Πώς αναγνωρίζεις στο πλοίο τον κλασσικό, το μαλάκα τον Νεοέλληνα

13 Αύγουστος, 2016

Με ελάχιστη τύχη κάθεσαι αρχικά κάπου κοντά του.

Ισχυρίζεται φωναχτά ότι τα γίδια «οι Ευρωπαίοι», αυτοί που κάνουνε ανακύκλωση ευλαβικά, «είναι κορόιδα», λέει, «γιατί τους εκμεταλλεύονται οι δήμοι τους», λέει «που τους βάζουνε και διαχωρίζουνε ένα-ένα τα σκουπίδια», λέει. «Και ότι θα έπρεπε να είναι δική τους δουλειά» -των δήμων ντε- «να κάνουν αυτό το διαχωρισμό». Δηλαδή, ο δήμος να μαζεύει τα σκουπίδια, γυαλιά, χαρτιά, πλαστικά ανακατεμένα με υπολείμματα γιαουρτιού στα όρια της τυροκόμησης, ζουμιά χωριάτικης σε διαδικασία σαπωνοποίησης και καμμένα λίπη που δεν αφαίρεσε στο Σβέλτο και να τα διαχωρίζει μεταξύ τους ωσάν αλχημιστής! Κορυφώνει λέγοντας «εγώ θα πλήρωνα για μια τέτοια υπηρεσία επιπλέον δημοτικά τέλη». Θα πλήρωνε! Ποιος; Αυτός ο «κίνημα δεν πληρώνω», ο «δεν κόβω απόδειξη, σου ‘χω κάνει ήδη καλύτερη τιμή και δεν το ξέρεις», ο «το κράτος μας κλέβει, θα το κλέψουμε κι εμείς». Αυτός ο μαλάκας ο Νεοέλληνας.

Μιας μαλακίας, βεβαίως, μύριες έπονται.

«Άκουσα», λέει, μιλώντας πιθανότατα για τις ειδήσεις του Star Channel, σε εκείνο το δεκάλεπτο λίγο πριν τα αφιερώματα στην έξαλλη νυχτερινή ζωή των ελληνικών νησιών και τον εντελώς αναπάντεχο καύσωνα, που ώθησε τους Αθηναίους απρόσμενα στις παραλίες και τις Αθηναίες στα brazilian [εικόνες, βίντεο, τα πάντα], «ότι στη Μυτιλήνη οι ΜΚΟ παίρνουν κάθε βδομάδα 100.000€»… παύση… γυρίζει προς το δεκάχρονο γιο του «πόσα ακούσαμε ότι παίρνουν ρε [όνομα δεκάχρονου γιου] ότι παίρνουν για κάθε πρόσφυγα» (ναι, ουάου, είπε πρόσφυγα, υπάρχει ελπίδα λες; ναι καλά!) «50€ την εβδομάδα;». Ο [δεκάχρονος γιος] αποκρίνεται με χαρά «50€ το μήνα», που συμπλήρωσε μια φορά το φωστήρα πατέρα! «Ε, 50€ το μήνα για κάθε πρόσφυγα», αναφωνεί δικαιωμένος! Και συνεχίζει «δηλαδή, μια τετραμελής οικογένεια προσφύγων παίρνει 200€ το μήνα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κανείς δεν το ξέρει» (τώρα αυτός πώς το ξέρει είναι άλλο θέμα). Ναι ρε μαλάκα, γαμώ την κωλοφαρδία τους, τους ρημάξανε τα σπίτια, διέσχισαν τη μισή μεσόγειο και όσοι δεν πνίγηκαν στη θάλασσα παίρνουν χαρτζιλίκι 50€ το μήνα.

Μαλακίας έπος ουκ έσται τέλος.

Λίγο πιο μετά διαβεβαιώνει κατηγορηματικά πως, βάσει στέρεων και διασταυρωμένων πληροφοριών, που οπωσδήποτε θα κυκλοφορούν στο γραφείο όπου ξύνεται ολημερίς, «υπάρχει κανονικό σχέδιο η Μυτιλήνη να γίνει νήσος Έλλις, να το ξέρετε» (η ατάκα συνοδεύεται από γούρλωμα ματιών τύπου αγελάδας, αργή περιστροφή τους προς καθέναν της παρέας προσωπικά και κατακόρυφη ταλάντευση φρυδιών με νόημα που δεν αφήνει χώρο για αμφισβήτηση) και τέλος «εκεί πια ξεχάστε τον τον τουρισμό». «Έχεις πάει Μυτιλήνη;» ρωτάει ένας άλλος. «Όχι απαντάει, αλλά, δεν ξέρω, από αυτά που έχω ακούσει δεν πρέπει να είναι και φοβερό νησί». «Εντάξει, έχει κάτι ωραία σημεία» του αντιπαραβάλουν. Εντάξει, το δέχεται!

Αυτός ο τύπος μεγαλώνει ένα άλλο μικρό Νεοέλληνα!

Η συζήτηση προχώρησε σε πιο ενδιαφέροντα ζητήματα, καθώς εξήγησαν στο [δεκάχρονο γιο] πώς δουλεύει ένα καλό αεροβόλο, ώστε να μη χάνει αέρα το χειμώνα και πού μπορείς να βρεις -ή να μη βρεις- καλή ψαριά άμα είσαι ντόπιος και ξέρεις, ενώ άμα δε ξέρεις, τι τα θες, πιάσε το πλέξιμο καλύτερα, οι αληθινοί οι άντρες σκοτώνουν ανθρωποφάγες μπεκάτσες και τσακίζουν αιμοδιψείς ροφούς. Επίσης, συζητήθηκαν ζητήματα βαρκάδας, ποδηλατάδας και άλλων θερινών δραστηριοτήτων, με δωρεάν συμβουλευτική για όλους τους επιβάτες του πλοίου, προς εντυπωσιασμό των δεκάχρονων και ανταγωνισμό των σαρανταπεντάχρονων για το ποιος τα κάνει πιο καλά και πολύωρα.

Και, ω, τι υπέροχη τύχη, η συζήτηση πήγε στην Κορακάκη.

«Οι δημοσιογράφοι», ξεφύσηξε φανερά αγανακτισμένος ο Νεοέλληνας, «τώρα τη θυμήθηκαν. Όπως και το μπάσκετ έγινε με το Γκάλη!» (στο μυαλό μου ο Μιθριδάτης πετάγεται πίσω από τον καναπέ στον κύρη του σπιτιού: «Μπάσκετ με το Γκάληηη!»). Αν γεμίσει από αύριο όλη η Ελλάδα σκοπευτήρια σε κάθε γειτονιά και πλατεία, τι να σας πω δε θα το χαρώ καθόλου, να το ξέρετε. Όχι ότι έχω κάτι με το σπορ, ούτε ότι δεν είμαι σούπερ υπερήφανος Έλλην τις τελευταίες ημέρες, αλλά δε βλέπω κάτι το αθλητικό ή ιδιαίτερα ευγενές κι ανώτερο σε όλο αυτό, συμπαθάτε με, όσο κι αν θεωρώ όλα τα αθλητικά ανδραγαθήματα εντυπωσιακά κι αποδεκτά. «Εμένα μου αρέσει και η ξιφασκία» λέει κορασίδα της παρέας και ο μέγας μαλάκας Νεοέλλην διορθώνει «εντάξει, τα αγόρια συνήθως παίζουν μπάλα και τα κορίτσια βόλλεϋ», ξεχνώντας και το Γκάλη και το Γιαννάκη και το Φιλίππου και τα άλλα παιδιά.

Οι κυρίες της παρέας, ενώ οι κύριοι πάνε για φρέντο εσπρέσσο.

Η μαλακία δεν είναι αντρικό προνόμιο, είναι πανανθρώπινη ιδιότητα που διέπει όλο το είδος, άνδρες, γυναίκες, L, G, B, T, κλπ. Οι κυρίες της παρέας ανέλυσαν τα ευεργετικά αποτελέσματα του βελονισμού, καθώς και τη θεραπεία με βδέλλες (διάολε, στ’ αλήθεια αυτό το πράγμα μοιάζει να υπάρχει!) καθώς και με τσιμπήματα μελισσών (πιάνει άραγε μόνο με μέλισσες η θεραπεία ή και με σφήκες, κόμπρες, σκορπιούς, κλπ;). Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για θεραπείες όπου σιχαίνεσαι τόσο την ύπαρξή σου και μόνο που τις κάνεις, ώστε ξεχνάς κάθε άλλο πόνο και ασθένεια. Η μέθοδος είναι αλάνθαστη και οι κυρίες το επιβεβαιώνουν. Επιπλέον 29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν Σκιπ, αυτοί ξέρουν. Τέλος, πίνοντας -και όχι βουτώντας,προσοχή, αλλιώς θα τον είχαμε εξαλείψει- λάδι ελιάς φεύγει ο καρκίνος και με δυο καλά ξεματιάσματα σε νύχτα με πανσέληνο από παρθένα κόρη εξαφανίζονται οι αιμορροΐδες. Τι; Το δοκίμασες και δεν έπιασε; Χα! Δε θα ήταν παρθένα η κόρη.

Το κόλπο με το δεκάρικο και τη γυμνή.

Δεν ξέρω γιατί το θυμήθηκα αυτό τώρα. Ίσως γιατί συμπυκνώνει υπέροχα το νεοελληνικό χιούμορ και την 80s βλακεία μας σε εκείνο το άκρο, που είναι τόσο κακό που μπορεί να είναι και καλό (αλλά μπορεί και να μην είναι). Είναι σαν τη γη σφαιρικό αυτό το χιούμορ. Πας προς το κακό άκρο, πας, πας, πας και στο τέλος φτάνεις στο καλό άκρο και εκεί τα όρια είναι δυσδιάκριτα, μπορεί πλέον να είναι και καλό. Πώς πάει το κόλπο αυτό λοιπόν: λες σε έναν δύστυχο φίλο σου να βγάλει ένα κέρμα. Στην παλιά Ελλάδα αυτό δούλευε καλά με ένα δεκάρικο, αλλά και εικοσάρικο έκανε. Το τρίβεις καλά-καλά ξέρω γω, το παίζεις λίγο μάγος και του λες να το γυρίσει από την ανάποδη (λες και έχει και καλή). Του λες να ψάξει να βρει εκεί μια γυμνή γυναίκα. Αυτός, αν είναι όσο στόκος περιμένεις ή έστω αγαθός ή απροετοίμαστος και πάει με τα νερά σου, ψάχνει λίγο και βέβαια δε βρίσκει τίποτα. Εσύ μετά του λες «σιγά, ρε μαλάκα, με ένα δεκάρικο θες να δεις και τσόντα;». Έπειτα γελάς καγχάζοντας, ενώ αυτός κοιτάει απορημένος, καθώς αναρωτιέται ποιος από τους δυο σας είναι ο πραγματικός μαλάκας. Αργότερα βρίσκεις άλλο μαλάκα και επαναλαμβάνεις τη διαδικασία. Μην ανησυχείς, δε θα βαρεθείς, υπάρχουν πολλοί.

Για την ιστορία: το κόλπο με το δεκάρικο δεν έλαβε χώρα στο πλοίο, το φαντάστηκα όλο 100%.

Καταλαβαίνεις πάντως το σατανικό χιούμορ που κρύβεται υποδόρια κάτω από το φοβερό και τρομερό αυτό τρυκ. Το κάνεις με ένα κέρμα μικρής αξίας! Εεε, το πιάνεις ή όχι ακόμα; Γιατί, αν το έκανες πχ με ένα πεντοχίλιαρο, δε θα μπορούσες να του πεις μετά του αλλουνού του χαϊβανιού ότι «με ένα πεντοχίλιαρο θες να δεις και τσόντα;» γιατί θα δικαιολογείτο και κι αυτός να σε αντικρούσει ότι «ε, ναι, ρε φίλε, κοτζάμ πεντοχίλιαρο έδωσα» και θα ‘χε και δίκιο. Καταλαβαίνεις τώρα. Ασύλληπτο κι αλάνθαστο.

Μόνη σωτηρία σου πια το λιμάνι.

Καθώς η συζήτηση παραδίπλα είναι σε φάση «τάβλι παλιά παίζαμε, τώρα έχουμε κολλήσει με τη μπιρίμπα… σκάκι, μπα όχι.» (άκου εκεί σκάκι, τι είναι, τίποτα βλαμμένοι;) αναρωτιέσαι πόσο τυχερός είσαι που αυτή τη φορά δεν έκατσε πάλι δίπλα σου ο άλλος ο πατέρας, αυτός που για να ησυχάσει το παιδάκι του του έβαλε στο τάμπλετ ίσαμε 20 φορές εκείνο το εξαιρετικό απόσπασμα επιθεώρησης του Σεφερλή, όπου ξεφτιλίζει με κάθε τρόπο που βάζει ο νους νάνους, γυναίκες-καθαρίστριες, γκέι-αδελφές, αλβανούς-εργάτες και λοιπούς ανεπιθύμητους της φυσιολογικής μας κοινωνίας. Η μόνη σωτηρία σου είναι το λιμάνι. Να κατέβεις ή να κατέβει αυτός και η παρέα του. Να γλιτώσεις έστω και για λίγο από την απύθμενη μαλακία του. Φυσικά, κατά πάσα πιθανότητα θα τον συναντήσεις ξανά, στην παραλία του νησιού, σε μια από τις ταβέρνες, στο φούρνο. Αν είσαι κάργα άτυχος μπορεί να μένει και κάπου κοντά σου ή στο ίδιο σύμπλεγμα ενοικιαζομένων με αλουμινένια παντζούρια. Όταν τον πετυχαίνεις κάπου έξω, ο λαιμός σου θα δένεται κόμπος αλλά θα ανεβοκατεβαίνει για να γνέψει το κεφάλι σου ένα «γεια» προς το φιλαράκο που έκανες θέλοντας και μη στο καράβι. Με αυτές τις σκέψεις πας να πάρεις το αυτοκίνητό σου στη βρωμερή από την κλεισούρα και τις αναθυμιάσεις μηχανών πλοίου και εξατμίσεων υπόγα του πλοίου. Όπου ο αθεόφοβος… ανάβει και τσιγάρο.

Διαπιστώνω με ανακούφιση ότι όσοι με κοιτούν επίμονα
τόση ώρα κοιτούν την τηλεόραση πάνω από το κεφάλι μου.

[[ Διάβασε την Πράξη Β’ ]]

εκτύπωση Κατηγορίες: δε βαριέσαι, ήμουν εκεί, προσωπικά | rss 2.0 | trackback

1 σχόλιο στο “Πώς αναγνωρίζεις στο πλοίο τον κλασσικό, το μαλάκα τον Νεοέλληνα”

Ο/η "Τάκης Μπουγιούρης » Ο κλασσικός, ο μαλάκας ο Νεοέλληνας στο πλοίο – πράξη Β’" είπε:

[…] Πώς αναγνωρίζεις στο πλοίο τον κλασσικό, το μαλάκα τον … […]

21 Αύγουστος, 2016 στις 2:19 πμ

Ό,τι προαιρείσθε:

Επιτρεπτά (X)HTML tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong> . Εάν προσθέσετε εξωτερικά links στο σχόλιό σας τότε αυτό δε θα εμφανιστεί στη λίστα με τα υπόλοιπα σχόλια έως ότου εγκριθεί από τον υποφαινόμενο, οπότε το νου σου!