σημασίας για τη λειτουργία ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους. (Λίγο ακόμα και θα καταφέρουμε να έχουμε και αξιολόγηση!) Το εν λόγω θέμα, για παράδειγμα, έγινε αντιληπτό ακριβώς επειδή κάθε δημόσιος διαγωνισμός αναρτάται υποχρεωτικά στο σύστημα της Διαύγειας, έτσι ώστε να είναι διαθέσιμος σε κάθε πολίτη, δημοσιογράφο, ερευνητή, κοκ.

Και τα δεδομένα του κράτους θα πρέπει Α) να είναι δημόσια, δηλαδή να διατίθενται ελεύθερα και δωρεάν και μάλιστα σε μέσο εύκολα προσβάσιμο από όλους, αυτό είναι το internet στις μέρες μας και Β) να είναι ανοικτά, δηλαδή άμεσα αξιοποιήσιμα, με δυνατότητες για ανάκτησή τους τεχνικά (APIs), χωρίς κρυπτογραφήσεις ή άλλα κρυπτικές μεθόδους που κάνουν την επεξεργασία τους δύσκολη.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, διαδίκτυο, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
18 Ιούλιος, 2017

Η υπόθεση της Ηριάννας, της κοπέλας που γνωρίζουμε χωρίς το επίθετό της και κατηγορείται για ανάμιξη στην υπόθεση της τρομοκρατικής οργάνωσης «Πυρήνες της φωτιάς», καταδεικνύει ότι ζούμε μια δημοκρατία σε φαύλο κύκλο. Από τη μια πλευρά, όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι κατά πάσα πιθανότητα οι υποστηρικτές της αθωότητάς της έχουν δίκιο. Η ετυμηγορία ανήκει οπωσδήποτε στη δικαιοσύνη, όμως κάθε αναφορά στην υπόθεση δείχνει να συμφωνεί και ακόμη και οι σκεπτικιστές δεν μοιάζουν να έχουν κάτι να αντιτάξουν ενάντιά της. Αν είναι πράγματι έτσι τα πράγματα, τότε μιλάμε για μια απίστευτη αδικία προς ένα συνάνθρωπό μας που αιτιολογημένα ξεσηκώνει την κοινή γνώμη.

Από την άλλη πλευρά, ο χειρισμός της υπόθεσης από τα ΜΜΕ και την κυβέρνηση, είναι τουλάχιστον απαράδεκτος. Παρατηρούμε μέλη της κυβέρνησης να δηλώνουν δημόσια και ευθαρσώς, χωρίς υπαινιγμούς, σε ένα παραλήρημα θεσμικής εκτροπής, την άποψή τους για το πώς θα έπρεπε να αποδοθεί η δικαιοσύνη! Βλέπουμε τον ίδιο τον υπουργό δικαιοσύνης αλλά και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να μη διστάζουν να εκφέρουν γνώμη για την κατά τη γνώμη τους σωστή έκβαση μιας δικαστικής υπόθεσης.

Ταυτόχρονα, τα αντιπολιτευτικά μέσα ενημέρωσης, όπως το ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ, φωνάζουν δικαίως από το πρωί σχετικά με το πόσο καταλύεται η διάκριση των εξουσιών. Όμως την ίδια ώρα, η ιστοσελίδα του ΣΚΑΙ (τη στιγμή που γράφω αυτές τις λέξεις) σε ένα αντίστοιχο παραλήρημα μονόπλευρης ενημέρωσης διαθέτει συνολικά 6 άρθρα σχετικά με τις παραπάνω δηλώσεις των μελών της κυβέρνησης και κανένα για την ίδια την υπόθεση και την ουσία της. Εντωμεταξύ, σε εντελώς αντίθετο πνεύμα βρίσκονται μέσα όπως ή φίλα προσκείμενη στην κυβέρνηση ΑΥΓΗ.

Τρεις, λοιπόν, από τους βασικούς πυλώνες της δημοκρατίας (δικαιοσύνη, κεντρική εξουσία και ΜΜΕ) χειρίζονται μια υπόθεση με ένα τρόπο είτε κατά τα φαινόμενα άδικο, είτε ακραία μικροπολιτικό και συμφεροντολογικό. Φυσικά, αδυνατώ να βγάλει κανείς κάποιο βέβαιο πόρισμα για την αθωότητα της Ηριάννας. Διαβάζει σχετικά με την υπόθεση, κρίνει και σχηματίζει μια κάποια άποψη. Όμως αυτός ο φαύλος κύκλος δεν είναι καθόλου, μα καθόλου υγιής και, βέβαια, δεν ωφελεί καθόλου να αναζητήσουμε ποια πλευρά έχει το «περισσότερο» άδικο. Μόνος βέβαιος χαμένος είναι η δημοκρατία.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
31 Δεκέμβριος, 2016

Αυτό δεν είναι ένα απαισιόδοξο post.

Η ρόδα στο Σύνταγμα δε γύρισε. Στήθηκε, ετοιμάστηκε, ο κόσμος περίμενε, αλλά η ρόδα δε γύρισε. Αδιάφορο το γιατί. Απλά δε γύρισε. Όμως ένα πράγμα επικράτησε. Η μαυρίλα στην ψυχή μας. Η απόλαυση να στεκόμαστε πάνω από το εθνικό μας πτώμα και να φτύνουμε αυτό που μισούμε. Το άθλιο κράτος μας, τους ανίκανους ανθρώπους του, εμάς τους ίδιους, όλους τους άλλους. Η ρόδα που δε γύρισε συμβόλισε την Ελλάδα της παρακμής και ικανοποίησε τα σαρκοβόρα ένστικτά μας για άλλη μια φορά.

Η ίδια παρακμή και απαισιοδοξία κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση και κυρίως σε κάθε συζήτηση οικονομικής φύσεως. Ω, λέτε να μην τα ξέρουμε; Τα τέλη επιτηδεύματος, τη φορολογία των επιχειρήσεων, την έλλειψη κινήτρων για επιχειρηματικότητα; Την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά, την ύφεση που φέρνει κι άλλη ύφεση; Σας πληροφορώ ότι όλοι τα ξέρουμε όλα και τα ζούμε καθημερινά. Και όποιος προσπαθεί να μονοπωλήσει το δικαίωμα στις δυσκολίες και στα προβλήματα, ε, απλά στρουθοκαμηλίζει. Μάντεψε, δικέ μου, δεν είσαι μόνος σου και ούτε τραβάς τα χειρότερα. Υπάρχουν κι άλλοι και υπάρχουν και χειρότερα.

Μήπως όμως τραφήκαμε αρκετά από αυτή τη μαυρίλα; Δεν κουραστήκαμε ακόμη να επιρρίπτουμε τις ευθύνες για όλα μας τα δεινά κάπου αλλού; Δεν είναι λιγάκι μονότονο να μην φταίμε σε τίποτα και να είμαστε μονίμως τα θύματα αυτού του «κακού» κράτους που, βέβαια, ανήκει σε μια «υπέροχη» πατρίδα, την οι κακοί ξένοι επιβουλεύονται; Η τωρινή εθνική μας μεμψιμοιρία και μοιρολατρία είναι ισοδύναμες με την απραγία και την αφασία των προηγούμενων 40 ετών. Φτάνει με τους μοιραίους του Βάρναλη.

Όμως όοοχι!

Στη μοιρολατρία σας θα αντιπαραβάλλω πάντα αισιοδοξία και προσπάθεια. Στην άγρια χαρά σας για καταστροφή θα προτάσσω πάντοτε όρεξη για δουλειά. Στην ικανοποίησή σας που όλα είναι πραγματικά τόσο χάλια όσο τα προβλέψατε -και πέσατε μέσα- θα θυμίζω τα λόγια του Ε. Βενιζέλου «ο προκείμενος άνδρας … έκανε πολλά σφάλματα αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος, ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι ποτέ δεν επερίμενεν από τη μοίρα να ιδή την χώραν του προηγμένην».

Σε όσους βλέπουν καλές προοπτικές στο εξωτερικό θα λέω «ώρα καλή, σου εύχομαι τα καλύτερα, φύγε μια ώρα αρχύτερα». Δε σε θέλω εδώ, δε θέλω τη γκρίνια σου, δε θέλω ακόμη μία υπενθύμιση για το πόσο χάλια είναι τα πράγματα εδώ, για το πόσο σκατά τα έκαναν οι γονείς μας, για το πόσο φταίει το ΠΑΣΟΚ. Φτάνει! Αρκετά στενοχωρηθήκαμε, αρκετά λυπηθήκαμε, αρκετά θρηνήσαμε.

Σε όλους μας αυτό το κράτος φέρεται ληστρικά και εχθρικά, μάλιστα κάποιοι από εμάς ακόμη επιμένουν να του αποδίδουν αυτά που τους ζητάει, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, μη μου υπενθυμίζετε πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα, μπορεί για εμένα τα πράγματα να είναι πιο δύσκολα από εσάς. Δεν πρόκειται για διαγωνισμό κακοτυχίας. Κι αν δεν είμαι εγώ ο πιο κακότυχος από τους δυο μας, σίγουρα είναι κάποιος άλλος, πάντως όχι εσύ. Δεν είσαι τα πάντα εσύ, δεν περιστρέφονται τα πάντα γύρω από εσένα.

Αυτό που λέω είναι ότι «αρκετά με την απαισιοδοξία», ας το αποδεχθούμε, τα πράγματα δε θα αλλάξουν από μόνα τους, το μόνο σίγουρο είναι ότι θα γίνουν χειρότερα από μόνα τους. Όσοι έχουν την παραμικρή ελπίδα για αυτή τη χώρα ή, έστω, την όρεξη για λίγη προσπάθεια ας συγκεντρωθούν και ας την καταβάλλουν. Οι υπόλοιποι αφήστε μας ήσυχους, σιωπήστε ή πηγαίνετε στη γη της επαγγελίας σας. Μείνετε και παλέψτε ή φύγετε και παλέψτε το αλλού. Είναι απλό και τίμιο.

Δεν έχω κάτι να χωρίσω μαζί σας, αντιθέτως, πιστεύω ότι μας ενώνουν πολλά. Μόνο αποφασίστε, θα μείνετε εδώ να παλέψουμε μαζί για κάτι; Αν όχι, τότε πραγματικά, ειλικρινά κι ολόψυχα σας εύχομαι να την «κάνετε» όσο πιο γρήγορα γίνεται, να κυνηγήσετε τα όνειρά σας και να με αφήσετε κι εμένα το δόλιο πατριώτη (πλην διεθνιστή) να επιδιώξω ό,τι όνειρα έχουν απομείνει εδώ.

Γλιτώστε με μόνο από από τη μαυρίλα.

Καλή Χρονιά!

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
5 Δεκέμβριος, 2016

Μερικές δυσάρεστες παρατηρήσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση αυτή:

1. Ποτέ, ποτέ, μα ποτέ δε θα αισθανθώ υπερήφανος που δημοσιοποιούνται τα στοιχεία και οι φωτογραφίες ανθρώπων που είναι ακόμη «κατηγορούμενοι» για κάτι. Είναι τόσο απίθανο δα να αθωωθεί τελικά κάποιος από αυτούς; Κι ακόμη κι αν προσπεράσει κανείς αυτή μου την υπερ-ευαισθησία, ας αναλογιστεί το γεγονός ότι ανάμεσα στους κατηγορούμενους υπάρχουν και νέοι 20+ χρονών. Υποθέτω ότι έστω αυτοί έχουν το δικαίωμα στη μεταμέλεια, στο σωφρονισμό, δίχως τον παντοτινό δημόσιο εξευτελισμό.

2. Οι ευκολίες τύπου «αλβανική μαφία» και «οι μισοί από αυτούς μοιάζουν ναρκομανείς» είναι ρατσιστικές αν όχι ανόητες. Ο φερόμενος ως αρχηγός είναι πράγματι Αλβανός υπήκοος αλλά στη σπείρα των 145 συμμετέχουν 31 Αλβανοί, 13 Έλληνες, 50 Νιγηριανοί, πολλοί Βούλγαροι, διάφοροι άλλοι Αφρικανοί, κλπ. Οι δε ποσότητες ναρκωτικών που διακινούσαν ήταν πρακτικά σχεδόν μόνο χασίς, άραγε κάνοντας χρήση χασίς πήραν αυτή την «όψη ναρκομανούς»; (Βλέπε  και επόμενη παρατήρηση.)

3. Διακινούσαν σχεδόν αποκλειστικά χασίς. Στην κατοχή τους βρέθηκαν μόνο 100 γραμμάρια ηρωίνης και εκτιμάται ότι διακίνησαν στο παρελθόν άλλα 500 γραμμάρια ηρωίνης, ενώ οι ποσότητες κάνναβης μετρούνται σε τόνους και τα δενδρύλλια σε χιλιάδες! Αυτό δε μειώνει την αξία της εξάρθρωσης της σπείρας σε οικονομικό επίπεδο (εκτιμώμενα κέρδη 19 εκ. ευρώ), αλλά η εντύπωση ότι το εμπόριο σκληρών ναρκωτικών στην Αθήνα έχει δεχθεί πλήγμα είναι λιγάκι βιαστική. Πολύ θα ήθελα όμως να δω το ίδιο να συμβαίνει και με σπείρες που διακινούν πραγματικά σκληρά ναρκωτικά και όχι απλώς χασίς.

4. Γίνεται φανερό ότι η Ελληνική Αστυνομία θέλει να υπερθεματίσει το γεγονός. Της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια οπωσδήποτε, δε χωράει αμφιβολία, μιας και φαίνεται για υπόθεση που έχουν κυνηγήσεις και οργανώσει εδώ και καιρό. Αλλά, αν πχ βρισκόμασταν σε χώρα όπου η κάνναβη είναι νόμιμη, και δεν εκφέρω άποψη αυτή τη στιγμή σχετικά με το θέμα, τότε αυτοί οι κατηγορούμενοι ως «έμποροι ναρκωτικών» θα ήταν απλώς κατηγορούμενοι για «λαθρεμπόριο».

5. Ο ιστότοπος της Ελληνικής Αστυνομίας είναι εντελώς απαρχαιωμένος!

Ας είμαστε λιγάκι πιο συγκρατημένοι στις εκφράσεις του ενθουσιασμού μας, ας αναλύουμε τα νέα που μαθαίνουμε λίγο περισσότερο, ας έχουμε λίγη περισσότερη ευαισθησία και ας ευχηθούμε η αστυνομία στο μέλλον να εξαρθρώσει ακόμη περισσότερους και ακόμη μεγαλύτερους εγκληματίες γιατί αυτή η πόλη -η Αθήνα- το χρειάζεται πραγματικά.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
4 Δεκέμβριος, 2016

Τελευταία φορά που τσέκαρα, η απάντηση ήταν «ναι».

Γιατί, αν όχι, τότε μήπως δε μπορεί ένας παχύσαρκος να είναι καθηγητής γυμναστικής; Μπορεί ένας που τραυλίζει να είναι καθηγητής φιλολογικών μαθημάτων; Μπορεί, άραγε, ένας που ντύνεται άσχημα να είναι καθηγητής καλλιτεχνικών; Επιτρέπεται ένας νάνος να διδάσκει Βιολογία; Μπορεί, ακόμη, ένας μαύρος να είναι καθηγητής μαθηματικών; Μπορεί ένας Πακιστανός να είναι καθηγητής Φυσικής; Μπορεί ένας Νιγηριανός να διδάσκει Χημεία; Να διδάσκει ένας χριστιανός οικονομικά; Ένας μωαμεθανός πληροφορική; Ένας άθεος έκθεση;

Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι προφανώς «ναι»!

Ή μήπως δεν πρέπει, έτσι κι αλλιώς, ο κάθε παιδαγωγός, όπου παιδαγωγός υποθέτω εννοούμε εκπαιδευτικός διορισμένος από την πολιτεία ως δάσκαλος ή καθηγητής, να αφήνει στο σπίτι του τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητάς του, τις αδυναμίες του και τα πάθη του; Μήπως είναι λίγοι αυτοί οι εκπαιδευτικοί, που και τώρα νόμιμα ασκούν το επάγγελμά τους ενώ καλύπτουν, όχι πάντα με επιτυχία, τα πάθη τους κάτω από τα «φυσιολογικά» παντελόνια και φούστες τους;

Από την άλλη, την ίδια εποχή, επιτρέπεται μια χαρά κάποιος να είναι «νευροχειρουργός – βελονιστής».

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
19 Σεπτέμβριος, 2016

Παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου και, χωρίς να αρνούμαι ότι ίσως κι εγώ να είμαι θύμα των ίδιων αδυναμιών μερικές φορές χωρίς να το συνειδητοποιώ, διαπιστώνω έντονα δύο χαρακτηριστικά που εντοπίζω με ανησυχητικά μεγάλη συχνότητα. Συχνότητα που δεν ταιριάζει στο επίπεδο του πολιτισμού, της επιστήμης και της τεχνολογίας που θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε αγγίξει ως κοινωνίες του περίφημου 20ου αιώνα που πριν λίγα χρόνια ολοκληρώσαμε. Τα δύο χαρακτηριστικά αυτά είναι η ευπιστία και η ευελπισία.

(Το ξέρω ότι στην ελληνική γλώσσα η λέξη «ευελπισία» θα μπορούσε να τεχνικά να υπάρχει ως σύνθετη του «ευ» και της «ελπίδας», αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει γιατί δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ. Όμως θα τη χρησιμοποιήσω καταχρηστικά, όπως έχει φαίνεται κάνει και ο Βιζυηνός πολύ πριν από μένα.

Αντιλαμβάνομαι τα δύο αυτά χαρακτηριστικά ως εξής (και αυτό επουδενί δεν είναι ορισμός, απλά τα μεταφέρω στο πλαίσιο της σκέψης μου): η ευπιστία είναι εκείνη η ιδιότητα του χαρακτήρα που κάνει έναν άνθρωπο να πείθεται εύκολα για κάτι για το οποίο δεν έχει χειροπιαστές αποδείξεις, ενώ η ευελπισία είναι εκείνη η ιδιότητα του χαρακτήρα που κάνει έναν άνθρωπο να ελπίζει σε κάτι καλό χωρίς να έχει χειροπιαστές αποδείξεις.

Προσοχή, η ευελπισία -στο μυαλό μου, εκεί δηλαδή όπου υφίσταται- δεν ταυτίζεται με την αισιοδοξία. Η αισιοδοξία είναι κι αυτή ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό, όπου αυτός που το διαθέτει μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο ενστικτωδώς, από τη φύση του, ακόμη κι αν γνωρίζει ότι αυτό το καλύτερο μάλλον δε θα έρθει. Το κάνει αυτό, όχι από αφέλεια, αν και μπορεί και η αφέλεια να βοηθά σε αυτό καμιά φορά (μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι) αλλά επειδή διαθέτει μια έμφυτη ενέργεια που του επιτρέπει να επιλέγει να βλέπει τη θετική πτυχή των πραγμάτων, όχι επειδή αυτά είναι καθαυτά θετικά, αλλά επειδή ο ίδιος θα πράξει το θετικότερο δυνατό μέσα στην όποια κατάσταση βρεθεί να αντιμετωπίσει. Η αισιοδοξία είναι λιγάκι στάση ζωής, ενώ η ευελπισία είναι χαρακτηριστικό σαν την ευπιστία. Συμπαθάτε με για το word game, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου, απλώς προσπαθώ να θέσω τη βάση μιας σκέψης.

Η ευπιστία συνήθως χρησιμοποιείται με αρνητική χροιά για να περιγράψει κάποιον που εύκολα πέφτει θύμα κάποιας εξαπάτησης, επειδή ακριβώς πείθεται εύκολα. Η ευελπισία αποδίδει την ελπίδα για βελτίωση, για κάτι καλύτερο. Κι ενώ η ευπιστία μπορεί να είναι τόσο φυσικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό όσο και αποτέλεσμα ελλιπούς μόρφωσης και ενημέρωσης του ατόμου, η ευελπισία είναι νομίζω κάτι άλλο: είναι ανθρώπινη ανάγκη!

Αυτή η τελευταία παρατήρηση έχει ιδιαίτερη αξία. Ο άνθρωπος δεν ελπίζει από παραξενιά ή από ανοησία αλλά ελπίζει από ανάγκη. Έχει ανάγκη να γραπωθεί από κάποιες σταθερές για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του και να διάγει το βίο του. Είτε είναι επιστήμονας που βασίζεται στις αλήθειες της επιστήμης του, είτε είναι ένας απλός άνθρωπος που ανάβει κερί στην εκκλησία προσευχόμενος σε ένα ανώτερο ον, και στις δύο αυτές περιπτώσεις ο άνθρωπος βρίσκει (ή εφευρίσκει) κάποια σταθερά σημεία, σαν μοχλούς ή τροχαλίες, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την καθημερινότητά του. Φυσικά, αυτή η ανάγκη δεν υπάρχει στην ίδια ένταση μέσα στον καθένα.

Όταν όμως αυτά τα δύο χαρακτηριστικά συνυπάρχουν το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ οδυνηρό για τον άνθρωπο. Όταν δηλαδή κάποιος είναι εύπιστος και διαθέτει και έντονη ευελπισία, αυτός ο άνθρωπος είναι ο καλύτερος στόχος των επίδοξων εξαπατητών. Γιατί όχι μόνο μόνο πείθεται εύκολα αλλά έχει και ανάγκη για να πειστεί. Θέλει να πειστεί. Δε θέλει να αμφισβητήσει, δε θέλει να αμφιβάλλει και να κάνει δύσκολους υπολογισμούς και να κρίνει. Θέλει απλά να ελπίσει. Αν η ελπίδα του ευοδωθεί έχει καλώς. Αν πάλι όχι, έχει κάποιον άλλο να κατηγορήσει για το γεγονός ότι τον εξαπάτησε.

Το συνδυασμό αυτών των δύο χαρακτηριστικών τον βλέπω τριγύρω μου ιδιαίτερα τακτικά. Ανησυχητικά τακτικά, για να είμαι ειλικρινής. Μερικά απλά παραδείγματα είναι η θρησκεία, η πολιτική, η υγεία. Μπείτε στο μυαλό του ανθρώπου που έχει αυτά τα χαρακτηριστικά και κοιτάξτε: Ένας εύπιστος άνθρωπος, με έντονη την ανάγκη να δει κάτι καλύτερο να συμβαίνει, που είναι προετοιμασμένος να πιστέψει σε θεούς, δαίμονες, κληρονομικά χαρίσματα, σε πολιτικούς και τοπικούς άρχοντες που υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια, σε ξεματιάσματα, θαυματουργές μεθόδους θεραπείας, κοκ.

Μέσα στο μυαλό αυτού του ανθρώπου η πίστη σε αυτό που τον εξαπατά είναι μια αχτίδα φωτός. Είναι μια ελπίδα την οποία έχει τεράστια ανάγκη και, ελλείψει πνεύματος αμφισβήτησης, κριτικής ικανότητας και σε συνδυασμό με ένα λιγάκι βραχύ μνημονικό που δε μετατρέπει την εμπειρία σε γνώση, είναι μια ελπίδα στην οποία θέλει τόσο πολύ να στηριχτεί. Θέλει τόσο πολύ να πιστέψει σε αυτήν. Είναι το Μωλντεριανό σύμπλεγμα (τα πνευματικά δικαιώματα του όρου μου ανήκουν ολοκληρωτικά). Σαν το Μώλντερ, των X-Files, θέλει να πιστέψει!

Αυτός ο άνθρωπος βρίσκεται γύρω μας νομίζω σε συντριπτική πλειοψηφία. Στελεχώνει εταιρείες, εφορείες, τράπεζες, ταχυδρομεία, σχολεία, νοσοκομεία. Ψηφίζει, παίρνει αποφάσεις. Ίσως κι εγώ είμαι ένας τέτοιος. Δεν υπάρχει τρόπος να το διαπιστώσω. Αυτός είναι ο μέσος άνθρωπος, ο μέσος Έλληνας, ένας Μώλντερ.

Του-ρούτου-του-τουτούουου 🎶🎵

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
16 Σεπτέμβριος, 2016

14292449_862931583842841_4189113057131256448_nΕιλικρινά νιώθω κόμπο στο λαιμό γράφοντάς τα αυτά. Δεν έχω σκοπό να προσβάλλω κανέναν αλλά θα όφειλε και ο καθένας μας να συλλογιστεί τι απόψεις εκφράζει και τι αντίκτυπο αυτές έχουν. Συζητήθηκε έντονα αυτές τις μέρες το θέμα των παιδιών των προσφύγων και αν θα πρέπει να πάνε στο σχολείο με τη νέα σχολική περίοδο. Αφορμή για την ένταση στη συζήτηση στάθηκε η περιβόητη ανακοίνωση των γονέων του Ωραιόκαστρου Θεσσαλονίκης ότι θα προβούν σε κατάληψη του σχολείου αν γίνει κάτι τέτοιο στη δική τους περιοχή (βλ. φωτό δεξιά).

Καταρχάς υπάρχει το αυτονόητο: τα παιδιά πρέπει να πηγαίνουν στο σχολείο και αυτό δε θα έπρεπε να είναι ζήτημα κανενός διαλόγου. Να συζητήσουμε τους όρους υπό τους οποίους θα γίνει αυτό; Ναι! Να δούμε πώς θα γίνει σωστότερα και ασφαλέστερα; Ναι! Αλλά θα έπρεπε να βγαίνουμε από τα ρούχα μας και να κινητοποιούμαστε αν συνέβαινε το αντίθετο και όχι αυτό. Αν θέλουμε να λεγόμαστε πολιτισμένη κοινωνία κάτι τέτοιο δε θα έπρεπε να είναι θέμα συζήτησης.

Βέβαια, στα χρόνια της κρίσης, ίσως είναι πολυτέλεια να απαιτεί κανείς υψηλό αίσθημα πολιτισμού τη στιγμή που πιο στοιχειώδεις αξίες και ανάγκες μας πλήττονται καθημερινά και οι προτεραιότητές μας στρέφονται στην επιβίωση. Θα πρέπει όμως να αναλογιστούμε ότι αυτό το επίπεδο του πολιτισμού μας είναι το τελευταίο πράγμα που δεν πρέπει να χάσουμε. Γιατί τότε η κρίση θα μας έχει πράγματι αλλοτριώσει ανεπανόρθωτα.

Θα ήθελα πριν εξετάσω τα επιχειρήματα που ακούστηκαν να πω ότι πολλές φορές ήταν λογικά και βάσιμα. Δηλαδή, είχαν ουσία και απευθύνονταν σε πραγματικά προβλήματα. Η ένστασή μου -είναι έντονη και τίθεται επί της αρχής- είναι ότι αυτά τα προβλήματα πρέπει μεν να τα δούμε και να τα αντιμετωπίσουμε αλλά μέγιστη προτεραιότητά μας θα πρέπει να είναι το γεγονός ότι αποδεχόμαστε, για την ακρίβεια απαιτούμε, τα παιδιά αυτά να πάνε στο σχολείο!

Ο κίνδυνος λοιμωδών νόσων

Δεν έχουμε πουθενά στοιχεία ότι οι πρόσφυγες αυτοί φέρουν τέτοιες νόσους σε αριθμό που να συνιστά πρόβλημα, παρά μόνο μεμονωμένα περιστατικά. Επιπλέον, οι καμπάνιες εμβολιασμού τους ήταν πολύ επιτυχείς. Αν κανείς θέλει να το αμφισβητήσει αυτό μπορεί να το κάνει αλλά ας γνωρίζει ότι επιλέγει να το κάνει βασιζόμενος σε ψυχολογικούς παράγοντες και όχι σε στοιχεία. Είτε αυτό είτε σε προπαγάνδα!

Να θυμίσω ότι σημαντικό μερίδιο της ελληνικής κοινωνίας εναντιώνεται στην ίδια την ιδέα του εμβολιασμού γενικότερα, πιστεύοντας -και δεν το κρίνω αυτό τώρα- ότι υπάρχει κάποια παγκόσμια συνωμοσία των φαρμακευτικών εταιρειών. Άραγε αυτοί οι γονείς σε ποια σχολεία στέλνουν τα παιδιά τους; Αποτελούν αυτά κίνδυνο;

Ας ακούσουμε εδώ μια ωραία Ωραιοκαστρίτισσα, πρώην νοσοκόμα, να εξηγεί πόσο εύκολα αντιμετωπίζεται ακόμη και ο τελευταίος, ελάχιστος φόβος για την υγεία των παιδιών στα σχολεία, όταν δίνουμε προτεραιότητα σε αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, δηλαδή τον ανθρωπισμό μας:

Και ας διαβάσουμε τους Γιατρούς του Κόσμου να επιβεβαιώνουν ότι «[…] η εικόνα από τα ιστορικά και τις μετρήσεις των παιδιών δείχνει έναν παιδικό πληθυσμό απολύτως υγιή! […] Οι δε εμβολιασμοί στα παιδιά του κέντρου με την συνεργασία του Υπουργείου Υγείας έγιναν κανονικά. Σε συνδυασμό δε με αυτούς της Ειδομένης από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα στον ίδιο παιδικό πληθυσμό πριν καθιστά τα παιδιά πρόσφυγες, συγκεκριμένα στο Ωραιόκαστρο από τα πιο πλήρως καλυμμένα, από όλα τα κέντρα. […] Γιατί για αυτά τα παιδιά έχουμε την ευθύνη. Και θα υπερασπιστούμε το ανθρώπινο δικαίωμά τους να πάνε σχολείο.»

Να θυμίσουμε, τέλος, ότι το σχέδιο λέει πως τα παιδιά των προσφύγων δε θα αναμιχθούν στις τάξεις άμεσα με τα ελληνόπουλα αλλά σε ξεχωριστά τμήματα και με άλλο ωράριο, απογευματινό. Αλλά αυτή είναι μια λεπτομέρεια που έντεχνα αποσιωπάται από τους υποστηρικτές του αποκλεισμού.

Η κοινωνική ενσωμάτωση

Είναι γνωστό και αποδεκτό ότι το σχολείο είναι -εκτός από χώρος εκπαίδευσης- και χώρος κοινωνικοποίησης, απαραίτητος για ένα παιδί. Δεν έχουμε το δικαίωμα να του το αρνούμαστε. Το επιχείρημα ότι αυτά τα παιδιά βρίσκονται σε «ταραγμένη» κατάσταση και ίσως να μη μπορούν να συμπεριφερθούν «σωστά» (τι να σημαίνει εδώ «σωστά»; μήπως να τα κλείσουμε 24 ώρες το 24ωρο σε κοντέινερ;) δε στέκει. Καταρχάς κανένα παιδί δε συμπεριφέρεται «σωστά» και κατά δεύτερον τα παιδιά έχουν υψηλή ικανότητα προσαρμοστικότητας, κάτι που πρέπει να εκμεταλλευτούμε και να μην αφήσουμε αυτά τα παιδιά να γκετοποιηθούν.

Από την άλλη έχει αποδειχτεί περίτρανα ότι η γκετοποίηση και η απομόνωση μόνο σε κακά οδηγεί. Ο φόβος για το διπλανό μας αυξάνει την απόστασή μας από αυτόν κάνει την κοινωνία μας λιγότερο δεμένη, δίνει λιγότερες ευκαιρίες, αυξάνει την παραβατικότητα, οδηγεί σε χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, κλπ. Όλα αυτά είναι καταμετρημένα, υπάρχει παγκόσμια εμπειρία που το επιβεβαιώνει και δε μπορεί να τα αρνηθεί ούτε και ο πιο συντηρητικός νους.

Ενδεχομένως να σας ενδιαφέρουν και μικρές καθημερινές ιστορίες, όπως ετούτη εδώ, που αν μην τι άλλο αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: ότι δηλαδή η συμμετοχή και η ενσωμάτωση έχει μύριες φορές πιο ωφέλιμα αποτελέσματα από τον αποκλεισμό και την απομόνωση.

Η δυσκολία της γλώσσας

Το επιχείρημα ότι τα παιδιά αυτά δε γνωρίζουν τη γλώσσα ακούστηκε κι αυτό πολύ. Απλά δεν ισχύει. Τα παιδιά προσαρμόζονται στη νέα γλώσσα ταχύτατα. (Ο ξενόφοβος νους, βέβαια, αντιδρά αυτομάτως σε αυτό, γιατί σκέφτεται ότι, αν μάθουν τη γλώσσα, τότε παγιώνεται και η παραμονή τους στη χώρα μας.) Υπάρχουν τα χιλιάδες παραδείγματα μεταναστών της δεκαετίας του ’90 που οι ίδιοι προλάβαμε και τα ζήσαμε. Φτάσαμε μάλιστα να συζητάμε αν κάποια από εκείνα τα παιδιά θα είχαν το δικαίωμα στην παρέλαση και στο να κρατούν σημαία. Ποια; Αυτά τα παιδιά που μέχρι πριν μια μέρα δεν ήξεραν τη γλώσσα και πλέον την είχαν μάθει και διαπρέψει στα σχολεία μας.

Προσωπικά έχω περισσότερα από ένα παραδείγματα από το πολύ κοντινό μου περιβάλλον που δείχνουν ότι ένα παιδί προσαρμόζεται στη νέα γλώσσα μέσα σε ένα με δύο χρόνια, ιδίως αν πηγαίνει στο σχολείο. Και κάθε χώρα της Ευρώπης έχει σοβαρά προγράμματα για  την ενσωμάτωση αυτών των παιδιών. (Τι; εμείς δεν έχουμε; να φτιάξουμε, αλλά δε θα περιμένουμε μέχρι τότε να πάνε τα παιδιά σχολείο.)

Και μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο για επιστημονικές μελέτες σχετικά με αυτό το αποδεικνύει (παιδιά που μεγαλώνουν δίγλωσσα, ενσωμάτωση παιδιών μεταναστών στη γλώσσα και την κουλτούρα της χώρας, προσαρμογή παιδιών μεταναστών).

Στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη, ο παπα-Γρηγόρης διώχνει από
το χωριό του τον παπα-Φώτη και τους πρόσφυγές του γιατί κουβαλούν αρρώστιες.
Στο "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται" του Καζαντζάκη, ο παπα-Γρηγόρης διώχνει από το χωριό του τον παπα-Φώτη και τους πρόσφυγές του γιατί κουβαλούν αρρώστιες.

Ρατσισμός/φασισμός

Και γεννάται το ρώτημα: είναι αυτή η συμπεριφορά ρατσιστική και φασιστική; Η τεχνική απάντηση είναι ναι και ναι. Φυσικά επί της ουσίας τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Πράγματι μπορεί κανείς εύκολα να δεχθεί ότι τα ελατήρια των γονέων αυτών δεν είναι άμεσα ιδιοτελή αλλά, ως σωστοί νυκοκυραίοι, ήθελαν απλώς να προστατέψουν τα παιδιά τους. Ότι οι περισσότεροι από αυτούς είναι ήδη τρομερά πιεσμένοι από την οικονομική κρίση. Ακόμη και ότι δεν είναι σωστά ενημερωμένοι για την κατάσταση των εμβολιασμών ή για τους πραγματικούς κινδύνους της δημιουργίας ενός γκέτο.

Όλα αυτά είναι κατανοητά και κανείς δε θα έπρεπε να σπεύσει να κατηγορήσει ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι συλλήβδην ρατσιστές και φασίστες. Αυτό είναι ένα λάθος που η απέναντι πλευρά κάνει εύκολα μέσα στο δικό της φανατισμό. Όμως η πράξη καθαυτή ήταν ρατσιστική και φασιστική. Θέλω να πω ότι από μία και μόνο πράξη, αν και κατ’ εμέ ιδιαζόντως συμβολική, δε θα πρέπει να κρίνουμε συνολικά ανθρώπους. Ούτε όμως και να αφήνουμε την πράξη ελεύθερη και ασχολίαστη. Η πράξη καθαυτή έχει το χαρακτήρα της, όσο κι αν μπορεί να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί αργότερα σε βάθος.

Αυτοί που ενοχλούνται από το χαρακτηρισμό αυτό κρύβονται πίσω από δικαιολογίες λογικής «μετά τον πόλεμο θα γυρίσουν σπίτια τους» και «παράνομα μπήκαν στη χώρα εξαρχής» ή «η εκπαίδευση στην Ελλάδα έχει ήδη αρκετά προβλήματα» και «εδώ υπάρχουν ελληνικά σχολεία σε κοντέινερς, ας τους βάλουμε κι αυτούς σε τέτοια». Εύκολες δικαιολογίες και πρόχειρες. Ειδικά αυτοί οι πρόσφυγες δεν έφυγαν για τουρισμό από τη χώρα τους και ούτε ήταν στους σκοπούς τους να μείνουν για πάντα εδώ, όμως από ότι φαίνεται θα το κάνουν.

Άλλοι, πάλι, απλώς προφασίζονται έντονο σκεπτικισμό και περίσκεψη για τα ουσιαστικά προβλήματα του εγχειρήματος της ενσωμάτωσης. Ο σκεπτικισμός τους όμως γίνεται συχνά τόσο έντονος που παίζουν το παιχνίδι των αρνητών και των υπερασπιζομένων τον αποκλεισμό. Προβάλλουν δηλαδή τα υπρκτά προβλήματα ως γιγαντιαία και άλυτα και άρα, τι μένει αν βασιστούμε στη λογική αυτή και μόνο, παρά να μην προβούμε τελικά σε αυτό που η ηθική και ο πολιτισμός μας μας προστάζουν.

Κάτι σαν κατακλείδα

Οποιοσδήποτε μπορεί να δεχθεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει και φόβος και έγνοια και πολλά πραγματικά προβλήματα που  μας φέρνουν κοντά στα -και δοκιμάζουν- τα όριά μας. Αλλά μερικά πράγματα είναι αδιαπραγμάτευτες αξίες, στις οποίες οφείλουμε ως πολιτισμένη κοινωνία να δίνουμε προτεραιότητα. Αυτό οφείλουμε να το διασφαλίσουμε πάση θυσία, με ψυχραιμία και χωρίς μικρότητες. Πρέπει να διασφαλίσουμε την ταυτότητά μας ως κοινωνία που βάζει πάνω από όλα τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, όχι μόνο τον πρόσφυγα, αλλά εδώ τώρα για αυτόν μιλάμε. Αυτή η οικονομική κρίση δοκιμάζει την ταυτότητά μας.

Ειρωνεία της τύχης: Η περιοχή του Ωραιοκάστρου επιλέχθηκε από την επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων, το 1922, για να εγκατασταθούν πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο.

Στη φαιδρή κατηγορία ότι τυχόν υποστηρίζω την παρούσα κυβέρνηση, δεν έχει κανείς παρά να χαζέψει λίγο σε τούτο εδώ το blog για να το απαντήσει μοναχός του.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
10 Αύγουστος, 2016

Upd: γέρικο το μυαλό, έμπλεξε λίγο τις ημερομηνίες, τα υπόλοιπα γεγονότα όμως είναι αρκετά αληθή και ακριβή. Πάντως η Βούλα Πατουλίδου το χρυσό το πήρε πράγματι το καλοκαίρι του 1992 στην

(Προειδοποιώ ακολουθεί μια πολύ προσωπική ιστορία.)

Καρύδι beach, ευχαριστώ halkidiki.com

Καρύδι beach, ευχαριστώ halkidiki.com

Είναι 1988, καλοκαίρι κάργα, ΠΑΣΟΚ φουλ, Αύγουστος σαν και τώρα, καλή ώρα, με Ολυμπιακούς αγώνες στο παγκόσμιο προσκήνιο, σαν και τώρα, καλή ώρα, αλλά στη Σεούλ της Ν. Κορέας αυτή τη φορά. Είμαι μόλις 9 ετών και βρίσκομαι με τους γονείς για οικογενειακές διακοπές στην εξωτική Βουρβουρού της Χαλκιδικής. Κάνω μπάνιο κάθε μέρα στο καταγάλανο Καρύδι. Όχι, σαν τη Χαλκιδική δεν είχε από τότε.

Είναι η εποχή που , όπως την ανακαλεί ολίγο ανακατεμένη πλέον το ενήλικο μυαλό μου, είναι γεμάτη ζέστη, τζιτζίκια, πράσινα και γαλάζια σημαιάκια, πολύ μπάλα κι ακόμα πιο πολύ μπάσκετ, μια εποχή όπου οι γονείς μπορούν να παίρνουν τα παιδιά τους και να πηγαίνουν 15 μέρες διακοπές μέσα στον πράσινο σκαραβαίο σχετικά άνετα. Δε μιλάμε για μεγάλη πολυτέλεια αλλά για μια «υπαρκτή» άνεση, δόξα στα πακέτα τα Ντελόρ.

Ένα υγρό μεσημέρι εκείνου του Αυγούστου η μισοχαλασμένη τηλεόραση του ενοικιαζόμενου όπου μέναμε, πάντα με ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες, να μπαίνει αέρας, χωρίς να φοβόμαστε για άλλους εισβολείς πέρα από τις μύγες και τα κουνούπια και όπου η μαμά, για να μην τρώμε κάθε μέρα μπριζόλες στις ταβέρνες, μαγείρευε από μακαρόνια με κιμά μέχρι κανονικά γεμιστά, ρε φίλε, τραντάζεται -η τηλεόραση, όχι η μαμά- με ένα συνταρακτικό νέο.

Η Βούλα η Πατουλίδου, η Ελληνίδα δρομέας, είναι πρώτη στον τελικό των 100 μέτρων μετ’ εμποδίων. Πρώτη. Γυναίκα. Ελληνίδα. Ολυμπιονίκης! Μικροί-μεγάλοι, μην πω περισσότερο οι μικροί, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του επιτεύγματος έκπληκτοι και συγκινημένοι. Πέρυσι πανευρωπαϊκό στο μπάσκετ με το Γκάλη και το Γιαννάκη και τώρα αυτό. Δε μπορεί να είναι τυχαίο, κάτι επιτέλους αλλάζει προς το καλύτερο.

Εκτός από την ασπρόμαυρη τηλεόραση του ενοικιαζόμενου, τραντάζεται και ολόκληρο το πανελλήνιο. Περηφάνια και συγκίνηση μαζί. Όλο το έθνος συσσωρεύεται πίσω από την κοπελιά που ήρθε πρώτη στον κόσμο και υψώνεται μαζί της στο βάθρο. Φωνάζει μαζί της δακρυσμένο το έθνος «για την Ελλάδα, ρε γαμώτο». Ναι! Ψυχική ανάταση. Ελπίδα. Μπορούμε να κάνουμε τόσα πολλά αν προσπαθήσουμε. Μπορούμε να πάρουμε κι άλλα πακέτα του Ντελόρ. Μπορούμε να κάνουμε κι Ολυμπιάδα 1996. Διάολε, ναι θα την κάνουμε κι αυτήν.

Σήμερα, για άλλη μια φορά, αλλά τώρα μέσα σε πολύ διαφορετικό κλίμα πολιτικά και οικονομικά και με πολλές αυταπάτες να έχουν καταρρεύσει, συσσωρευόμαστε πίσω από μια άλλη κοπέλα, πρώτη στη σκοποβολή, την Άννα Κορακάκη. Η ιστορία επαναλαμβάνεται κι εγώ απλώς την παρατηρώ. Η καλοκαιρινή ζέστη μου φέρνει αυτόματα στο μυαλό την πρωτιά της Βούλας Πατουλίδου όταν ήμουν 9. Κοντεύω 39 και μας παρατηρώ καθώς κρυβόμαστε πίσω από ανθρώπους λαμπερούς που μας κάνουν περήφανους.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, δε βαριέσαι, ήμουν εκεί, προσωπικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια
20 Ιανουάριος, 2016

Φαίνεται ότι ακόμη τα τραύματα του εμφυλίου δεν τα έχουμε γιατρέψει. Ακόμη και τώρα που ένα αριστερό κόμμα συγκυβερνά με ένα ακροδεξιό (θα μου πεις, μήπως δεν είναι μια καθαρά συγκυριακή συνεργασία;), ο εμφύλιος σπαραγμός είναι εδώ να μας διχάζει και να μας χωρίζει στους από εδώ και στους από εκεί. Στους καλούς Έλληνες και στους κακούς Έλληνες. Όπου το καλό και το κακό ορίζονται με απλοϊκά κομματικά κριτήρια.

«…το κόμμα μας ζήτησε να βάλουμε πλάτη και βάλαμε, γιατί αυτό είναι το σωστό, γιατί πάντα στην αριστερά χρωστάμε και δεν μας χρωστάει…»

Λόγια του ίδιου του γραμματέα της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πραγματικά θλιβερό να ακούς αυτά τα λόγια από ένα νέο άνθρωπο. Να βλέπεις το εμφύλιο πάθος ζωντανό σε έναν άνθρωπο που δεν το έζησε και, που γεννήθηκε 40 χρόνια μετά τον εμφύλιο, που θα ήθελες να ελπίζεις ότι δε μπορεί να ταυτιστεί με αυτή την τόσο μαύρη σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Αντί να είναι δημιουργικός και παραγωγικός να διαιωνίζει και να καλλιεργεί ένα παλαιό μίσος.

«…τη γιαγιά μου, την περήφανη επονήτισσα, βασανισμένη… τον προπάππο μου, δικαστή του ΕΑΜ… τον παππού μου, αντάρτη… οι φασίστες του λέγαν πως θα τον ξυρίσουν… την μάνα μου να μου λέει πως της μάθαινε αντάρτικα… Για τον δολοφονημένο θείο του πατέρα μου από φασίστες… Για τον θείο-παππού Θοδωρή και τα μακρονήσια, την εξορία…»

Με ποιο δικαίωμα ετούτος ο νέος επικαλείται τους αγώνες και τις θυσίες των προγόνων του; Μήπως μόνο οι δικοί του πρόγονοι πόνεσαν; Μήπως οι αγώνες αυτών των προγόνων και των συναγωνιστών τους έγιναν μόνο για τον ίδιο και την οικογένειά του; Τους καπηλεύεται για να αιτιολογήσει τι; Τη νέα τάξη πραγμάτων που πρεσβεύει; Τη νέα κομματοκρατία; Το νέο νεποτισμό; Αλλά, βέβαια, τον διαφορετικό, τον ηθικό, τον αριστερό νεποτισμό!

«…θυμάμαι τους γονείς μου να μου λένε για την αριστερά, για το κίνημα, για τις ρίζες μας και πως δεν πρέπει να ξεχνάμε από που προερχόμαστε. Τότε ήμουν 10 χρονών και ακούγαμε το άξιον εστί και μου έλεγαν ιστορίες»

Αυτη είναι η απάντηση του γραμματέα της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ στα δημοσιεύματα που, κατά πως φαίνεται αληθώς, φέρουν το αδερφό, την μητέρα και μια κοντινή του φίλη να έχουν διοριστεί στο δημόσιο τον τελευταίο χρόνο. Αυτή είναι η απάντησή του στις κατηγορίες περί οικογενειοκρατίας. Ένα τεράστιο «περιφρονώ», ένα παλιό μίσος που δε λέει να πεθάνει. ‘Οχι κάποια αιτιολόγηση, όχι κάποια αναφορά σε αξιοκρατικές διαδικασίες που ο κίτρινος τύπος αγνόησε. Παρά μόνο ένα «καλά να πάθετε, τώρα είναι ο καιρός μας».

«Και δεν θα απολογηθώ σε κανέναν…»

Δε θα απολογήθεί νομίζει. Αμ θα απολογηθεί! Τώρα πια είναι δημόσιο πρόσωπο σε ένα κράτος που ευτυχώς του έχουν μείνει μερικά ευρωπαϊκά αντακλαστικά όπως η Διαύγεια, που δεν αφήνει διορισμό στο δημόσιο αδημοσίευτο. Μπορεί να μην το θέλει αλλά έχει να απολογηθεί σε ένα λαό, μέρος του οποίου πίστεψε σε κάποιες υποσχέσεις και βάσισε στο κόμμα του κάποιες ελπίδες. Πώς μπορεί να νομίζει ότι δε θα απολογηθεί; Πώς μπορεί να είναι τόσο σίγουρος;

Στο κόκκινο, γόβα στιλέτο και το φάρμακο για τη φαλάκρα, όλα μαζί στο αριστερό σουρεαλισμό που επωλήθη φθηνά

Στο κόκκινο, γόβα στιλέτο και το φάρμακο για τη φαλάκρα, όλα μαζί ανακατεμένα στον αριστερό σουρεαλισμό που επωλήθη φθηνά αλλά τον πληρώνουμε πολύ ακριβά κάθε μέρα.

εκτύπωση Κατηγορίες: απόψεις, πολιτικά | rss 2.0 | trackback | καθόλου σχόλια