Ο κλασσικός, ο μαλάκας ο Νεοέλληνας στο πλοίο – πράξη Β’

21 Αύγουστος, 2016

[[ Διάβασε την Πράξη Α’ ]]

13925225_10209468661727546_1049728170992955406_n

Παιδάκια (ξ)απλωμένα ανά τρία καθίσματα. Τα πληγωμένα από τα αδίστακτα κουνούπια-τίγρεις του ελληνικού θέρους κορμάκια τους καταλαμβάνουν έκαστο ικανό χώρο, όπου θα μπορούσαν άνετα να καθίσουν ως και 3 ενήλικοι άντρες. Χαλάλι όμως, φαίνεται να το αξίζουν. Τα παιδάκια του μαλάκα αμαρτίαν ουκ έχουσι. Οι γονέοι όμως έχουσι και αμαρτίαν και κάποιου είδους κάλο στον εγκέφαλο. Θεωρούν τη νοητική τους υστέρηση κάτι το φυσιολογικό και καταπιέζουν κάθε έστω και δυνητικά θετική απόκλιση των απογόνων τους προς κάτι καλύτερο ως κάτι αφύσικο κι ανεπιθύμητο. Για να μάθουν κι αυτά από μικρά. Να ορμάνε και να αρπάζουν αυτό που τους ανήκει κι έπειτα να γραπώνονται σε αυτό για πάντα.

Ο μαλάκας πατέρας, λίγο πιο δίπλα, δεν κουνιέται ρούπι. Είναι καθισμένος στην άκρη της γειτονιάς του πλοίου που έχει οριοθετήσει. Πιθανώς να έχει κατουρήσει την περίμετρό της κιόλας. Ο ίδιος πιάνει άλλα τέσσερα καθίσματα χωρίς να είναι ξαπλωμένος. Κάνει τον αδιάφορο, δε συμβαίνει τίποτα. Ας μην τον κοιτάξει κανείς για πάνω από τρία συνεχόμενα δευτερόλεπτα. Ας μην καταλάβει κανείς το μεγάλο του κόλπο. Οι θέσεις δίπλα του στην πραγματικότητα είναι ελεύθερες, όμως τις έχει κατοχυρώσει αυτός ύπουλα μα και αποτελεσματικά. Έχει τοποθετήσει τσάντες με τσιπς, δρακουλίνια και τοστάκια, λυμένα σταυρόλεξα, μπιμπιμπό και αυτοκινητάκια ανά 15 εκατοστά, προς όλες τις κατευθύνσεις, έτσι ώστε ο χώρος να θυμίζει παρέα που πετάχτηκε για λίγο έξω να πάρει αέρα και θα επιστρέψει όπου να ‘ναι.

(Έχει σκεφτεί το σενάριο να στήσει μια μισοπαιγμένη παρτίδα τάβλι ή χαρτιών, για να πείσει για την ύπαρξη της φανταστικής παρέας, που μάταια όλοι θα περιμένουν να επιστρέψει. Είναι όμως ριψοκίνδυνο και δεν το έχει τελειοποιήσει ακόμα. Η παρέα οφείλει να εμφανίζεται πού και πού ώστε να αποδεικνύει την ύπαρξή της. Επιπλέον το σχέδιο απαιτεί και έξτρα υλικά, αλλά αυτό δεν τον τρομάζει. Είναι εφευρετικός αυτός. Του χρόνου ίσως. Ίσως με κέρινα ομοιώματα ή φουσκωτές κούκλες.)

Εντωμεταξύ, μπορεί να απλώσει τις υπέροχες, ελληνικές αρίδες του λίγο πιο πολύ από τους άλλους μισητούς συνταξιδιώτες του, αυτούς που επιμένουν να τον ακολουθούν όπου κι αν βρεθεί, αυτούς που θέλουν να κάθονται στην ίδια γενικότερη περιφέρεια με αυτόν, αυτούς που θέλουν να μοιράζονται μαζί του την ίδια παραλία, την ίδια ταβέρνα, το ίδιο πάρκινγκ, το ίδιο νησί, την ίδια πόλη, την ίδια χώρα. Μα γιατί δεν τον αφήνουν επιτέλους μόνο του να ζήσει ήσυχος στη χώρα του; Δε θα πάρει απάντηση ποτέ. Η αδικία όλου του κόσμου τον πνίγει.

Κάποια στιγμή αποκαμωμένος, λυγίζει ακόμη κι αυτός ο δόλιος μαλάκας. Γύρω στα 5 καθίσματα δεν του φτάνουν για να απλώσει την κορμάρα του σαν τον τραχανά. Κι είναι σκληρά αυτά τα καθίσματα του πλοίου και καθόλου εργονομικά κατασκευασμένα. Η στοργική γυναίκα-μάνα τον σκεπάζει με μια πετσέτα θαλάσσης πιο βρώμικη κι από τις πατούσες του. Το αιρκοντίσιον είναι δυνατό (όπως πρέπει σε ρωμαίικο ποστάλι). Δε θέλει η κολώνα του σπιτιού της να της κρυολογήσει. Ρίχνει μια κλεφτή ματιά αποδοκιμασίας στην πλέμπα που καταλαμβάνει τόσο άγαρμπα τα πατώματα και τις σκάλες του πλοίου. Λίγο πιο πέρα δύο όντα από το πλήρωμα του πλοίου συζητούν αδιάφορα και καπνίζουν, μισοί μέσα και μισοί έξω από το σαλόνι των επιβατών. Ο καπνός τους όλος μέσα. Ακόμη μια συνηθισμένη μέρα. Όλα καλά, καθημερινά.

Έχουν περάσει διακοπές κουφέτο. Κάθε μέρα έκαναν κατάληψη στην ίδια παραλία, έτρωγαν στην ίδια ταβέρνα διαφορετικά μπιφτέκια με πατάτες τηγανητές, τις οποίες απαθανάτιζαν στο κακόμοιρο το κινητό ή το τάμπλετ κι έπειτα ανέβαζαν σε Facebook, Instagram και Twitter. Οι σέλφις με τους διαδόχους έδιναν και έπαιρναν. Να, εδώ ο μπαμπάς με τον μικρό να μην κάνουν τίποτα στην παραλία, κι εκεί η μαμά με τη μικρή να λιώνουν άεργες στην ξαπλώστρα, μετά όλοι μαζί σε διαδοχικά ενσταντανέ απελπιστικής θερινής πλήξης.

Αλλά στο πλοίο ο μικρός και η μικρή βαριούνται πραγματικά. Όλες αυτές οι δημιουργικές δραστηριότητες που τους κρατούσαν απασχολημένους στις διακοπές τώρα τους λείπουν. Η ολίγων ιντσών, φλατ τηλεόραση του πλοίου, την οποία μπορείς οριακά να παρακολουθήσεις και μάξιμουμ υπό μηδέν γωνία -υπό κάθε άλλη ελάχιστα πλάγια γωνία απλά προσπαθείς να μαντέψεις ποια επανάληψη του Ζάχου Δόγκανου ή του Κωνσταντίνου και Ελένης παίζει τη στιγμή εκείνη (ή μήπως είναι το αειθαλές Ρετιρέ;) – αυτή την ώρα βασανίζεται με το λιγοστό σήμα που φτάνει μεσοπέλαγα. Ελάχιστες καταληπτές εικόνες περνούν ανάμεσα στα ηλεκτρομαγνητικά χιόνια, καθώς δύσμοιροι επιβάτες γυρνούν τα κανάλια πάνω κάτω, βρίσκοντας μόνο διαφημίσεις για αλόε βέρα για αιώνια ομορφιά, πόσιμο κολλαγόνο για πάσα νόσο και ασθένεια, των γηρατειών συμπεριλαμβανομένων, αλλά και Βελόπουλο ή Άδωνη να ξεπουλούν την πραμάτεια τους σε μοναδικές τιμές. Διόρθωση: καμία καταληπτή εικόνα.

Την ηρεμία σπάει ο εκκωφαντικός ήχος μηχανής μεγάλου κυβισμού που επιταχύνει σαν σε ράλι. Η τηλεόραση δεν έχει ήχο και μέσα στο σαλόνι των επιβατών είναι αδύνατον να έχει μπει μηχανή οποιουδήποτε κυβισμού. Δεν είναι μηχανή. Ο μικρός γιος του μαλάκα παίζει με τα αυτοκινητάκια και τα μηχανάκια του, μιμούμενος τους πραγματικούς τους θορύβους. Οι ήχοι που παράγει είναι κρυστάλλινοι και ρεαλιστικοί, τόσο που μηχανικοί ήχου του Χόλιγουντ ευχαρίστως θα ενδιαφέρονταν για τα δικαιώματα του μικρού από τώρα. «Σσστ», λέει ο μαλάκας, που υπερήφανα παίζει το ρόλο του. Ο μικρός μαζεύεται και ένα πηγαίο ταλέντο χαραμίζεται άδικα.

Τότε συμβαίνει κάτι εντελώς αναπάντεχο.

Έτερη παρέα τριών πλησιάζει το ζωτικό χώρο του μαλάκα. Δύο τρία ατυχή κουνήματα του πλοίου και τα στρατηγικά τοποθετημένα αντικείμενα που καθορίζουν την περιοχή δικαιοδοσίας του έχουν μετακινηθεί, δίνοντας την εντύπωση ότι υπάρχει λίγος ελεύθερος χώρος και για άλλους ανθρώπους! Οι βάρβαροι αιφνιδιαστικά κι ανερυθρίαστα τον ρωτούν αν μπορούν να καθίσουν. Ο μαλάκας βρίσκεται για μια στιγμή σε έκπληξη. Σε έκπληξη και απόγνωση. Η απόγνωση ακολουθείται από σιωπηλό πανικό. Πώς την έπαθε έτσι σαν πρωτάρης; Κοιτάζει δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να καταλάβει. Τα είχε όλα τόσο καλά σχεδιασμένα. Διατήρησε την επικράτειά του επί 3 συνεχόμενα διαφορετικά λιμάνια. Κατάφερε να κάνει κάνει την καρδιά του πέτρα, όταν καμώθηκε ότι δεν πρόσεξε την έγκυο που παραπατούσε ψάχνοντας για μια θέση. Γύρισε το κεφάλι του από την άλλη ηρωικά, με φόβο να τσακίσει το σβέρκο του όταν περνούσαν από μπροστά του εκείνο το ζευγάρι τρεκλιζόντων υπερηλίκων.

Και τώρα, τόσο απλά, από ένα ανόητο γύρισμα της τύχης ο χώρος του απειλείται. Κοιτάζει το κενό που έχει δημιουργηθεί αποσβολωμένος. Το κοιτάζει με φανερό εσωτερικό πόνο. Η στιγμή της απώλειας είναι οδυνηρή. Ο αποχωρισμός είναι αναπόφευκτος. Η αντίσταση είναι πλέον μάταια. Γυρίζει προς τους εισβολείς και γνέφει το πιο βαρύ κι αγελαδινό γνέψιμο της ζωής του. Τους επιτρέπει να κάτσουν! Μοιράζεται – αυτός! – το δικό του χώρο μαζί τους. Παραχωρεί ένα μέρος από τα κυριαρχικά του δικαιώματα. Ξέρει τώρα πως νιώθει ένας πρόσφυγας μέσα στην ίδια του τη χώρα. Ξέρει πως νιώθει ένας που πληρώνει μια λίβρα από τη σάρκα του για ένα στιγμιαίο λάθος, για ένα ολίσθημα.

«Όχι, ρε μαλάκα μου», μονολογεί από μέσα του… και έχει απόλυτο δίκιο!

Έχει ηττηθεί. Τώρα πια σε αυτόν και την πολύτιμη οικογένειά του αναλογούν μόλις 1.5 θέσεις κατά άτομο. Τίποτα. Κι ας μην είναι καν ακόμα όλα τα μέλη της κανονικά άτομα. Γι αυτόν είναι άτομα ολοκληρωμένα κι αγαπημένα, που αξίζουν όλες τις ανέσεις και θέσεις του κόσμου, κι ας πάει αυτός ο κόσμος να κουρεύεται, ας βουλιάξει όλος αύριο μονοκόμματος. Μόνο αυτός να ναι καλά, η γυναικούλα του και τα παιδάκια του, με υγεία πάνω απ’ όλα, να τους έχει καλά η Παναγιά.

Το υπόλοιπο ταξίδι θα κυλήσει για το μαλάκα ανάμεσα στα όρια της κατάθλιψης και της κατατονίας. Είναι καταδικασμένος να κάθεται σε σχεδόν κανονική στάση πια. Χωρίς ξάπλα. Χωρίς άπλωμα των ποδιών. Σαν τους άλλους. Κι από πάνω είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τις συζητήσεις και τα γέλια των εισβολέων που τόλμησαν να βρεθούν δίπλα του και να καταχραστούν έτσι απρόκλητα την ανεκτικότητά του. Δε θα απολαύσει το υπόλοιπο ταξίδι. Δε θα τους χαμογελάσει ούτε μια φορά. Ακόμα και στην ερώτηση αν ξέρει πότε φτάνει το πλοίο στον προορισμό του, θα αποκριθεί ένα ξερό «όχι» και θα γυρίσει το κεφάλι του από την άλλη. Δε θα τους κάνει το χατήρι να συνδιαλεχθεί και μαζί τους. Είναι ένας περήφανος μαλάκας.

(Η ιστορία είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα.)

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, προσωπικά | rss 2.0 | trackback

2 Σχόλια στο “Ο κλασσικός, ο μαλάκας ο Νεοέλληνας στο πλοίο – πράξη Β’”

Ο/η "Dimitris S." είπε:

What the fuck dude.

22 Αύγουστος, 2016 στις 6:28 μμ

Ο/η "Maria Kat" είπε:

Εντάξει… εχεις πέσει ΤΟΣΟ ΜΕΣΑ σε όλα!!!!! τρελλαθηκα να γελάω πραγματικά!!!!
σουπερ το κείμενο σου!!!
Καλό βραδυ

6 Σεπτέμβριος, 2016 στις 12:24 πμ

Ό,τι προαιρείσθε:

Επιτρεπτά (X)HTML tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong> . Εάν προσθέσετε εξωτερικά links στο σχόλιό σας τότε αυτό δε θα εμφανιστεί στη λίστα με τα υπόλοιπα σχόλια έως ότου εγκριθεί από τον υποφαινόμενο, οπότε το νου σου!