Πού είστε κύριε Κήτινγκ;

7 Νοέμβριος, 2007

Πού είστε κύριε Κήτινγκ; Χρόνια τώρα σας αναζητώ με αγωνία. Σας γνώρισα μικρός ακόμη, είχα αυτή την τύχη. Σας γνώρισα σε μια εποχή που δε μπορούσα να σας καταλάβω, μια εποχή ικανή να μου αφήσει σημάδια μα όχι ακόμη να με αλλάξει. Έμαθα όμως ότι είσαστε! Οτι διδάξατε ποίηση κι ό,τι κρύβει από πίσω της με συναίσθημα και τρυφερότητα, χωρίς να στέκεστε στους κανόνες της γραμματικής και τους προλόγους των βιβλίων.

Γνώρισα για την ύπαρξή σας μικρός! Και από τότε σας αναζητώ. Μπροστά στους μαυροπίνακες, πάνω στις σχολικές έδρες, πίσω από σκόνη κιμωλίας κι αγριεμένα ακαδημαϊκά βλέμματα. Δε στάθηκα άξιος της γνωριμίας μας κύριε Κήτινγκ, γι’ αυτό δεν ξαναεμφανιστήκατε μπροστά μου. Προσπεράσατε ένα μικρό παιδάκι που δάκρυσε για χάρη σας και του φωνάξατε "Θα τα πούμε", καθώς απομακρυνόσασταν. Και μείνατε τελικά, κύριε, μια τέτοια απόμακρη φιγούρα που κάθε τόσο ξανανιώνω μέσα μου με ελπίδα.

Δε στάθηκα άξιος, μα σας έψαξα, κύριε Κήτινγκ. Και βρήκα κι άλλους σαν κι εσάς που μου υποσχέθηκαν ότι σας είχαν αναζητήσει με την ίδια αγωνία. Όμως, ο χρόνος μας ξεπλήρωσε όλους βρώμικα με το ίδιο νόμισμα. Δεν έκανε καμία υπόσχεση αυτός, καμία συμφωνία. Αλλά και γι’ αυτό δεν μπορεί κανείς να του προσάψει κάτι. Δεν αθέτησε τίποτε – ποτέ!

Πόσες και πόσες φορές ήλπισα με λαχτάρα ερωτευμένου ότι θα σας αντικρύσω. Ότι την επόμενη φορά που θα ανοίξει η πόρτα του αμφιθέατρου θα μπείτε εσείς, με το αστραποβόλο βλέμμα σας να ξεχειλίζει ειρωνεία και να καίει μοναχό του κάθε τι σοβαρό και φθαρτό σε αυτό τον κόσμο. Πόσες φορές δεν σας περίμενα να ανοίξετε το στόμα σας και να γίνει το μικρό θαύμα. Σας περίμενα καρτερικά μέχρι που το παιδί άρχισε να τελειώνει, να οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Και πάλι τότε έκανα υπομονή. Ήξερα πως δεν είστε από τους ανθρώπους που η κοινωνία μας αντέχει να διαθέτει με το τσουβάλι. Είστε ίσως κι επικίνδυνος έτσι όιπως βάζετε άλλα πράγματα πιο πάνω από τους αριθμούς.

Αλλά πόσα με διδάξατε, κύριε Κήτινγκ, και μόνο με τη φευγαλέα παρουσία σας μια φορά στη ζωή μου. Πιο πολύ, φαντάζομαι πια, με δίδαξε ο μύθος που το μυαλό μου έπλασε για εσάς και την πραγματικότητά σας. Μοιραίο να το πάθει αυτό ένα παιδί. Μας μεγαλώνουν με παραμύθια και παραμύθια μαθαίνουμε να πλάθουμε κι ενίοτε να πιστεύουμε. Όμως πώς να αρνηθείς σε ένα παιδί το παραμύθι του. Άλλωστε, δε θα είναι για πολύ κοντά σου, διατεθειμένο να το ακούσει. Εκεί βρίσκεται ο μεγάλος σεβασμός που πρέπει να του δείξεις. Επίτρεψέ του να είναι παιδί, όσο αυτό διαρκεί, χωρίς να λαχταρά να μεγαλώσει.

Και λαχτάρησα να μεγαλώσω, καλέ μου κύριε Κήτινγκ, κι εκτός από εσένα έψαχνα κι άλλα πράγματα εξίσου μυθικά μα κι άλλα της πραγματικότητας. Πάντοτε μέσα μου ο ρεαλισμός με το μύθο έστηναν μάχες ατελείωτες – κι ως τώρα ανολοκλήρωτες. Ήθελα να σε δω μέσα σε τόσα πρόσωπα.

Είναι να απορείς! Πως μπόρεσα, ο φτωχός, να κάνω τέτοιους συνειρμούς. Ε, λοιπόν, ο άνθρωπος είναι ικανός να πιστέψει ότι θέλει. Και φαντάσματα να δει και ό,τι θέλει. Πώς ήταν δυνατόν να περιμένω να δω το προσωπό σου στα πρόσωπα αυτά τα απόμακρα, τα σκοτεινιασμένα. Τι σχέση είχαν αυτά τα πρόσωπα τα ανιαρά, σωστοί γραφειοκράτες, με εσένα; Διεκπεραιωτές της παιδικής ενηλικίωσης. Άνευροι! Άλλοι άχρωμοι, σωστοί διαφανείς. Άλλοι οργίλοι, συμπλεγματικοί.

Κύριε Κήτινγκ, πότε ξέχασαν όλοι αυτοί οι επίδοξοι μιμητές σας τον καιρό που εκείνοι σας αναζητούσαν. Πόσο γρήγορα και εύκολα ξεχάστηκαν όνειρα και νιάτα και φίλοι και δικαιοσύνη κι απ’ όλα; Θυμώνω, καλέ μου δάσκαλε, και μόνο που τους σκέφτομαι. Μου χρωστάνε τόσες στιγμές από τη ζωή μου. Τόσες στιγμές που είχα ανάγκη και στερήθηκα. Και περιπλανήθηκα με ελπίδα, προσμονή και μυαλό και καρδιά ορθάνοιχτα. Αληθινά προσπάθησα να σε αναγνωρίσω μα μόνο ψυχρές φιγούρες διέκρινα, σκιές ανθρώπων κι όχι ανθρώπους. Στάθηκα στο πλευρό τους και μάζευα κάθε λέξη που εκστόμιζαν και κάθε βλέμμα που έστελναν. Μάταια.

Πού να είστε τώρα, κύριε Κήτινγκ, να μας διδάξατε όσα δε μάθαμε. Πώς να βλέπουμε μέσα από τα βιβλία και πίσω από τις σελίδες, πώς να ξεθάβει ο καθένας τα δικά του φαντάσματα, να τα υμνεί, να τα υβρίζει και να λυτρώνεται. Πώς να γίνουμε χρήσιμοι άνθρωποι κι όχι περαστικές υπάρξεις. Πώς να αντιστεκόμαστε στο βασίλειο του εφήμερου και του ευτελούς. Σας χρειαζόμασταν τόσο πολύ, κι αντί γι’ αυτό, πήραμε σπουδαία επιβράβευση χαρτιά ποτισμένα με μελάνια και αριθμομηχανές να μετρούμε ως το δέκα.

Εσάς και τους παππούδες μου μνημονεύω τακτικά σαν σας συλλογίζομαι. Πόσο απλό δίκιο είχαν όταν ήξεραν πως αυτά που θα κατανοούσα αργότερα θα ήταν οι μεγαλύτεροί μου σύμμαχοι αν τα γνώριζα από την αρχή. Ω, τι αποκάλυψη! Όλοι το πάθαμε αυτό και όλοι θα το ξεπεράσουμε. Και άλλοι θα ζήσουν και άλλοι θα χαθούν, δίχως συγκεκριμένο λόγο και αιτία. Θέλω να πω, πως τίποτε από αυτά που νιώθουμε ή σκεφτόμαστε δε θα κάνει τον κόσμο να σταματήσει να γυρίζει ή να αλλάξει φορά.

Όμως, δεν είναι τόσο υπαρξιακή η ανάγκη μου να σας συναντήσω, κύριε Κήτινγκ. Είστε μια διακαής επιθυμία μου που ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα. Ένας μύθος που παρέμεινε έτσι. Σας καταλαβαίνω, δε μπορέσατε να διασταυρώστε το δρόμο σας με το δικό μου. Κι ενδεχομένως δε σας άφησαν να το κάνετε, οφείλω να το παραδεχτώ. Μα τελικά η μόνη αξία που έχει το κάθε τι είναι η αξία που εμείς του δίνουμε. Πίστεψα κάποτε ότι μπορείτε να με αλλάξετε, να μου δώστε ελπίδα, μια κατεύθυνση. Κατάφερα μόνο να κάνω αυτά που πρέπει, να ανταποκρίνομαι καλά, γρήγορα και αποδοτικά. Ξεχνώντας πίσω στη διαδρομή τη μακρινή εκκίνηση.

Καταλήγω πως δεν ήσασταν φτιαγμένος για αυτό τον κόσμο, Δε θα καταλάβω γιατί παρολαυτά μας ήταν μπορετό να σας συλλάβουμε! Όμως, τώρα πια έχω μάθει να σας αναζητώ. Παντού, όχι μόνο στις φιγούρες καθηγητάδων. Τώρα έρχεται η σειρά μου να πνίξω ή να καλλιεργήσω την ίδια προσδοκία σε άλλους νέους ανθρώπους. Η ευθύνη μου είναι τεράστια. Έχω τον εαυτό μου να ξεπεράσω αυτή τη φορά.

Κύριε Κήτινγκ, σας το ορκίζομαι σας έψαξα. Και έφτασα να χαρώ και να θυμώσω και να συγκινηθώ σε αυτή την αναζήτηση. Και γνώρισα ανθρώπους αξιοπρεπείς, που δεν τους πρέπουν οι μομφές μου. Όμως σας έκρυψαν καλά. Σας καταχώνιασαν βαθιά και σίγουρα σε ξεχασμένα συρτάρια. Δεν υπάρχει πιο σίγουρη κρυψώνα από την ξεχασμένη κρυψώνα. Εκεί ακόμη περιμένετε κι εσείς. Λυπάμαι τόσο πολύ με τις διαπιστώσεις μου! Θα ήσασταν ένα μοναχικό ελεύθερο πνεύμα μέσα σε ένα συρφετό δημοσίων υπαλλήλων που κάποτε έδωσαν την εντύπωση της αξιοσύνης.

Πόσο ανάγκη είχαμε την έμπνευση που μπορούσατε να μας δώσετε. Πόσο ανοιχτοί κι ευάλωτοι υπήρξαμε, έτοιμοι και ώριμοι να μας μπολιάστε με το απαύγασμα της ανθρώπινης διανοίας. Σπουδάσαμε μακριά σας. Κι ακόμη τα μικρότερα αδέρφια μας μακριά σας σπουδάζουν διψώντας για δασκάλους.

Πού είστε κύριε Κήτινγκ; Δε γίνατε ποτέ ο καπετάνιος μου, κι όμως με συνταράξατε τόσο βαθιά…

εκτύπωση Κατηγορίες: γενικά, προσωπικά | rss 2.0 | trackback

Καθόλου σχόλια μέχρι τώρα!

Ό,τι προαιρείσθε:

Επιτρεπτά (X)HTML tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong> . Εάν προσθέσετε εξωτερικά links στο σχόλιό σας τότε αυτό δε θα εμφανιστεί στη λίστα με τα υπόλοιπα σχόλια έως ότου εγκριθεί από τον υποφαινόμενο, οπότε το νου σου!